Ο Ε.Τ.Α. Χόφμαν (Καινιξβέργη 1776-Βερολίνο 1822) σπούδασε νομικά και εργάστηκε ως κρατικός λειτουργός σε διάφορες θέσεις της πρωσικής διοίκησης. Παράλληλα όμως η μεγαλοφυΐα του εκφράστηκε μέσα από έναν μακρύ και εντυπωσιακό κατάλογο ιδιοτήτων: συνθέτης, μαέστρος, μουσικοκριτικός, γελοιογράφος, σκιτσογράφος, και φυσικά συγγραφέας. Με τη συγγραφή καταπιάστηκε εντατικά μόλις τα τελευταία εφτὰ χρόνια της ζωής του, οπότε και έγραψε τα περισσότερα έργα του. Μέχρι τότε ποθούσε διακαώς μια καριέρα στη μουσική.
Η ζωή του κάθε άλλο παρά ρόδινη ήταν. Η απάντησή του απέναντι σε μια μοίρα που του έστελνε το ένα βάσανο μετά το άλλο ήταν η απαράμιλλη χρήση του χιούμορ και του αλλόκοτου στα κείμενά του.
Το έργο του Χόφμαν αγαπήθηκε αλλά και επικρίθηκε με πάθος. Στους επιφανέστερους πολέμιούς του συγκαταλέγονται ο Γκαίτε και ο Βίλχελμ Γκριμ. Στον αντίποδα όμως βρίσκονται σημαίνουσες προσωπικότητες που η πένα του Χόφμαν μόνο ασυγκίνητες δεν άφησε: συγγραφείς όπως ο Γκωτιέ, ο Ζεράρ ντε Νερβάλ, ο Κάφκα, ο Ντοστογιέφσκι, ο Ντίκενς και ο Ε. Α. Πόου, συνθέτες όπως ο Όφενμπαχ και ο Τσαϊκόφσκι, ο ζωγράφος Πάουλ Κλέε, ο φιλόσοφος Κίρκεγκωρ, ο Φρόυντ, αλλά και σκηνοθέτες όπως ο Ταρκόφσκι και ο Κόπολα.
Ορισμένα από τα πιο γνωστά έργα του είναι το Χρυσό δοχείο (1814), τα Ελιξίρια του διαβόλου (τ. Α´, 1815 και τ. Β´, 1816), τα Νυχτερινά (τ. Α´, 1816 και τ. Β´, 1817), η Δεσποινίς ντε Σκιντερί (1819), ο Μικρός Τσάχες (1819), το Βίος και πολιτεία του γάτου Μουρ (τ. Α´, 1819 και τ. Β´, 1821), η Πριγκίπισσα Μπραμπίλα (1820), η Μνηστή του βασιλιά (1821) κ.ά.
