Τοποθετημένη στην επινοημένη από τον συγγραφέα, φανταστική χώρα που κάποιοι ονόμασαν «Γκρινλάντια», η νουβέλα του Αλεξάντρ Γκριν υιοθετεί την τεχνική της παραβολής και την ατμόσφαιρα του παραμυθιού για να αφηγηθεί μια μυθική ιστορία αγάπης. Η ερωτική αφύπνιση των δύο νεαρών ηρώων, της Ασσόλ και του Γκρέυ, και η πορεία προς την εκπλήρωση του έρωτά τους δίνονται μέσα από λαμπρές περιγραφές της φύσης και αρχετυπικούς συμβολισμούς. Ωστόσο, σε ένα δεύτερο επίπεδο, ως βασικό θέμα του κειμένου προβάλλει η αντίθεση ανάμεσα στην πεζή, εχθρική πραγματικότητα και την αληθινή ζωή: τον κόσμο του ονείρου και της επιθυμίας.
Γραμμένα σε ιδιαίτερα αισθαντική γλώσσα, τα Πορφυρά πανιά (1923) θεωρήθηκαν δείγμα ενός ιδιότυπου αισθητισμού, όταν, λίγα χρόνια μετά τη Ρωσική Επανάσταση, σιγούσαν ο ένας μετά τον άλλον οι Ρώσοι μοντερνιστές, για να παραχωρήσουν τη θέση τους σε αμφιβόλου ταλέντου «προλετάριους» συγγραφείς. Το κλίμα ωστόσο άλλαξε άρδην από τα τέλη της δεκαετίας του ’50, οπότε εγκαινιάζεται μία περίοδος ενθουσιώδους υποδοχής του έργου του Γκρίν, που διαρκεί μέχρι σήμερα, καθιστώντας τα Πορφυρά πανιά μιαν από τις πιο δημοφιλείς νουβέλες της ρωσικής λογοτεχνίας.
Οι ήρωες στα Πορφυρά πανιά μοιάζει να «ξυπνούν» από την παραπλανητική, όσον αφορά την αληθινή υπόσταση της ζωής, πεζή πραγματικότητα, περνώντας έτσι στη σωστή πλευρά – στο όνειρο. Επιτυγχάνουν κατ’ αυτόν τον τρόπο τη διείσδυση σε ένα άλλο επίπεδο, όπου όλα αποκωδικοποιούνται εκ νέου και παίρνουν «ένα διαφορετικό, καινούργιο νόημα».
(από το επίμετρο της έκδοσης)
Κριτικές
- Όλγα Ντέλλα, Fractal, Δεκέμβριος 2014
- Άγης Αθανασιάδης, Librofilo, 29/7/2014
- Δημήτρης Αθηνάκης, Εξώστης, 15/7/2014
- Πατριάρχης Φώτιος, In2life.gr, 20/5/2014
- Γιάννης Αντωνιάδης, Culturenow.gr, 9/5/2014
- Ξενοφών Μπρουντζάκης, Το Ποντίκι, 24/4/2014
- Λίζυ Τσιριμώκου, Τα Νέα / Βιβλιοδρόμιο, 28/2/2014
Το κείμενο, από τα πλέον αναγνωρισμένα της σύγχρονης ρωσικής λογοτεχνίας, ευτύχησε στην ελληνική εμφάνισή του. Καλομεταφρασμένο, υπομνηματισμένο, πλαισιωμένο από ένα συγκροτημένο επίμετρο δοκίμιο και χρονολόγιο, τυποτεχνικά φροντισμένο, προσφέρεται για υψηλή αναγνωστική απόλαυση.
- Λίνα Κονομάρα, Ο Αναγνώστης, 16/2/2014
- Γιώργος Πινακούλας, The Books’ Journal, Φεβρουάριος 2014
- Ελένη Γκίκα, Golem, 25/1/2014
- Κατερίνα Μαλακατέ, Διαβάζοντας, 20/1/2014
- Βιβή Γεωργαντοπούλου, Λέσχη Ανάγνωσης του Degas, 14/1/2014
- Χρυσούλα Γούναρη, Bookworm, 10/1/2014
- Ελένη Πούλου, Περί λογοτεχνίας και άλλων δαιμονίων, 8/1/2014
- Αναστάσης Βιστωνίτης, Το Βήμα / Βιβλία, 4/1/2014
Σε μια ευρύτερη αναγωγή πρόκειται για λυρικό ύμνο στην επιθυμία και τη νοσταλγία, ύμνο που τον καθιστά γοητευτικότερο η τέχνη του Γκριν να εισάγει ρεαλιστικά στοιχεία, απαραίτητα για την ανάπτυξη της αφήγησης, τα οποία όμως δεν αλλοιώνουν το συμβολικό πεδίο και τη λυρική ποιότητα των περιγραφών.
- Κατερίνα Σχινά, The Books’ Journal, Ιανουάριος 2014
Ιδού, επιτέλους, μια ιστορία αγάπης δίχως ζόφο, μια ερωτική αφύπνιση δίχως την αναπόφευκτη διάψευση και την οδύνη της. Μέσα στην καρδιά της ρωσικής επανάστασης, στις αρχές της δεκαετίας του ’20, ο συγγραφέας διαρρηγνύει τον περίκλειστο χώρο της σταλινικής πατρίδας και αγνοεί τις επιταγές του σοσιαλιστικού ρεαλισμού για να ιχνογραφήσει έναν κόσμο μαγείας και παραμυθιού – κι εκείνος, όπως και οι ήρωές του επιζητούν να απομακρυνθούν από την πεζή πραγματικότητα για να βρεθούν στην αντίπερα όχθη, στο όνειρο, σε έναν μαγεμένο μη τόπο, άχρονο και ακηλίδωτο, σε μια Εδέμ αιώνιας ευδαιμονίας. Σ’ αυτήν την νουβέλα του άκρατου αισθητισμού, ο έρωτας έρχεται σαν καράβι με πορφυρά πανιά από τη θάλασσα, για να πάρει μαζί του τους δυο πρωταγωνιστές, την άπραγη και αθώα Ασόλ και τον πολυταξιδεμένο Γκρέι, εκπληρώνοντας έτσι την προφητεία της ανέφελης ένωσής τους, που στην αρχή της ιστορίας έχει ψιθυρίσει στην μικρή Ασόλ ένας γέροντας περιηγητής. Η τελευταία φράση της νουβέλας πλουτίζει τον ρομαντισμό της ιστορίας με ένα τόνο μακαριότητας. Το πλοίο έχει σαλπάρει, ένα δοξάρι γλιστράει στις χορδές και ο νεαρός ήρωας «συλλογίζεται την ευτυχία». Δεν πρόκειται για ανυποψίαστη απλοϊκότητα, αλλά για μια κατάφαση στην αναμάγευση της ζωής.
Δείγμα σπάνιας –πραγματικά συγκλονιστικής– συγγραφικής μαστορικής, η διάσημη νουβέλα του Γκριν υποβάλει από την πρώτη σελίδα τον αναγνώστη με την ιλιγγιώδη ακρίβεια της ποιητικής του γραφής. […] Σπάνια συναντάει κανείς τέτοια εκφραστική δεινότητα, τέτοια τρυφερότητα και δύναμη στις περιγραφές και στις αναπάντεχες παρομοιώσεις.