Ένα άγνωστο ποιητικό έργο του 1926, ξεχασμένο και από τον ίδιο τον ποιητή του, το οποίο βρέθηκε πρόσφατα και απροσδόκητα στο πλαίσιο ενός ερευνητικού προγράμματος του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών, αναδεικνύεται ως το πρώτο έργο γραμμένο σε πραγματικά μοντερνιστικό ελεύθερο στίχο που δημοσιεύτηκε στη γλώσσα μας σε αυτοτελή έκδοση. Βιβλίο εξαιρετικά ενδιαφέρον, αν λάβει κανείς υπόψη ότι ο ποιητής του (ηλικίας τότε 20 ετών) φαίνεται να έχει μιμηθεί στους στίχους του εικόνες και την ατμόσφαιρα της πόλης κάποιων από τα ποιήματα της συλλογής Προύφροκ και άλλες παρατηρήσεις (1917) και της Έρημης Χώρας (1922) του Έλιοτ. Την επανέκδοση του έργου αυτού συνοδεύει εκτενής, διεισδυτική μελέτη της Αλεξάνδρας Σαμουήλ.
Ο κουρασμένος της ηδονής (Εξομολογήσεις σ᾽ ελεύθερο ρυθμό)
11,50€ Original price was: 11,50€.8,05€Η τρέχουσα τιμή είναι: 8,05€.
| ISBN | |
|---|---|
| Διαστάσεις | |
| Σελίδες | |
| Έτος α΄έκδοσης |
Κριτικές
- Νάσος Βαγενάς, Το Βήμα της Κυριακής, 8/1/2023
Η ΑΝΑΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΜΟΝΤΕΡΝΙΣΤΗ
“Η «ανασκαφή» μιας ποιητικής συλλογής δίνει μια απρόσμενη νέα τροπή στο ζήτημα της εκδήλωσης της ελληνικής νεωτερικότητας.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 μια λογοτεχνική συζήτηση είχε προκληθεί με αφορμή την επανέκδοση μιας ποιητικής συλλογής ενός ουσιαστικά άγνωστου ποιητή με τίτλο Στου γλιτωμού το χάζι, που είχε δημοσιευτεί το 1930. Ο ποιητής ονομαζόταν Θεόδωρος Ντόρρος, και το γεγονός ότι παρέμενε έκτοτε άφαντος, σε συνδυασμό με τον περίεργο τίτλο της συλλογής, την ασυνήθιστη γλώσσα των ποιημάτων της και την ελεύθερη στιχουργία της, έκανε τη συζήτηση ιδιαίτερα
ενδιαφέρουσα. Ο Ανδρέας Καραντώνης χαρακτήρισε το βιβλίο ως «την πρώτη εκδήλωση καθαυτού ποιητικού μοντερνισμού»· ο Αλέξανδρος Αργυρίου ως «την πρώτη ποιητική συλλογή γραμμένη σε ελεύθερο στίχο»· «τυπικά πρώτη» ήταν η άποψή μου: «γιατί ως το 1930 ο Τ.Κ. Παπατσώνης είχε δημοσιεύσει τόσα ποιήματα σε μοντερνιστικό ελεύθερο στίχο, που, αν είχαν συγκεντρωθεί σε βιβλίο, θα αποτελούσαν μια στιβαρή ποιητική συλλογή». Όμως να που ένα ποιητικό βιβλίο, το οποίο δημοσιεύτηκε προ ημερών, έρχεται να επιβεβαιώσει τις απόψεις όσων πιστεύουν ότι εκείνα που συνέβαιναν κατά τη δεκαετία του 1920 στο πεδίο των νέων ποιητικών μας αναζητήσεων ήταν πολύ περισσότερα από τις όποιες μετρικές αναταράξεις του Καρυωτάκη. Το βιβλίο, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κίχλη και έχει τον τίτλο Ο κουρασμένος της ηδονής (και υπότιτλο «Εξομολογήσεις σ’ ελεύθερο ρυθμό») ήρθε στο φως
απρόσμενα. Περιλαμβανόταν στον ογκώδη τόμο με τίτλο Β. Π. Μεσολογγίτης: ο λογοτέχνης, ο ηθοποιός, ο συνδικαλιστής (Εκδόσεις Παπαζήση, 2010), που επιμελήθηκε η καθηγήτρια Χρυσοθέμις Σταματοπούλου-Βασιλάκου στο πλαίσιο ερευνητικού προγράμματος του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών.Ξεχασμένος ποιητής
Λίγοι θυμούνται σήμερα το όνομα του Βασίλη Μεσολογγίτη (1905-1988) που διετέλεσε πρόεδρος του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών (1955-1967, 1974-1975), ενώ ελάχιστοι το λογοτεχνικό του έργο. Και κανείς το βιβλίο “Ο κουρασμένος της ηδονής”, που το είχε «ξεχάσει» και ο ίδιος, αφού δεν το ανέφερε στον πίνακα των έργων του, τον οποίο παρέθετε στις ποιητικές συλλογές του. Δημοσιευμένο στις αρχές του 1926 και επανεκδιδόμενο σήμερα με εξαίρετη φιλολογική επιμέλεια της Αλεξάνδρας Σαμουήλ και άψογη τυπογραφική φροντίδα της «Κίχλης», το βιβλίο αποτελείται από μία ποιητική σύνθεση (σε εννιά μέρη) που δίνει τον τίτλο στο βιβλίο και από τέσσερα σύντομα «πεζά» ανάλογης ατμόσφαιρας με το ποίημα. Ακολουθεί ως «Επίμετρο» η μελέτη της Σαμουήλ «Ο ποιητής στην Πόλη.
Βασίλης Μεσολογγίτης: Μια πρώιμη μοντερνιστική φωνή» και ως παράρτημα η κριτική της εποχής για τα δύο πρώτα ποιητικά βιβλία του Μεσολογγίτη (1922,1923).
Η Σαμουήλ απαριθμεί τους λόγους για τους οποίου η ποιητική σύνθεση του Μεσολογγίτη έχει όλα τα χαρακτηριστικά ενός μοντερνιστικού ποιητικού έργου: Είναι γραμμένη σε πραγματικό ελεύθερο στίχο, διαφορετικό από τη σε ελευθερόστιχη μορφή λυρική πρόζα των ποιητών της εποχής· η ανθρωπογεωγραφία της είναι εκείνη μιας σύγχρονης μεγαλούπολης, μια Πόλης, που η περιγραφή της γίνεται με τρόπους ρεαλιστικούς, «όχι με εκείνους του παλαιού λυρισμού», με εικόνες και εκφράσεις «σύγχρονες και ασυνήθιστες ή νεοεμφανιζόμενες στην ποιητική γλώσσα της εποχής»· οι άνθρωποι αυτής της πολιτείας, όπως τους περιγράφει ο αφηγητής, που είναι νυχτερινός περιπατητής της, υποφέρουν από μία ψυχική αλλοτρίωση αποζητώντας απεγνωσμένα τη λύτρωση, έναν «κατακάθαρο αέρα», που «φυσάει μόνο στην έρημη εξοχή», και την «αγάπη» (τον εξαγνισμό και τη γαλήνη που προσφέρει η τέχνη με την
υπερβατική αρμονία της). Κάτι μας θυμίζουν όλα αυτά. Η ατμόσφαιρα του ποιήματος με τον νυχτερινό περιπατητή στους δρόμους της μας
οδηγεί, βέβαια, στον flâneur και στις εικόνες της «Πολυάνθρωπης πολιτείας» του Μπωντλαίρ, τον οποίο ο νεαρός Μεσολογγίτης γνώριζε ασφαλώς ως απόφοιτος της Λεοντείου, που ήταν γαλλική σχολή (άλλωστε δύο βιβλία μετάφρασης του Μπωντλαίρ είχαν εκδοθεί πρόσφατα). Όμως, το ποίημα του Μεσολογγίτη περιέχει και κάτι
περισσότερο από την είσοδο του ρομαντικού ποιητή στην Πόλη, που σημαδεύει την απαρχή του μοντέρνου στην ποίηση οδηγώντας στον μοντερνισμό. Γιατί περισσότερο απ’ όσο με τη Fourmillante cite του Μπωντλαίρ η Πόλη Μεσολογγίτη μοιάζει με την Unreal City του Έλιοτ, αφού το βίωμα που βαραίνει τον αφηγητή-κάτοικό της είναι ένα βίωμα ελιοτικής Έρημη Χώρας(1922). Η Σαμουήλ μάλιστα συσχετίζει τον Κουρασμένο της ηδονής με κάποια ποιήματα του Έλιοτ από τη συλλογή Προύφροκ και άλλες παρατηρήσεις (1917) – «Preludes», «Rhapsody on a Windy Night»- στα οποία πρωτοεμφανίζεται αυτό το βίωμα. Οι συσχετισμοί των κοινών εικόνων του είναι πειστικοί. Η Σαμουήλ βέβαια έχει επίγνωση του ανίερου αυτής της σύγκρισης. «Έχει νόημα;», ρωτά, αφού το ποίημα του Μεσολογγίτη δεν είναι επιτυχημένο καλλιτεχνικά: «Η δομή του δεν είναι καλά οργανωμένη, αρκετές εικόνες του είναι ανεπεξέργαστες, ο
ελεύθερος στίχος του είναι αμήχανος». Η απάντησή της είναι ότι η σύγκριση έχει νόημα, γιατί το ποίημα αυτό δείχνει ότι στην ποίηση της δεκαετίας το 1920 «συνέβαιναν πράγματα περισσότερα απ’ όσα έχει παρατηρήσει η κριτική».
Τίθεται, βέβαια, το ερώτημα, πώς ένας εικοσάχρονος ποιητής στην επαρχιακή – σε σύγκριση με το Παρίσι και το Λονδίνο – Αθήνα του 1926 μπόρεσε να γράψει ένα ποίημα σαν κι αυτό. Ο Έλιοτ ήταν τότε άγνωστος στην Ελλάδα, ο Μεσολογγίτης δεν ήξερε αγγλικά, και τα «ελιοτικά» στοιχεία του Κουρασμένου της ηδονής δεν μπορούν να εξηγηθούν από τη γνώση του της ποίησης του Μπωντλαίρ. Η Σαμουήλ πιθανολογώντας ότι ο Μεσολογγίτης, όπως και ο Έλιοτ,
γνώριζε και είχε γοητευθεί από την ποίηση του Ζυλ Λαφόργκ, συγκρίνει ομοιάζουσες εικόνες των τριών ποιητών που φαίνονται να αιτιολογούν τη σκέψη της.Σιωπηλή αποκήρυξη
Πριν από το 1926 ο Μεσολογγίτης, έφηβος ακόμη, είχε δημοσιεύσει δύο ποιητικές συλλογές (Σποραδικά, 1922· Ο κήπος με τα ηλιοτρόπια, 1923), η δεύτερη από τις οποίες, με τις ήπιες στιχουργικές ελευθερίες της, είχε εντυπωσιάσει τους κριτικούς της εποχής. Ο Τέλλος Άγρας έγραφε ότι «ο νέος ποιητής πλησιάζει να δέσει μια χορδή καινούργια στη νεοελληνική λύρα»· ο Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος σημείωνε ότι η συλλογή αποτελούσε «ένα γενναίο βήμα προς την κατάκτηση μιας πλούσια musicalité»· για τον Μιχ. Στασινόπουλο «ο νεαρότατος στιχουργός έπεσε σαν βόμβα μέσα στους φιλολογικούς κύκλους». Ωστόσο για τον Κουρασμένο της ηδονής οι κριτικοί αυτοί παρέμειναν άφωνοι. Η άρνησή τους ήταν σαφής. Ούτε βρέθηκε κάποιος άλλος για να επισημάνει τις, έστω ανώριμες, καινοτομίες του.
Ο ίδιο ο Μεσολογγίτης φαίνεται να αισθάνθηκε ότι με το ποίημά του αυτό είχε υπερβεί τα ποιητικά εσκαμμένα. Δεν δημοσίευσε νέο ποιητικό βιβλίο παρά 21 χρόνια αργότερα. Διαγράφοντας τον Κουρασμένο της ηδονής από τη μνήμη του, δημοσίευσε έντεκα ακόμη ποιητικές συλλογές στο ύφος ενός «γλυκερού λυρισμού ανθρωπιστικών τόνων, το οποίο καλλιέργησαν εκείνοι οι ποιητές που από τις πρακτικές του μοντερνισμού αποδέχτηκα μόνο τον ελεύθερο στίχο».”
- Μαρία Τοπάλη, Η Καθημερινή της Κυριακής, 16/1/2023
- Θάλεια Ιερωνυμάκη, Φρέαρ, 28/1/2023
- Γιάννης Αντωνιάδης, Bookfeed.gr, 8/5/2023



