ΕΝΑΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ βιογραφεί και αυτοβιογραφείται. Αφηγείται την ιστορία μιας νέας γυναίκας, η οποία ζει έγκλειστη επί δύο χρόνια στο διαμέρισμά της, βυθισμένη στη μοναξιά και το πένθος. Αναζητώντας τη λύτρωσή της, αποφασίζει να κατέβει στον Άδη με σκοπό να ανασύρει την πεθαμένη της μητέρα και να αναστήσει τον χαμένο γενέθλιο τόπο της.
Με φόντο αυτήν την ιστορία όπου ξεδιπλώνεται ο αντιφατικός δεσμός μητέρας-κόρης, ένα εκρηκτικό μείγμα αγάπης, ταύτισης, καταπίεσης και ανταγωνισμού, ο συγγραφέας ανατρέχει στις ήρεμες και ταραχώδεις στιγμές της πολυετούς συμβίωσης με τη γυναίκα του.
Μια φυγόκεντρη και πολυφωνική αφήγηση, στον ιστό της οποίας συνυφαίνονται όνειρα, εφιαλτικά θραύσματα μνήμης, παροξυσμικές παραισθήσεις και παραληρήματα, καθώς η εικόνα της πραγματικότητας θολώνει και παραμορφώνεται.
Κριτικές
Στην τρίτη εμφάνισή του, ο Χρήστος Χρηστίδης συνεχίζει να μας εκπλήσσει. Στην «Αυγή» ένας συγγραφέας αυτοβιογραφείται αφηγούμενος την τραγική ιστορία της γειτονισσάς του. Ισορροπώντας σε μια ζώνη λυκόφωτος ανάμεσα στα βασίλεια των νεκρών και των ζωντανών, τα κεφάλαια του βιβλίου περιπλανιούνται άναρχα στις εποχές και στους χρόνους των συμβάντων, όπως «μια νεκρή περιδινείται χαοτικά, σαν κβαντικό σωματίδιο, ανάμεσα στις κοτσίδες του χρόνου και του χώρου». Πολυεπίπεδο μυθιστόρημα, άλλοτε τρυφερό σαν παραμύθι και άλλοτε σκοτεινό σαν δυστοπικός εφιάλτης, χτίζεται και γκρεμίζεται, ξανά και ξανά, μπροστά στα μάτια του αναγνώστη
- Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, Το Βήμα, 17/12/2023
Υποβλητικό ταξίδι στον Άδη, μια απρόβλεπτη Νέκυια η οποία θα φέρει στον επάνω κόσμο μια μητρική φιγούρα έντονου ανταγωνισμού και ανεξέλεγκτης αγάπης και μια κόρη με αφόρητο και απαρηγόρητο πένθος. Διαπάλη μητέρας και κόρης, αλλά και πολλαπλές οπτικές γωνίες και στοχαστικές αναρωτήσεις για τον ρόλο του συγγραφέα και τις δυνατότητες της αφήγησης σε μια εποχή όπου τα πάντα παραμένουν ρευστά, προσωρινά και απροσδιόριστα.
Ο ΧΧ επιθυμεί να αναμετρηθεί με την θολότητα του επέκεινα, με την αβεβαιότητα που φέρνει το πέρας του χρόνου. Επιθυμεί δηλαδή να γράψει ξανά το ίδιο βιβλίο όπως και πριν, αλλά πιο τολμηρά, πιο σκοτεινά και πια από την σκοπιά τόσο αυτού που χάνεται και αυτού που έχασε. […]
Σε εκείνο του ΧΧ η φόρμα υπηρετεί την υπαρξιακή ανησυχία, η υπονόμευση της «ιστορίας» αναδεικνύει την αφηγηματική πρόθεση, ενώ το κολλάζ των διηγήσεων δημιουργεί ένα κράμα αναστημένου παρελθόντος και αποσιωπημένου μέλλοντος—όπως ακριβώς λειτουργεί ο θάνατος της μνήμης, πρώτα, και του σώματος μετά—, έστω κι αν δεν είναι ακριβώς ίδια η στάθμη τους καθ’ όλο το μήκος του κειμένου.