Ο Μωυσής Παναγιωτίδης, βιβλιοπώλης και συγγραφέας, αφηγείται και γράφει, νοσηλευόμενος σε θάλαμο του νοσοκομείου Σωτηρία. Οι προσωπικές αναμνήσεις και οι στοχαστικές –συχνά ευτράπελες και σαρκαστικές– καταγραφές του, που προσπαθούν να ξορκίσουν το φάσμα του θανάτου, εναλλάσσονται με τεκμήρια, σκόρπιες σημειώσεις και μυθοπλαστικές απόπειρες. Το σχέδιο ενός βιβλίου για τη Μαρία Πολυδούρη και τη Φιλησία Στάθη-Πουλιοπούλου όλο ξεστρατίζει· τα ανεπούλωτα τραύματα και τα φαντάσματα της προσωπικής ιστορίας συναντούν την ιστορία του νοσοκομείου, σκηνικό δραματικών γεγονότων που σφράγισαν την Ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας: από την κοινωνική απομόνωση των στιγματισμένων φυματικών στις αυτοσχέδιες παραγκουπόλεις, ώς τις αντιστασιακές δράσεις επί Κατοχής και τις πολιτικές εκτελέσεις στον περίβολό του.
Ένα θρυμματισμένο μυθιστόρημα-ψηφιδωτό για την ασθένεια και τη γραφή, την απώλεια που δεν ξεπερνιέται και την πατρότητα που δοκιμάζεται, τις πληγές που αφήνει η Ιστορία και τη μνήμη που παραμένει καταφύγιο απέναντι στη λήθη.
«Δεν ξέρω άλλο χώρο που να συμπυκνώνει τόσες σιωπές, τόσες κραυγές, τόσους αγώνες, τόσες ελπίδες και τόσες διαψεύσεις από τούτο το νοσοκομείο· εδώ η πρόσφατη ιστορία του τόπου αποτυπωμένη στα παλιά κτίρια, στο τοιχίο των εκτελέσεων, στο ρέμα που χώριζε τους αριστερούς απ’ τους εθνικόφρονες, στον πευκώνα που φιλοξενούσε τεκέδες και οίκους ανοχής, στους θαλάμους με τους φθισικούς που πέθαιναν σαν τις μύγες, και, κυρίως, στις δεκάδες βαλίτσες με τα μπογαλάκια και την αλληλογραφία των αζήτητων νεκρών και λοιπών ασθενών, που ανακαλύφθηκαν κρυμμένες σ’ έναν τοίχο».
«Θα μπορούσα, επίσης, να συνεχίσω την έρευνά μου στα αρχεία του Σωτηρία, στη βιβλιοθήκη και στο μουσείο, με την ελπίδα να βρω πληροφορίες για τον παππού Μωυσή. Να τον ανασύρω απ’ τ’ αζήτητα της οικογενειακής μνήμης, να δώσω μια εικόνα στη μορφή και μια ιστορία στη ζωή του. […] Δεν μ’ ενδιαφέρει τόσο η εξορία, ούτε η δήλωση μετανοίας, ούτε η περίθαλψή του στο Σωτηρία, ούτε ο εγκλεισμός του στο Δρομοκαΐτειο και στη Λέρο. Μόνο τι χρώμα είχαν τα μάτια του, αν ψεύδιζε έστω κι ελάχιστα, όπως εγώ, στο «σ», αν έστρεφε το βλέμμα του στον ουρανό τα βράδια, και τι ένιωθε όταν έβλεπε τη θάλασσα να φουρτουνιάζει».
«Μην ακούς τις ψεύτικες τις λέξεις, τις ξελογιάστρες, τις μαριόλες. Ένα ψέμα είναι που το λένε Σωτηρία. Δεν υπάρχει σωτηρία στο Σωτηρία. Ούτε ελπίδα ούτε έλεος. Εδώ μόνο ο θάνατος μας ελεεί».



