«Ο ήρωας του Εξώστη, για να γλιτώσει, καταφεύγει στην Αφρική. Αλλά, ενώ γλιτώνει από τους εχθρούς του, δεν μπορεί να διαφύγει την τιμωρία από τον κυριότερο κατήγορο: τον εαυτό του. Βλέπει οράματα, περνάει νύχτες και νύχτες αϋπνίας. Η μοναξιά, το κλίμα κ.λπ. τον σκοτώνει, όπως επίσης και οι αναμνήσεις. Τέλος, έπειτα από πολυετή παραμονή στην κόλαση της Αφρικής, δύο εφιαλτικά περιστατικά ανασκαλεύουν και ξεσκεπάζουν ένα παρελθόν που είχε κατορθώσει με τα ψέματα να κρύψει από τον εαυτό του. Η όλη ιστορία τελειώνει με τον ήρωα παίρνοντας την απόφαση ν’ αυτοκτονήσει κατά τον εξής τρόπο: Διώχνει τους υπηρέτες του, κόβει κάθε σχέση με τις γνωριμίες του (που έχει στην αποικιακή αυτή πόλη), και αποτραβιέται για πάντα στην έπαυλή του […], μέσα στην ενδοχώρα της ζούγκλας, αποφασισμένος να πεθάνει από την ασιτία, και από την ασφυξία που θα του εξασφαλίσουν τα διάφορα φυτά της Αφρικής, τα οποία, με τον γιγαντισμό και την επεκτατικότητα που τα διακρίνει, θα φράξουν μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα τις πόρτες, τα παράθυρα, κάθε άλλο άνοιγμα…»
Ν. ΚΑΧΤΙΤΣΗΣ, επιστολή στον Γ. Παυλόπουλο, 3.3.1963
«Στο βιβλίο έχω επιχειρήσει να δώσω την ατμόσφαιρα ενός ξενοδοχείου […], την τροπική ατμόσφαιρα, την ατμόσφαιρα της πολιορκίας, την ατμόσφαιρα του σπιτιού ενός, στη Γάνδη, και ιδιαίτερα του γραφείου του, που βλέπει προς ένα φθινοπωρινό κήπο, κ.λπ. — όλα κάτω από ένα αμυδρό φως, και ορώμενα πλαγίως κάπως, και όχι κατευθείαν».
Ν. ΚΑΧΤΙΤΣΗΣ, επιστολή στον Γ. Παυλόπουλο, 2.7.1964
Κριτικές
Πού θα μπορούσαμε να κατατάξουμε, τελικώς, το βιβλίο; Κείμενο που ερωτοτροπεί με το αλλόκοτο και το μυστηριώδες, αγχωτικό σαν σελίδα του Κάφκα, με ισχυρές δόσεις εξωτισμού (ως χώρος όπου ζουν τα πρόσωπα προσδιορίζεται η Αφρική), μα και με λεπτομερείς περιγραφές που εγγίζουν το μπαρόκ, νομίζω ότι παραμένει εκτός αμιγών ειδολογικών κατατάξεων. Η γοητεία του εξασφαλίζεται από τον τρόπο γραφής του και από την ακατάπαυστη περιδίνηση γύρω από τις εμμονές που ταλανίζουν τον αφηγητή.
Όπως άλλωστε συμβαίνει και στη λογοτεχνία του φανταστικού ή της «γοτθικής» παράδοσης, ο Καχτίτσης περνάει από τον κατ’ επίφαση ρεαλισμό στο όνειρο και στη φαντασίωση, με το αλλόκοτο και το δυνάμει λογικό να εισδύουν το ένα στο άλλο, συνυφασμένα. Το χάρισμα όμως που κυρίως τον διακρίνει και που επιτείνεται πολύ περισσότερο με την ιδιότυπη, μοναδική γλώσσα του, είναι ο από την αρχή έως το τέλος αινιγματικός χαρακτήρας των παλαιικών του ιστοριών, το ότι ιδρύουν το ανοίκειο παντού και το λατρεύουν με μυστικιστική αθωότητα.
Τελειώνοντας συνοψίζω τα στοιχεία εκείνα που κάνουν τον Εξώστη να διαβάζεται απνευστί. Πρώτα πρώτα το παιχνίδι της γραφής του Καχτίτση, ο τρόπος με τον οποίο ανατέμνει τη σκέψη, διαστέλλει τη φαντασία και χρησιμοποιεί τη γλώσσα. Χειρίζεται με τέχνη την αινιγματική διατύπωση, την υπερβολή, την επανόρθωση, την αποσιώπηση, μη διστάζοντας να υπονομεύσει ακόμη και την ίδια του την αφήγηση. Ύστερα το ιδιότυπο αφηγηματικό ταλέντο του συγγραφέα, ο οποίος, «με λοξή ματιά και όχι κατευθείαν», κινείται με γνώση και άνεση σε ρεαλιστικά, νεωτερικά ή μεταμοντέρνα πεδία, μαγεύει τον αναγνώστη, τον κρατά σε αδιάπτωτη ένταση και καταφέρνει να τον παρασύρει στις αχανείς εκτάσεις της ψυχής και των φανταστικών τόπων.
- Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, The Books’ Journal, Οκτώβριος 2012
Το μεταμοντέρνο πνεύμα και κλίμα του Εξώστη είναι πια ολοφάνερο. […] Πέρα από το παιχνίδι με τα είδη, οι καταστάσεις που αποδεσμεύει ο λόγος του ήρωα του Εξώστη διαγράφουν, όπως το έχουμε δει, μια θεαματική βουτιά στο κενό, αποτελώντας την επιτομή της μεταμοντέρνας διάλυσης και απορρύθμισης.
- Ηλίας Γιούρης, The Books’ Journal, Οκτώβριος 2012
Σε κάθε περίπτωση, το αυτοαναφορικό αφήγημα ακολουθεί μια πορεία επιταχυνόμενης παρέκκλισης από τον στόχο του: δεν είναι τόσο μια διαδικασία μέσα από την οποία ο αφηγητής γνωρίζει τον εαυτό του και ιχνηλατεί την προέλευση των αιτίων που τον έφεραν στην τωρινή δυσχερή του θέση, όσο μια διαδικασία μέσα από την οποία καταγράφει την αδυναμία του να διαμορφώσει μια οριστική σχέση με το παρελθόν του. […] Ο Καχτίτσης είναι έτσι ο μεγάλος είρων των αυτοβιογραφικών θεμάτων, αφού τα εκκενώνει από τις ψυχολογικές αξίες που είθισται να επικρατούν στην πραγμάτευσή τους. Αν χρησιμοποιεί τη φόρμα της εξομολόγησης, είναι μόνο για να αναδείξει την αδυναμία εγκαθίδρυσης ενός εσωτερικού χώρου, την αδυναμία διαμόρφωσης ενός αμιγούς εξομολογητικού πεδίου.
Τούτη η διάλυση του νοήματος, η απορρύθμιση, η ανυπαρξία οποιασδήποτε σταθεράς, και μαζί η άδηλη φύση των «εγκλημάτων» του Παπένγκους (όσο κι αν ο μεταγενέστερος Ήρωας της Γάνδης, μυθιστόρημα του Καχτίτση που εκδόθηκε το 1967, τον θέλει συνεργάτη του εχθρού κατά την πολιορκία της πόλης, και τον κινεί αριστοτεχνικά σε μιαν ατμόσφαιρα νοσηρών ερώτων, ηθικής σήψης, εξουθένωσης και θανάτων) και η διάρρηξη των ορίων αλήθειας και ψεύδους, προσδίνουν στον «Εξώστη» αυτό το αίσθημα του ασφυκτικού και του επείγοντος που τον καθιστά συγκλονιστικά σύγχρονο και εφιαλτικά εναργή.
- Ελπίδα Πασαμιχάλη, Book Bar, 26/9/2012
- Κωστής Παπαγιώργης, Lifo, 20/9/2012
- Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης, Lifo, 13/9/2012
- Γιώργος Αράγης, Μανδραγόρας, Φθινόπωρο 2012-Χειμώνας 2013
- Ξενοφών Μπρουντζάκης, Το Ποντίκι, 26/7/2012
- Γιάννης Μπασκόζος, Το Βήμα / Βιβλία, 15/7/2012
Το κείμενο κυλάει μέσα σε μια συνεχή αβεβαιότητα. Η ρευστότητα των όσων διαβάζει ο αναγνώστης υπονομεύεται τελικά με αποτέλεσμα, ενώ έχουμε ένα πλήρες αφήγημα με αρχή, μέση και τέλος, τελειώνοντας το μυθιστόρημα να μην έχουμε μάθει απολύτως τίποτε βέβαιο, ούτε καν το όνομα του αφηγητή.