Μεταμόρφωσε το παράδοξο σε επιχείρημα
Παραδοξολογία κι εξοντωτικό χιούμορ σε τρία δοκίμια του κορυφαίου συγγραφέα και δημοσιογράφου Γκίλμπερτ Κηθ Τσέστερτον
“Είναι δύσκολο να συλλάβει κανείς πως ο Γκίλμπερτ Κηθ Τσέστερτον (1874-1936) στα εξήντα δύο χρόνια που έζησε θα προλάβαινε να γράψει ογδόντα βιβλία, εκατοντάδες ποιήματα, θεατρικά έργα και τέσσερις χιλιάδες άρθρα και δοκίμια. Εγραφε όπως ανέπνεε αλλά ουδέποτε υπήρξε προχειρογράφος. Η γλώσσα του, που παραμένει αξεπέραστη, σπάει κόκαλα, ενώ τις παραδοξολογίες του είναι σχεδόν αδύνατον να τις μιμηθεί κανείς, και το χιούμορ του είναι πολύ συχνά πιο εξοντωτικό και από εκείνο του Μπέρναρ Σω, με τον οποίον υπήρξαν στενοί φίλοι. Αλλά ο μόνος συγγραφέας της εποχής του με τον οποίον θα τον συνέκρινε κανείς είναι, πιστεύω, ο Καρλ Κράους.
Εξαιρετικά δημοφιλής στον καιρό του, ιδίως για τις αστυνομικές ιστορίες του με πρωταγωνιστή τον πατέρα Μπράουν, την ειρωνική και ξεκαρδιστική νουβέλα του Ο άνθρωπος που τον έλεγαν Πέμπτη και την αξεπέραστη μελέτη του για τον Ντίκενς, ο Τσέστερτον είναι επιπλέον ο αδιαμφισβήτητος συνεχιστής της μεγάλης παράδοσης του Τζων Ράσκιν, του Τόμας Καρλάιλ και του Μάθιου Αρνολντ.
Καγχασμός και σαρδόνιο ύφος
Αλλά εκτός από τον πεζογράφο έχουμε και τον δημοσιογράφο Τσέστερτον – άλλωστε για τον ίδιον ο διαχωρισμός των ειδών της γραφής δεν έπαιζε μεγάλο ρόλο. Γνώριζε άριστα τις διαφορές στις εφαρμογές. Γι’ αυτό και στα δημοσιογραφικά του κείμενα δύσκολα μπορείς να ξεχωρίσεις τα άρθρα από τα δοκίμια. Οι αναγνώστες της χώρας μας έχουν την ευκαιρία να διαβάσουν σε ανεπίληπτη μετάφραση της Κατερίνας Σχινά, τρία από τα τελευταία: την
Ουτοπία τοκογλύφων, την Κόπωση της Φλητ Στρητ και την Τυραννία της κακής δημοσιογραφίας· να θαυμάσουν το ύφος του, να γελάσουν και να καγχάσουν με το σαρδόνιο ύφος του που διατρέχει κάθε παράγραφό. Ο εμμανής, σε άλλες περιπτώσεις, με τη θρησκεία Τσέστερτον, ο οποίος εγκατέλειψε την αγγλικανική εκκλησία για να ασπαστεί τον καθολικισμό και να τιμηθεί από τον πάπα, επιτίθεται στον καπιταλισμό, αλλά και στον σοσιαλισμό και στο σύνολο του πολιτικού συστήματος της εποχής του. Οδηγώντας, κατά την προσφιλή του μέθοδο, την παραδοξολογία στα άκρα τη μετατρέπει σε επιχείρημα, φτάνοντας κάποτε στο σημείο να σαρκάζει ακόμη και τον εαυτό του κλείνοντας το μάτι στους αναγνώστες (είμαι κι εγώ ένας από εσάς).
Μπαίνει κανείς στον πειρασμό να παραθέσει παραδείγματα – όμως τελικά αυτό μοιάζει εκ του περισσού: όλα τα κείμενα συντίθεται σε αξιοθαύμαστη συνοχή από παραδείγματα σχεδόν υπερρεαλιστικά, σαν να θέλει ο συγγραφέας να εξορκίσει το πλήθος των ανοησιών της εποχής του. Ομως ο κατεδαφιστικός του λόγος δεν αφήνει αλώβητο και το δημοσιογραφικό επάγγελμα (και σ’ αυτό μοιάζει με τον Καρλ Κράους). Το τρίτο από τα δοκίμιά του, Η κόπωση της Φλητ στρήτ εξηγεί πρώιμα την κατοπινή παρακμή της Φλητ Στρητ, που στα χρόνια του Τσέστερτον αποτελούσε τη Μέκκα του βρετανικού Τύπου.
Τεράστιο εκτόπισμα
Το εκτόπισμα του Τσέστερτον ήταν τεράστιο: τόσο πάνω στο χαρτί όσο και ως φυσική παρουσία. (Είχε ύψος 1,93 μ. και ζύγιζε 130 κιλά.) Σύμφωνα με τις μαρτυρίες των συγχρόνων του ο προφορικός του λόγος διέθετε τη σπιρτάδα και το ακατάλυτο χιούμορ του γραπτού.
Εμείς, ενενήντα χρόνια μετά τον θάνατό του μπορούμε να απολαμβάνουμε εδώ σχόλια όπως: «Κάθε άνθρωπος μπορεί να εγκωμιαστεί – και να εγκωμιαστεί δικαίως. Και μόνο που στέκεται στα δυο του πόδια πετυχαίνει κάτι που δεν μπορεί να κάνει μια αγελάδα». Ή αυτό το εξωφρενικό: «Είναι σαφώς ενοχλητικό, απ’ ό,τι λέγεται, να τινάζεις τα μυαλά ενός συνανθρώπου σου στον αέρα μ’ ένα περίστροφο και μετά ξαφνικά να θυμάσαι ότι ήταν ο μόνος άνθρωπος που ήξερε πού μπορείς να βρεις τα καλύτερα ρωσικά τσιγάρα».
ΜΠΟΞ
Τα δοκίμια αυτά γράφτηκαν μεταξύ 1913-1915 για τη σοσιαλιστική εφημερίδα Daily Herald κι εντάσσονται στα πλαίσια της ιδεολογίας του Τσέστερτον εκείνης της εποχής, ιδεολογίας που ήταν δημοφιλής τότε στους κύκλους των φαβιανών, οι οποίοι δεν είχαν μεγάλη σχέση με τα όσα πρέσβευαν οι μπολσεβίκοι. Ο συγγραφέας μιλά για την ουτοπία των κεφαλαιοκρατών αλλά –αντιστρόφως– εξίσου ουτοπικές ήταν κι οι δικές του ιδέες περί αναδιανομής της γης, την οποία θεωρούσε ως λύση για την αντιμετώπιση των δεινών τα οποία είχε προκαλέσει η βιομηχανική επανάσταση. Πέραν όμως αυτών, υπήρξε παραδοσιακός βρετανός διανοούμενος που, κατά το πρότυπο των κορυφαίων βικτωριανών, μπορούσε να μεταφέρει τις αφηρημένες ιδέες σε έναν σπινθηροβόλο λόγο χρησιμοποιώντας πρακτικά και απολύτως κατανοητά παραδείγματα.
Τα παραπάνω κείμενα είναι τεκμήρια της εποχής αλλά και της κατοπινής πορείας του Τσέστερτον, όπου ο χριστιανισμός είναι το κυριότερο χαρακτηριστικό της. Ο αναγνώστης που θέλει να σχηματίσει τη μεγάλη εικόνα δεν πρέπει να μείνει μόνο εδώ. Ο συγγραφέας από νεαρή ηλικία έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον για την τέχνη, που τη θεωρούσε σύμφυτη με τη βρετανική παράδοση, γι’ αυτό και στα δοκίμια του τόμου επιτίθεται με δριμύτητα εναντίον της διαφήμισης, που τη θεωρεί εξευτελισμό της τέχνης και όπλο στα χέρια άξεστων πολιτικών και κεφαλαιοκρατών, ένα είδος, κατά κάποιον τρόπο, πνευματικής δουλείας. Όταν η διαφήμιση εισβάλλει στην τέχνη, μας λέει, παράγονται σκουπίδια. Βρετανός παλαιάς κοπής ο ίδιος, έβλεπε μόνο τη μια πλευρά του νομίσματος. Ωστόσο δεν πρέπει να ξεχνά κανείς πως στα χρόνια που έζησε η Βρετανία ήταν η μεγαλύτερη αυτοκρατορία κι ως εκ τούτου τα κείμενα και τα βιβλία του είχαν μεγάλη απήχηση και στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού (δηλαδή τις ΗΠΑ). Αυτά που εισπράττει ο σημερινός αναγνώστης –διόλου λίγα– είναι η ατμόσφαιρα από το πολιτικό πνεύμα της εποχής (κι ας μοιάζει μακρινή) και το ασύγκριτο ύφος ενός μοναδικού στιλίστα που αφήνοντας το αποτύπωμά του στο παρόν ήταν σαν να μας υπενθυμίζει το πώς πρέπει να γράφεται ένα κείμενο υψηλών γλωσσικών κι εκφραστικών προδιαγραφών που μπορούν να το διαβάσουν και να το κατανοήσουν οι πάντες. Και κάτι επίσης εξαιρετικά σημαντικό: να διασκεδάσουν, όπως ασφαλώς διασκέδαζε κι ο ίδιος ο συγγραφέας γράφοντάς το.”