Η. Χ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ
ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΜΝΗΜΗ ΣΤΗ ΓΛΩΣΣΑ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΤΟΠΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ
Διηγηματογράφος ο οποίος ηλικιακά ανήκει στους συγγραφείς της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς, ο Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος τυπώνει το πρώτο του βιβλίο έναν μόλις χρόνο πριν από την πτώση της χούντας κι έτσι εμφανίζεται ουσιαστικά στα γράμματα την εποχή της μεταπολίτευσης, για να συνεχίσει το έργο του μέχρι τις ημέρες μας. Ο Παπαδημητρακόπουλος δεν θα πάψει σε όλη τη διάρκεια της παραγωγής του (παραγωγή από σκοπού μικρή το δέμας, τόσο ως προς τον αριθμό των βιβλίων της όσο και ως προς την έκταση των κειμένων τους) να αναδίνει την καθημερινότητα της ελληνικής περιφέρειας μετά τη λήξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και του Εμφυλίου: μια καθημερινότητα με τις με τις σοβαρές ή τις αστείες απώλειές της, αλλά και με τις λιγότερο ή τις περισσότερο ενθουσιαστικές χαρές της, στο κλίμα των καταγραφών ενός πάντα άγρυπνου παρατηρητή, που ξέρει να συμπυκνώνει το τυχαίο και το περαστικό, αλλά και το προσωρινό ή το αδιάφορο σ’ ένα στιγμιότυπο ικανό να αποκαλύψει το σύμπαν.
Είναι φανερό ότι όσοι διαβάσουν τον Παπαδημητρακόπουλο ως ηθογράφο ή χιουμορίστα, με κάποια απλώς ελλειπτική διάθεση στις περιγραφές και τις αναπτύξεις του, μάλλον θα χάσουν από τη αρχή το παιχνίδι. Και κάνω εκ των προτέρων αυτή την παρατήρηση, διότι στην επιφάνειά τους τα θέματα του συγγραφέα εμφανίζονται με μια παντελώς ανύποπτη μορφή, η οποία σίγουρα θα εξαπατήσει όποιον βιαστεί να περάσει αβρόχοις ποσίν τις σελίδες τους. Τι βλέπουμε από μια τέτοια άποψη, για να περάσω στην πρώτη περίοδο της διηγηματογραφίας του Παπαδημητρακόπουλου, στην Οδοντόκρεμα με χλωροφύλλη (1973) ή στα Θερμά θαλάσσια λουτρά (1980) και στον Γενικό Αρχειοθέτη (1989); Έναν σταθερά εξισωμένο με τον συγγραφέα και συνάμα ελαφρώς κουρασμένο από τη ζωή του αφηγητή, ο οποίος βάζει κατά κανόνα τον εαυτό του στο κέντρο της δράσης, για να διηγηθεί διάφορα καθημερινά συμβάντα από τα παιδικά και τα εφηβικά του χρόνια ή από ορισμένες φάσεις του επαγγελματικού του σταδίου (1). Οι αναμνήσεις από την Κατοχή και τον Εμφύλιο, οι οικογενειακές ώρες στο σπίτι ή στα παραθεριστικά θέρετρα της εποχής, οι πρώτες (της εφηβείας) ή και οι κατοπινές (της πρώτης νιότης) ερωτικές εμπειρίες, οι πολύτιμες στιγμές που αφιερώθηκαν στους φίλους, οι αργόσυρτοι κοινωνικοί ρυθμοί της επαρχίας και οι ξαφνικοί, προκλητικά αναίτιοι ή εξόφθαλμα παράλογοι θάνατοι προσώπων από όλο το φάσμα γνωριμιών του ήρωα – αφηγητή – συγγραφέα (τυχαίων και μακρινών γνωστών ή παλαιών συμμαθητών και αγαπημένων συναδέλφων) παρουσιάζονται και στις τρεις πρώτες συλλογές του Παπαδημητρακόπουλου με μιαν εύληπτη και ιδιαιτέρως λιτή φόρμα, που αναβιώνει σε αποσπασματικές όψεις και εικόνες την ατμόσφαιρα ενός κόσμου βυθισμένου εξ ολοκλήρου στο παρελθόν.
Ας δοκιμάσουμε, ωστόσο, να πάμε πέρα από την έντονη δροσιά και τη χάρη την οποία αποπνέουν ώς εδώ τα κομμάτια του συγγραφέα, χωρίς μολοντούτο να βάλουμε στην άκρη και τον συχνά μελαγχολικό ή πεσιμιστικό τους τόνο, κι ας ψάξουμε τις βαθύτερες, υπόγειες λειτουργίες τους. Για να βρούμε το κλειδί προς αυτή την κατεύθυνση, θα πρέπει να παρακολουθήσουμε συστηματικότερα τις αντιδράσεις του αφηγητή κατά την εξέλιξη των παρατιθέμενων γεγονότων. Και εν πρώτοις να δούμε τη μονίμως αποδραματοποιημένη ή αντιδραματική στάση του: όσο δυσκολότερες είναι οι καταστάσεις οι οποίες τον απασχολούν, τόσο περισσότερο μειώνεται η συναισθηματική θερμοκρασία της αντιμετώπισής τους – με πρόδηλο αποτέλεσμα την έμμεση, αλλά πολύ δραστική επίταση της σημασίας τους (2). Το δεύτερο στοιχείο στο οποίο οφείλουμε να σταθούμε, καθώς προχωρούμε, είναι το τέχνασμα της παρέλκυσης της προσοχής του αναγνώστη. Ο Παπαδημητρακόπουλος στρέφει πολλές φορές την αφήγηση στα επουσιώδη των ιστοριών του, αφήνοντας την ουσία να τεκμαίρεται μόνο δια της πλαγίου – λύση η οποία υποδεικνύει εντελέστερα την εκάστοτε μυστική του συνθήκη: το υπαρξιακό άγχος, την αγωνία του θανάτου ή την πικρή συναίσθηση μιας ανέκκλητης φθοράς. Ας μην παραλείψουμε ενόσω διατρέχουμε αυτό το φάσμα και ένα άλλο χαρακτηριστικό: τη διακριτική ειρωνεία και τον λεπτό αυτοχλευασμό μέσω των οποίων ο Παπαδημητρακόπουλος χειρίζεται το σύνολο της θεματογραφίας του, χωρίς να της επιτρέπει να χαλαρώσει, να βαλτώσει ή να σκουριάσει ούτε στιγμή.
Την τακτική της παρέλκυσης του αναγνώστη θα τη συναντήσουμε και στη Ροζαμούνδη (1995), που χωρίς να αποτελεί ακριβώς τομή στην πεζογραφία του Παπαδημητρακόπουλου, μοιάζει να της προσδίδει μια καινούργια διάσταση. Από τη μια πλευρά είναι σαφές ότι ο διηγηματογράφος εξακολουθεί να στρέφει τεχνηέντως το ενδιαφέρον μας στις μικρολεπτομέρειες των θεμάτων του (3), για να αποκαλύψει το πραγματικό τους μέγεθος μόνο κατά την έξοδο της δράσης, οπλίζοντας τον λόγο του με έναν βραδυφλεγή, αλλά πολύ δραστήριο μηχανισμό, που αφενός δημιουργεί έναν σταθερό ορίζοντα προσδοκίας (εκτρέφοντας μια καθ’ όλα νόμιμη περιέργεια) και αφετέρου εξουδετερώνει τις αισθηματολογικές παρενέργειες από το τυχόν δυσβάστακτο περιεχόμενο του μύθου. Από την άλλη, εντούτοις, μεριά η δομή και το στυλ της γραφής στη Ροζαμούνδη αλλάζουν κι ένα καινούργιο δεδομένο έρχεται να προστεθεί στα επινοήματα του εμπνευστή της: η γλώσσα του ονείρου. Σε συγγραφέα με την ιδιοσυγκρασία του Παπαδημητρακόπουλου, η μετατόπιση δεν θα μπορούσε εν ουδεμιά περιπτώσει να εξελιχθεί σε θέαμα. Τα πάντα στα κατ’ όναρ τοπία του ξεκινούν σαν να μην τρέχει το παραμικρό: πρόσωπα και πράγματα δείχνουν απολύτως κανονικά και αμετακίνητα στις θέσεις τους μέχρι το σημείο που κάτι αρχίζει (ανεπαίσθητα πρώτα, πιο έντονα μετά) να τα ταρακουνά και να τα απορυθμίζει. Τα σχήματα μπερδεύονται, οι ιδιότητες αντιμετατίθενται ή παραμορφώνονται, η χρονική αλληλουχία σπάει και οι νεκροί (ναι, οι νεκροί) βγαίνουν στο προσκήνιο για να συνομιλήσουν με τους ζωντανούς, άλλοτε περιπαικτικά και άλλοτε θλιμμένα. Στο μέσον των δρωμένων στέκει πάντα ο αυτοβιογραφούμενος αφηγητής, με μειωμένη, όμως, πια την παλαιότερη αυτοπεποίθησή του (όση αυτοπεποίθηση είναι δυνατόν να αντλήσει από τις υπαρξιακές ανησυχίες οι οποίες ξέρουμε πόσο επίμονα τον περιτριγυρίζουν), εφόσον η εγκατάλειψη στην αγκάλη των ενυπνίων δεν επιτρέπει ούτε την ειρωνική απόσταση ούτε την αιδήμονα σιγή του. Στις διηγήσεις του, εξ άλλου, παρεισδύουν τώρα όχι μόνο κομμάτια από το παρελθόν, που συγχέονται παράταιρα με το παρόν, αλλά και ψήγματα από μιαν υπερκείμενη πραγματικότητα, η οποία κινείται στην περιοχή του άλογου, του υπερφυσικού ή και του καθαρώς φανταστικού, χωρίς, πάντως, να βιάζεται να μας πείσει για τον εξωλογικό της χαρακτήρα (4). Τίποτε, βεβαίως, δεν γίνεται καθ’ υπερβολή αφού εκείνο που θέλει ο Παπαδημητρακόπουλος δεν είναι να μεταβάλει γένος, αλλά να ικανοποιήσει τους οικείους του σκοπούς με κάπως καινούργια μέσα.
Στην επόμενη βαθμίδα της κλίμακάς του ο Παπαδημητρακόπουλος θα εγκαταλείψει την ονειρική ενδοσκόπηση και θα συνδέσει την αυτοβιογράφηση με το απομνημόνευμα, την τοπιογραφία και το ταξιδιωτικό αφήγημα. Στα έργα Τόποι τέσσερις (1996) και Τόποι τέσσερις συν τρεις (2001) ο συγγραφέας θα επανακάψει στα κεντρικά ζητούμενα της θεματικής του και θα αποτίσει φόρο τιμής σε επτά τόπους που έθρεψαν και προσδιόρισαν ποικιλοτρόπως την ευαισθησία και τις εμπειρίες του. Ο λόγος είναι για το Καλπάκι Ιωαννίνων, και για τις υπηρεσίες του εκεί ως ανθυπιάτρου, για τον Πύργο, που είναι η γενέτειρα του, για τις λίμνες του Καϊάφα, της Μουργιάς και της Αγουλινίτσας, που τροφοδότησαν έντονα κατά καιρούς τις αισθήσεις του, για τη Νάουσα των νερών, στην οποία διατέλεσε φρούραρχος, για τη Νιγρίτα της Βισαλτίας, έναν τρομακτικό ερημότοπο, για την Ορεστιάδα, στην οποία βρέθηκε σε περίεργες στιγμές στα χρόνια της δικτατορίας, και, τέλος, για την Καβάλα, στης εξοχές της οποίας περιπλανήθηκε πολλές φορές με τη συντροφιά του Ν. Γ. Πεντζίκη. Και εν προκειμένω θα διακρίνουμε τον Παπαδημητρακόπουλο στις πιο λατρευτές του επιδόσεις: οι αστικοί ή υπαίθριοι χώροι του αναπλάθονται μέσα από την καθημερινή, βιωμένη ζωή τους, αλλά και με την ξαφνική, τελείως απρόσμενη γοητεία ή μυσταγωγία στην οποία υποβάλλει αναπότρεπτα κάποιαν ώρα τον παρατηρητή το χτιστό ή το φυσικό τους περιβάλλον.
Με την τελευταίο του τη συλλογή, που τιτλοφορείται Ο οβολός και άλλα διηγήματα (2004), ο Παπαδημητρακόπουλος επιστρέφει στην περιοχή των τριών πρώτων του βιβλίων (αν πιστέψουμε πως όντως απομακρύνθηκε, έστω και για λίγο, από κει), δίνοντας την έμφαση στα περιστατικά της παιδικής του ηλικίας: σε ευτράπελα συνήθως επεισόδια από τη σχολική και την οικογενειακή του ζωή κατά τη δεκαετία του ’30, που ανασύρονται στην επιφάνεια μακριά από το οποιοδήποτε ειδυλλιακό και νοσταλγικό πνεύμα, και με τη δοκιμασμένη μέθοδο της συναισθηματικής αποσύνδεσης από πρόσωπα και καταστάσεις του χρόνου ανάκλησης. Όσο για εκείνα που συμβαίνουν στον παροντικό χρόνο του αφηγητή, ο οποίος πολλές φορές δεν αφήνει τη μνήμη του να πετάξει στο παρελθόν με όση επιθυμία θα λαχταρούσε, δεν μπορεί παρά να μας οδηγήσουν στην άλλη μέθοδο του συγγραφέα, στην τεχνική της μετατόπισης ή της απώθησης της τραυματικής εμπειρίας – μια τεχνική, εντούτοις, η οποία ξέρουμε πως έχει επινοηθεί όχι για να συγκαλύψει, αλλά για να φωτίσει και να αποκαλύψει. Μια αδιόρατη μεταβολή, μια ελάχιστη μετατόπιση της οπτικής γωνίας, και ξαφνικά βρισκόμαστε μέσα σ΄ένα βουβό, αλλά με σάρκα και οστά δράμα, που θα συγκλονίσει απροειδοποίητα μιαν ανθρώπινη ύπαρξη – κι εδώ ας αφήσουμε τον διαχωρισμό μεταξύ παρελθόντος και παρόντος μια και το παρελθόν, με όλη την παιδική του αύρα, δεν αποκλείεται να πλημμυριστεί κάποτε, σε κάθε επίπεδο και στρώμα του, από το σκοτάδι. Ως προς το καθαρό παρόν, αρκούν, φαντάζομαι, πάντα με την ίδια μέθοδο σμιλεμένοι, ο όγκος της σημασίας και του βάρους του θανάτου, αλλά και ο ανήμπορος και εξ αρχής σπρωγμένος στην απόγνωση κόσμος του κοινωνικού περιθωρίου.
Καταφανής είναι στον Οβολό η παρουσία και η λειτουργία της λόγιας γλώσσας, για την οποία ας μου επιτραπεί να κάνω μια συνολική υφολογική παρατήρηση, ολοκληρώνοντας τη διαδρομή μου στη διηγηματογραφία του Παπαδημητρακόπουλου. Ο άνθρωπός μας, είτε στα μέσα της δεκαετίας του ’70 τον πιάσουμε να γράφει είτε στα εντελώς τελευταία δείγματά του του, δεν είναι ένας άγευστος και άοσμος καθαρολόγος, έτοιμος να εξακοντίσει εναντίον μας την πρώτη πομφόλυγα που θα κατεβεί στο κεφάλι του, αλλά, αντιθέτως, ένας λεπταίσθητος σαρκαστής (έχουμε, νομίζω, πλέον μια σαφή ιδέα για το πώς χειρίζεται την ειρωνεία του), που χωρίς να ανεβάζει ποτέ τους τόνους του, επιτρέπει στον αναγνώστη να συμπληρώσει κατά το δοκούν τα κενά τα οποία εσκεμμένα ανοίγει στο μέτωπο κατά παντός δεδηλωμένου ή αφανούς στόχου του.
Δεν υπάρχει, νομίζω, η ελάχιστη αμφιβολία πως ο Παπαδημητρακόπουλος φτάνει στην ωριμότητά του από τον καλύτερο δρόμο, αποδεικνύοντας με πόση συνέπεια και προσήλωση εφάρμοσε σε όλους τους σταθμούς της πορείας του τους σκοπούς τους οποίους από πολύ νωρίς έθεσε και αποσαφήνισε για τη δουλειά του.
- Την ταύτιση συγγραφικού προσώπου και αφηγητή στο έργο του Η. Χ. Παπαδημητρακόπουλου αναδεικνύει ωραία ο Αλέξανδρος Κοτζιάς: Ο αφηγητής ονομάζεται Ηλίας ή Λιάκος, έχει γεννηθεί γύρω στα 1930 και μεγαλώσει στον Πύργο αφού και όποτε η επαρχιακή πόλη παραμένει ανώνυμη είναι σταφιδοπαραγωγός και συνδέεται σιδηροδρομικώς με το κοντινό επίνειό της (το Κατάκωλο), ο πατέρας του Χαράλαμπος ή Λαμπάκης, δικηγόρος και τοπικός παράγοντας, πέθανε νέος στην Κατοχή, μετά τον τερματισμό της οποίας ο αφηγητής τελειώνοντας το τοπικό Γυμνάσιο σπούδασε στη στρατιωτική ιατρική σχολή και έκτοτε υπηρετεί ως στρατιωτικός γιατρός (…) Δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ότι ως αφηγητής εμφανίζεται πάντοτε ο Ηλίας Χαραλάμπους Παπαδημητρακόπουλος.Βλ. Αλέξανδρος Κοτζιάς «Ο πεζογράφος Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος», περιοδικό Γράμματα και Τέχνης, Β’ περίοδος, Φεβρουάριος 1991, τεύχος 61. Για το ίδιο θέμα παρατηρεί στην κριτική της για τον Γενικό αρχειοθέτη, δημοσιευμένη με τίτλο «Η μνήμη είναι…» στην εφημερίδα Η εποχή της 25ης Νοεμβρίου 1990, η Μάρη Θεοδοσοπούλου: Το βιογραφικό σημείωμα του συγγραφέα είναι συνήθως ο οχληρός συνοδοιπόρος του λογοτεχνικού κειμένου` στην περίπτωση του Η. Χ. Π. τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ήρωα δανείζονται από το πρόσωπο του συγγραφέα.
- Ο Σπύρος Τσακνιάς υπογραμμίζει τη μόνιμη απόσταση του αφηγητή από τα αφηγούμενα, σημειώνοντας πως ο Παπαδημητρακόπουλος προσπαθεί να δημιουργήσει μια ζώνη ασφαλείας ανάμεσα στον ίδιο και στις συναισθηματικές συμφύσειςοι οποίες τον δένουν με το βιωματικό υλικό του. Βλ. το λήμμα του ίδιου για τον Παπαδημητρακόπουλο στον Στ’ τόμο της Μεταπολεμικής πεζογραφίας των εκδόσεων Σοκόλη, 1988.
- Για τα προσχηματικά εφευρήματα του Παπαδημητρακόπουλου στη Ροζαμούνδη, βλ. την κριτική του Γιώργου Αράγη στο περιοδικό Πλανόδιον, Δεκέμβριος 1996, τεύχος 26.
- Για να το πω με τα λόγια του Παντελή Μπουκάλα, η τεχνική του Παπαδημητρακόπουλου εν προκειμένω μπορεί να νομιμοποιήσει το παράδοξοκαι να παραδώσει σαν φυσικό το απίθανο. Βλ. Παντελής Μπουκάλας «Μεταξύ του λογικού και του παράδοξου. Τα διηγήματα της συλλογής Ροζαμούνδη του Ηλία Χ. Παπαδημητρακόπουλου», εφημερίδα Η Καθημερινή, 14 Νοεμβρίου 1995. Για το ίδιο θέμα, βλ. και τη σχετική κριτική του Δημήτρη Δασκαλόπουλου, δημοσιευμένη με τίτλο «Η γοητεία της αφήγησης» στην εφημερίδα Τα Νέα της 16ης Αυγούστου 1995, όπου η ονειρική λειτουργία των κομματιών της χαρακτηρίζεται υπερρεαλιστική.