
Αὐτοπροσωπογραφία
Ἐσύ, θέλω νὰ μοῦ γράφεις. Τὰ λόγια ἔχουν βαρύ, σαρκῶδες σῶμα. Σ’ τὸ λέω ἐγὼ ποὺ χόρεψα στὰ δάση τῆς Φολόης γιὰ χάρη μιᾶς βελόνας γραμμοφώνου. Ποὺ πέρασα κάτω ἀπὸ ὀξιὲς μὲ τὸ μικρό μου ὄνομα. Ἐγώ, μιὰ χωριάτισσα τοῦ κάμπου. Βυθίζοντας σὲ κοῖλο δισκοπότηρο τὴ δρύινη ψυχή μου. Ἱκανὴ γιὰ μεγάλους θανάτους, ἐγώ.
Μνήμη
Ἔτσι θὰ σὲ ἤθελα, μνήμη. Ἀμίλητη, μὲ παφλασμὸ ὑπάκουο στὴ μυρωδιὰ τῶν μήλων. ῍Η ὅπως πέφτουν βαριὲς σταγόνες στὴν ἐπιφάνεια τοῦ νεροῦ. Ποῦ καὶ ποῦ νὰ στέλνεις σημάδι ἀναγνώρισης παραβιάζοντας τὴν εἴσοδο τῆς σπηλιᾶς. Γιατὶ ἀπόψε τρέχεις. Θὰ μὲ ξεκάνεις.
῞Εως Δευτέρας Παρουσίας
Ἀπόψε σὲ ὀνειρεύτηκα. Ἤμουν πρωί, οἱ πλαγιές μου ἄστραφταν, τὰ μάτια σου κυλοῦσαν πάνω μου μὲ κρότο. Φοροῦσα χρόνια καλοκαιρινὰ καί, ἐννιὰ ἡ ὥρα ποὺ νυχτώνει, σοῦ εἶπα τ’ ὄνομά μου. Μάρθα. Γεννήθηκα μιὰ Τρίτη τῶν ἀγρῶν, δὲν ἔπαψα ποτὲ νὰ σὲ λατρεύω. Τόσα χρόνια πέρασαν, δὲν φάνηκες καὶ σὲ περίμενα. Φόρεσα στολίδια, ἄλλαξα προσόψεις, μιλοῦσα γλῶσσες πολλές, οἱ περισσότερες ἐκ στήθους. Καὶ ἦρθες ἀπὸ τὴ Μαύρη Θάλασσα, γιὰ τὸ δικό μας στόμα. Μὲ τὰ πολλά σου δάχτυλα, μὲ τὶς ἑξήντα σφαῖρες. Καὶ ἔπλυνες τὰ πόδια μου καὶ τὶς ζωές μου ὅλες, γάζωσες συνήθειες, κλειδαριές, κι ἂν δὲν ξυπνοῦσα, ποιός ξέρει σὲ τί ὑπόγεια θά ’χες κατεβεῖ, ἐσύ, ὁ μαῦρος, ὁ χλωρός. Τώρα δένω τὸ πόδι σου στὸ κάγκελο τοῦ κρεβατιοῦ. Ἕως Δευτέρας Παρουσίας.
Σύντομο βιογραφικὸ
Γεννήθηκα στὴν Αὐστραλία. Τὸ μόνο ποὺ θυμᾶμαι εἶναι οἱ καλλίγραμμες γάμπες τῆς μητέρας μου. Τεσσάρων ἦρθα στὴν Ἑλλάδα. Σ’ ἕνα χωριὸ τοῦ κάμπου. Μεταξὺ καμπαναριοῦ καὶ ἐλαιώνων, ξεκίνησα νὰ λέω ψέματα. Ἀπὸ τότε, ἀδιαλείπτως, λέω ψέματα. Ὅταν πάψω, θὰ ἔχω πεθάνει. Ἂν ἤμουν κάτι, θὰ ἤμουν στόμα. Μοιάζω πολὺ στὸν πατέρα μου. Πιστεύω στὸν Θεὸ καὶ στὸ χῶμα. Τὰ ἔχω δοκιμάσει καὶ τὰ δύο. Τὸ δεύτερο, μιὰ βροχερὴ μέρα μὲ γεύση ἀπὸ χρυσάνθεμα. Ἀπεχθάνομαι τὰ συνδετικὰ ρήματα καὶ δείχνω μιὰ προτίμηση στὰ παθητικά. Στὸν ἔρωτα διδάχτηκα τὴ λατρεία καὶ τὴν ἀυπνία. Μοῦ ἀρέσουν οἱ ἱστορίες καὶ τὰ ποιήματα. Περισσότερο ἀπὸ τοὺς ποιητές. Ἀλλὰ κάποιους τοὺς ὀνειρεύτηκα νὰ μὲ πηγαίνουν βαρκάδα. Τὸν Σολωμὸ κι ἄλλον ἕναν. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ποιήτρια. Ἀπαγγέλλω ὅμως σὰν νὰ εἶμαι. Καὶ θέλω πολὺ νὰ γεράσω. Γιὰ νὰ ἔχω μιὰ ζεστὴ παλάμη σὰν τῆς γιαγιᾶς μου.
Ἔναστρο χῶμα, ἐπιμένω
Αὔγουστος. Χρυσὸ φῶς καὶ συκόγαλα. Βραδιάζει κι ἐσὺ ἑτοιμάζεσαι. Ἔναστρο χῶμα, σοῦ λέω. Ἔναστρο χῶμα, ἐπιμένω.
Καμπαναριὸ μὲ σύννεφα. Οἱ φορὲς ποὺ ἀνεβαίνω μόνη εἶναι περισσότερες. Κρατῶ ἀγκίστρια καὶ ἐπινοῶ τὶς ἱστορίες μου. Θητεία στὴ γῆ τοῦ οὐρανοῦ ἐπὶ μακρόν. Κατεβαίνω κι ἀφήνω στὰ πόδια σου καρπούς.
Ξύπνησα μὲ τ’ ἀμυγδαλωτά σου μάτια. Ἥλιος τοῦ καλαμποκιοῦ.
Αὐτὴ τὴ φορὰ δὲν χρειάστηκε νὰ σὲ φωνάξω. Μέσα ἀπὸ τοὺς λόφους ἄκουσα τὴ φωνή σου. Καθίσαμε. Ἄφησες τὰ ρόδια στὸ τραπέζι. Πατέρα, ἔχει πολὺ φῶς ἐδῶ. Πῆρα τὶς παλάμες σου στὰ χέρια μου. Ὅπως διασχίζεις ἕναν θρίαμβο. ῍Η ὅπως ἀπεκδύεσαι μιὰν ἐγκατάλειψη. Γιὰ λίγο. Ἄτμητη.
Τσάι στὴ Σαχάρα
Στὸ Ait Ben Haddou τὰ σπίτια ἔχουν μιὰ περίεργη ἀντήχηση. Χαϊδεύοντάς τα, ἀκοῦς μουσική. Εἶναι κάτι σὰν πνευστὰ τῆς ἐρήμου. Ὁ ἥλιος εἶναι ἕνα τεράστιο μπαλόνι. Ἀκόμα καὶ ὁ Klee θὰ τὸν ζήλευε. Τόσα καὶ ἄλλα τόσα μοῦ ἔλεγες. Ὅτι θὰ μοῦ ἀγοράσεις ἕναν μεγάλο καθρέφτη, τὸ κρουστό μου δέρμα δὲν θὰ πεθάνει ποτὲ ἐδῶ. Θὰ ἀνταλλάσσουμε οὐλές, θὰ πίνουμε κρύο τσάι, ἡ φωνὴ τῆς ἐρήμου εἶναι στεγνή, κολλάει ἐπάνω μας εἰς σάρκα μίαν, νὰ πᾶμε πρὶν περάσουνε τὰ χρόνια, κάθε μέρα θὰ προσθέτεις καὶ ἕνα φυλλαράκι μου στὸ φυτολόγιό σου.
Δὲν πήγαμε. Ὅπως δὲν ζήσαμε, ὅπως δὲν γεράσαμε μαζί. Καὶ τώρα πές μου, ποιητή –τί γύρευα στὴ Λάρισα, ἐγώ, μία Λερναία.
Ἅδης ἁπαλῶς
Ἐπιστρέφεις. Ἐσὺ κι ὅλες μαζὶ οἱ νύχτες. Ἐπὶ πίνακι, φωνάζουν τὰ Εὐαγγέλια. Ἅδης ἁπαλῶς, λέω ἐγώ. Τὰ ὄνειρα σὲ θέλουνε δανδή, ἐγὼ σὲ θέλω ὀροσειρά, ποτάμι δρύινο νὰ μὲ κατηφορίζεις ἀπ’ ἄκρη σ’ ἄκρη. Νὰ σοῦ χορεύω. Ἀλληλούια καὶ ραγίσματα νὰ σοῦ χορεύω. Νὰ σαλεύεις σκιόφωτα καὶ ἐγὼ ἡ ἀσεβής, ἡ εὐλαβοῦσα ἐγώ, νὰ κουδουνίζω. Ἐνίοτε νὰ δύω στὰ νερά σου. Καὶ στὴν κακιὰ τὴν ὥρα μήν – τὸ σκουληκάκι μου βυθίσεις.
Πρωινὸ μὲ τὴ Μάτση
Λάβα καὶ σήμερα. Τὸ θερμόμετρο θ’ ἀγγίξει τοὺς σαράντα. Βηματίζεις στὰ μπροστινὰ παράθυρα, μαύρη τρομερὴ βαρκούλα. Ἂς ποῦμε ὅτι ὑπαγορεύεις στὸν καιρὸ τὶς διαθέσεις σου. Ἐπιτέλους νὰ φύγει. Χυμένη στὸ καλούπι της, μακριὰ ἀπὸ σένα. Ἐκθαμβωτικὴ καὶ βάρβαρη, δὲν σὲ νοιάζει πιά, ἂς λιώσει στὴν Ὁδὸ τῶν Φιλελλήνων. Αὐτὴ ποὺ ἔκαιγε ὅ,τι ἔβρισκε μπροστά σου. Ἡ φλόγα.
Ἀντηλιά, χαμηλώνεις τὰ μάτια. Μοῦ χαϊδεύεις τὰ μαλλιὰ καὶ ξαφνικὰ γελᾶς. Θὲς νὰ ξαναγίνεις Ματαρόα, σπάσιμο κυμάτων, γυναίκα πολυνησιακὴ μὲ μάτια μεγάλα. Ν’ ἀναληφθεῖς κι ὅσα ἔμαθες, ὅλα νὰ τὰ ξεχάσεις. Ἐκτὸς ἀπὸ τὸ θρόισμα αὐτό, κάτι σὰν βὰλς ρούχων ποὺ ξετυλίγονται στὸ πάτωμα. Τώρα ἡ βεντάλια τῆς φούστας σου ξεφυλλίζει ξερὰ τὸν χρόνο. Ὤ, Μάτση, πλησιάζεις. Μὲ φῶς καὶ μὲ θάνατον. Ἀκαταπαύστως.
Ἰσιδώρα ἅπαξ
Μὲ λένε Αὐγούστα καὶ Κονστάνς, κάποιοι μὲ φωνάζουνε Κωστούλα. Τὸ λέω δίς, τὸ λέω τρίς, ἔχω πολλὰ ὀνόματα, τὰ πιὸ πολλὰ μὲ τρύπες. Σκέψου λοιπόν, σκέψου, λέω, μὲ τὸ βαρύ μου κόκκινο νὰ σοῦ ξαναχορέψω. Τὰ ἔναστρα σοκάκια ἦταν μιὰ τρέλα, πρέπει νὰ τὸ παραδεχτεῖς. Μιὰ νύχτα ἐξαιτίας σου ὑπῆρξα Ἰσιδώρα καὶ τρίξαν τὰ λιθόστρωτα καὶ τὰ ἑπτά μου πέπλα καὶ τὰ μαλλιά μου λύθηκαν καὶ μείναμε γιὰ πάντα – νέοι.
Ὅσο γιὰ τὰ ὑγρά σου μάτια, τὰ ἀετίσια, πλήρωσαν ὅλα τὰ σπασμένα. Τώρα δὲν ἔχω φλογισμένα μάγουλα, λύθηκαν τὰ μάγια.