
Δύο συναντήσεις μὲ βαθύ, ἀνεξάλειπτο ἀποτύπωμα
Ὁ Τύπος τῆς ἐποχῆς χαρακτήρισε ἐπιτυχημένη καὶ ἄκρως ἐλπιδοφόρα τὴν εἴσοδο τῆς «γνώσης» στὸν ἐκδοτικὸ χῶρο.
Τὸν ἑπόμενο χρόνο, φθινόπωρο τοῦ 1982, τύχη ἀγαθὴ τὸ ἔφερε νὰ γνωρίσω στὴ Σχολὴ Μωραΐτη τὸν ἱστορικὸ Βασίλη Κρεμμυδά, τότε καθηγητὴ στὸ Λύκειο αὐτοῦ τοῦ πρότυπου ἐκπαιδευτηρίου. Γνωριστήκαμε καλά, κάναμε παρέα, γίναμε κουμπάροι καὶ στενοὶ φίλοι. Μοῦ γνώρισε τὸν μέγα στοχαστὴ Παναγιώτη Κονδύλη. Ἀπόντες καὶ οἱ δυὸ σήμερα, ὡσεὶ παρόντες ὅμως μὲ τὸ σημαντικὸ καὶ πολυσχιδὲς ἔργο ποὺ ἄφησαν στὴ νεότερη ἑλληνικὴ γραμματεία. Ὁ Κρεμμυδὰς ἦταν βαθὺς γνώστης τῆς ἱστορίας τοῦ νεότερου ἑλληνικοῦ κράτους καὶ τῆς διαμόρφωσης τῆς οἰκονομίας τὸν πρῶτο μετε-παναστατικὸ αἰώνα. Πίστευε στὴν κατὰ τὸ δυνατὸν καταγραφὴ τῆς ἱστορικῆς ἀλήθειας ἀκόμη καὶ στὰ σχολικὰ ἐγχειρίδια. Αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν ἀλήθεια κατέγραψε, μαζὶ μὲ ἀξιόλογους συνεργάτες του, σὲ μιὰ σειρὰ ἐγχειριδίων γιὰ τοὺς μαθητὲς τῶν Γυμνασίων καὶ τῶν Λυκείων τῆς χώρας. Παρὰ τὴ σχετικὴ ἐκδοτικὴ ἐπιτυχία αὐτῆς τῆς σειρᾶς, δὲν θὰ ἔλεγα πὼς ἐκτιμήθηκε δεόντως ἀπὸ τὴν ἐκπαιδευτική μας κοινότητα. Ἴσως παρουσιάστηκε ἐνῶ δὲν ἤμασταν ἀκόμη ἕτοιμοι νὰ δεχτοῦμε αὐτὲς τὶς ἀλήθειες.
Ὁ Κρεμμυδὰς διετέλεσε κατόπιν καθηγητὴς Ἱστορίας στὴ Φιλοσοφικὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου Κρήτης καὶ στὸ ΕΚΠΑ.
Ἄνοιξη τοῦ 1983. Ὁ Βασίλης Κρεμμυδὰς ἦρθε ἕνα πρωὶ στὸ γραφεῖο μου μὲ τὸν Παναγιώτη Κονδύ-λη, γιὰ τὸν ὁποῖο μοῦ εἶχε πεῖ πολλὰ καὶ τὸν ἐκτιμοῦσε ἰδιαίτερα. Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ὁ Κονδύλης ἦταν ἤδη ἕνας ἐπιτυχημένος συγγραφέας καὶ ἰδιαίτερα δημοφιλὴς φιλόσοφος-στοχαστὴς στὴ Γερμανία. Εἴχαμε ἀκριβῶς τὴν ἴδια ἡλικία. Συζητήσαμε ἀρκετὴ ὥρα. Ἦταν ἰδιαίτερα ἑλκυστικὸς συζητητής, εἶχε χιοῦμορ, ἡ κουβέντα μαζί του ἦταν εὐχάριστη καί, ὅπως θὰ ἀνακάλυπτα καὶ στὸ μέλλον, εἶχε πάντα ξεχωριστὸ ἐνδιαφέρον. Προσπάθησα νὰ τοῦ παρουσιάσω τὶς ἐκδοτικές μου φιλοδοξίες. Σ’ αὐτὴ τὴν πρώτη μας συνάντηση μοῦ πρότεινε τὴν ἔκδοση μιᾶς σειρᾶς κλασικῶν βιβλίων πολιτικῆς, στοχασμοῦ καὶ φιλοσοφίας τὴν ὁποία ἦταν διατεθειμένος νὰ ἐπιμελεῖται καὶ νὰ διευθύνει. Μοῦ ἐξήγησε πὼς ὁ ἴδιος θὰ συμμετεῖχε στὴ μετάφραση κάποιων ἀπὸ τὰ βιβλία αὐτὰ καὶ κάποια ἐνδεχομένως νὰ τὰ σχολίαζε. Δὲν χρειάστηκε νὰ ἐπιχειρηματολογήσει περισσότερο. Τὸν ρώτησα πῶς θὰ ὀνομάζαμε τὴ σειρὰ αὐτή. Ἦταν προετοιμασμένος καὶ μοῦ ἀπάντησε ἀμέσως: «Φιλοσοφικὴ καὶ Πολιτικὴ Βιβλιο-θήκη». Εἶχα τὴ «γνώση», δὲν ἤμουν ὅμως σὲ θέση, δὲν εἶχα τότε τὴ γνώση καὶ τὴν ὀξυδέρκεια νὰ ἐκτιμήσω τὸ μέγεθος καὶ τὴ σημασία τῆς πρότασης τοῦ Κονδύλη. Σήμερα, βλέποντας τὰ πράγματα σὰν ἕνας μακρινὸς ἐξωτερικὸς παρατηρητής, μὲ περισσὴ βεβαιότητα δηλώνω πὼς καὶ μόνο ἡ σειρὰ αὐτὴ θὰ ἀρκοῦσε ἀπολύτως γιὰ ν’ ἀφήσει τὸ ἀνεξίτηλο, θετικὸ ἐκδοτικό της ἀποτύπωμα σὲ ὁποιονδήποτε ἐκδοτικὸ οἶκο. Συμφωνήσαμε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ σὲ ὅλα ὅσα μοῦ ζήτησε.
Ὁ Κονδύλης ἦταν ἕνας χαλκέντερος μελετητὴς ἀλλὰ καὶ ἕνας καθ’ ὅλα καθημερινὸς ἄνθρωπος. Μελετοῦσε καὶ ἔγραφε ἀκατάπαυστα. Ποῦ καὶ ποῦ ἔπαιζε τάβλι κι ἔβλεπε ποδόσφαιρο στὴν τηλεόραση. Τοῦ ἄρεσε τὸ καλὸ φαγητὸ καὶ τὸ κόκκινο κρασί. Παρέα μὲ τὸν Κρεμμυδὰ καὶ μὲ τὸν Κωστὴ Παπαγιώργη ἐπισκεφθήκαμε δυὸ τρεῖς φορὲς μερικὰ μεταμεσονύκτια σκυλάδικα τῆς Ἀθή-νας. Ὁ Παπαγιώργης, παλιὸς τρόφιμος τῶν οἴκων αὐτῶν, ἦταν ὁ ὁδηγός μας. Οἱ ὑπόλοιποι ἀκολου-θούσαμε. Νομίζω πὼς ὁ Κονδύλης ἀκόμη καὶ σὲ τέτοιους χώρους μελετοῦσε.
Πολὺ σύντομα συνέταξε καὶ μοῦ παρουσίασε τὸ πρῶτο τριετὲς σχέδιο γιὰ τὴ Φιλοσοφική μας Βιβλιοθήκη. Περιεῖχε σημαντικὰ κλασικὰ ἔργα τῆς ἀνθρώπινης σκέψης καὶ τῆς ἱστορίας τῶν ἰδεῶν. Δὲν ἔχει νόημα νὰ ἀναφέρω τὸν πλήρη κατάλογο. Δειγματοληπτικὰ μόνο ἀναφέρω ἐδῶ μερικοὺς τίτλους: Λέο Στράους, Φυσικὸ Δίκαιο καὶ Ἱστορία, Ὄλοφ Ζίγκον, Βασικὰ προβλήματα τῆς ἀρχαίας φιλοσοφίας, Μαρσὲλ Γκρανέ, Ἡ κινεζικὴ σκέψη, Χέλμουτ φὸν Γκλάζεναπ, Ἡ φιλοσοφία τῶν Ἰνδῶν, Οὐμπέρτο Ἔκο, Θεωρία Σημειωτικῆς, Λὲβ Βυγκότσκι, Σκέψη καὶ γλώσσα, Χάννα Ἄρεντ, Ἡ ἀνθρώπινη κατάσταση, Γιόχαν Χουιζίνγκα, Ὁ ἄνθρωπος καὶ τὸ παιχνίδι, Τόμας Χόμπς, Λεβιάθαν, Ραϋμὸν Ἀρόν, Ἡ ἐξέλιξη τῆς κοινωνιολογικῆς σκέψης, Μισὲλ Φουκώ, Οἱ λέξεις καὶ τὰ πράγματα, Παναγιώτης Νοῦτσος, Ἡ σοσιαλιστικὴ σκέψη στὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τὸ 1875 ὣς τὸ 1974, Ν. Μ. Σκουτερόπουλος, Ἡ ἀρχαία σοφιστική. Τὰ σωζόμενα ἀποσπάσματα. Σύνολο, 60 τόσοι τίτλοι. Ἕνας πραγματικὸς θησαυρός. Στὸ διαδίκτυο μποροῦν οἱ ἐνδιαφερόμενοι νὰ ἐντοπίσουν κάθε σχετικὴ πληροφορία.
Ἐπέλεξε τοὺς συνεργάτες του ὁ Κονδύλης, συναδέλφους του τῆς φιλοσοφίας καὶ τῶν ἀνθρωπιστι-κῶν ἐπιστημῶν γενικά, μεταφραστές, ἐπιμελητές. Ὅλοι ἄξιοι καὶ μὲ ἀπόλυτη προσήλωση στὶς ὁδηγίες του. Τοῦ εἶχαν ὅλοι τυφλὴ ἐμπιστοσύνη. Τὸ φθινόπωρο τοῦ 1983 ἔκανε τὴν ἐμφάνισή του τὸ πρῶτο βιβλίο τῆς σειρᾶς καὶ ἀμέσως μετά, τὸ ἴδιο ἔτος, τὸ δεύτερο. Ἦταν ἡ διδακτορικὴ διατριβὴ τοῦ Κὰρλ Μάρξ, Διαφορὰ τῆς Δημοκρίτειας καὶ Ἐπικούρειας Φυσικῆς Φιλοσοφίας, σὲ μετάφραση τοῦ ἴδιου τοῦ Παναγιώτη Κονδύλη, καὶ ἀκολούθησε τὸ δικό του ἔργο, ποὺ εἶχε ἤδη κυκλοφορήσει στὴ Γερμανία καὶ τὸ εἶχαν ὑποδεχτεῖ μὲ ἐξαιρετικὲς κριτικές, Ἡ κριτικὴ τῆς μεταφυσικῆς στὴ νεότερη σκέψη. Εἶναι προφανὲς πὼς θέλησε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ νὰ δώσει τὸ δικό του στίγμα στὴν καινούργια σειρά.
Ἡ συμπόρευση μὲ τὸν Παναγιώτη Κονδύλη
Ἡ Φιλοσοφικὴ καὶ Πολιτικὴ Βιβλιοθήκη τῆς «γνώσης» ἔχει ἤδη καθιερωθεῖ στὴν Ἑλλάδα ὡς μιὰ σημαντικὴ ἐκδοτικὴ πρωτοβουλία. Τὰ περισσότερα ἀπὸ τὰ πανεπιστημιακά μας ἱδρύματα χρησι-μοποιοῦν ἀρκετὰ ἀπὸ τὰ βιβλία μας ὡς ἐκπαιδευτικὰ βοηθήματα. Ἕνας μεγάλος ἀριθμὸς «φιλοσό-φων», «συγγραφέων», «καθηγητῶν», ἀλλὰ καὶ σοβαρῶν καθηγητῶν, μελετητῶν, στοχαστῶν, ἐπισκέ-πτονται καθημερινὰ τὸν ἐκδοτικὸ οἶκο καὶ ζητοῦν νὰ δεῖ ὁ «κύριος Κονδύλης» τὰ ἔργα τους προκειμένου νὰ ἐνταχθοῦν στὴ Φιλοσοφική μας Σειρά. Ὁ Κονδύλης τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ζοῦσε καὶ ἐργαζόταν στὴ Χαϊδελβέργη τέσσερις ἕως ἕξι μῆνες κάθε χρόνο. Τὸν ὑπόλοιπο καιρὸ ἦταν στὴν Ἀθήνα.
Κάποιο πρωὶ δέχομαι ἕνα τηλεφώνημα ἀπὸ περιώνυμο καθηγητή –πρύτανης ἢ κοσμήτορας– τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς μεγάλου μας πανεπιστημίου. Δώσαμε ραντεβοὺ γιὰ τὸ μεσημέρι τῆς ἴδιας μέρας. Ἦρθε στὴν ὥρα του ὁ κύριος καθηγητής, συνοδευόμενος ἀπὸ δύο βοηθούς του. Κάθισαν στὶς καρέκλες ποὺ τοὺς πρόσφερα, δὲν ἤθελαν καφὲ οὔτε τσάι. Ὁ κύριος καθηγητὴς σοβαρός, ψυχρός, ἀμίλητος, ζητᾶ μ’ ἕνα νεῦμα ἀπὸ τοὺς βοηθούς του νὰ ξεκινήσουν. Ἀνέλαβαν ἐκεῖνοι νὰ μοῦ παρου-σιάσουν τὸ ἔργο τοῦ κυρίου καθηγητῆ, τὸ ὁποῖο ἐπιθυμοῦσε νὰ περιληφθεῖ στὰ ὑπὸ ἔκδοση βιβλία τῆς Φιλοσοφικῆς Βιβλιοθήκης. Τοὺς εἶπα ὅτι θὰ μελετήσει τὴν ἐργασία ὁ διευθυντὴς τῆς σειρᾶς μας καὶ θὰ τοὺς ἐνημερώσουμε σὲ ἕναν περίπου μήνα. Μοῦ ἀπάντησαν οἱ βοηθοὶ ὅτι θὰ προτιμοῦσαν μιὰ ἀπάντηση σὲ δεκαπέντε τὸ πολὺ ἡμέρες. Δὲν εἶχαν λέει περιθώριο γιὰ μεγαλύτερη ἀναμονή. Εἶπα: «Καλά, θὰ κάνω ὅ,τι εἶναι δυνατόν». Μοῦ παρέδωσαν τὸ ἔργο καὶ ἀπῆλθαν. Ὁ Κονδύλης τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἦταν στὴν Ἀθήνα. Τὴν ἑπομένη τοῦ ἔδωσα τὸ δακτυλόγραφο. Σὲ μία ἑβδομάδα μοῦ τὸ ἐπέστρεψε. Τὸ ξεφύλλισα. Θυμήθηκα τὶς διορθωμένες μὲ κόκκινο στυλὸ ἐκθέσεις τοῦ φιλολόγου μας στὸ Γυμνάσιο, ἐνῶ θυμᾶμαι χαρακτηριστικὰ καὶ μιὰ παρατήρησή του σὲ κακὴ ἔκθεση συμμαθητῆ: «Ἂν ἐξαιρέσουμε τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν εἶχες πρόλογο καὶ ἐπίλογο καὶ ὅτι ἤσουν ἐκτὸς θέματος, προσέτι ἡ ἔκθεσίς σου βρίθει γραμματικῶν καὶ συντακτικῶν λαθῶν. Βαθμολογία Ἕνα (1) [μὲ ἄριστα τὸ 20]».
Μερικὲς ἀπὸ τὶς παρατηρήσεις τοῦ Κονδύλη ποὺ θυμᾶμαι γιὰ τὸ ἔργο τοῦ κυρίου καθηγητῆ: «Ἀδόκιμη ἔκφρασις, βλ. ἔργο … συγγραφέας … ἐκδόσεις …», «πολλαπλὴ ἐπανάληψις», «λάθρα δανει-σμένο ἀπὸ … βλ. ἔργο … συγγραφέας …», «λαθεμένη μεταφορά, βλ. ἔργο … συγγραφέας … ἐκδόσεις …», «αὐθαίρετη εἰκασία», κ.ἄ., κ.ἄ. Τὸ δακτυλόγραφο ὁλόκληρο κατακόκκινο. Στὴν πρώτη σελίδα, μὲ κόκκινα κεφαλαῖα γράμματα: «ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟΝ!» Μοῦ ἐξήγησε ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτρεπτὸ τέτοια ἔργα νὰ ἀποτελοῦν πανεπιστημιακὰ συγγράμματα. Τὸ μισὸ ἔργο κλεμμένο ἀπὸ διάφορες ἑλληνικὲς καὶ ξένες ἐκδόσεις, ἀπαράδεκτες παραδοχὲς καὶ πλῆθος ἀμπελοφιλοσοφίες. Εἶπα στὸν Κονδύλη ὅτι θὰ μπορούσαμε νὰ τοῦ ἀπαντήσουμε, χωρὶς καμιὰ περαιτέρω ἐξήγηση καὶ δικαιολογία, πὼς τὸ ἔργο δὲν μπορεῖ νὰ ἐνταχθεῖ στὴ Φιλοσοφική μας Σειρά. Μοῦ ἀπάντησε κοφτά: «Ὁ κύριος καθηγητὴς πρέπει νὰ ξέρει πὼς ἐμεῖς ξέρουμε!».
Ἀπὸ τὰ μαθητικά μου χρόνια εἶχα ἐντυπωσιαστεῖ μὲ τὸ Πνεῦμα τῶν Νόμων τοῦ Μοντεσκιέ. Πέντε δέκα πράγματα μᾶς εἶχε πεῖ ὁ καθηγητής μας γι’ αὐτὸ τὸ μεγάλο ἔργο. Μερικὰ ἀκόμη εἶχα διαβάσει πολὺ ἀργότερα στὴ Μεγάλη Ἐγκυκλοπαίδεια τοῦ «Πυρσοῦ». Εἶχα ἀπωθημένα μὲ τὸ ἔργο αὐτό. Κάποια στιγμὴ διαπίστωσα ὅτι στὴν Ἑλλάδα κυκλοφοροῦσε μιὰ συντομευμένη ἔκδοση 70-80 σελίδων, τὴν ἴδια ἐποχὴ ποὺ στὴν Τουρκία κυκλοφοροῦσαν τρεῖς πλήρεις σχολιασμένες ἐκδόσεις. Παίζαμε τάβλι, θυμᾶμαι, στὸ σπίτι τοῦ Κονδύλη στὴ Νέα Ἐρυθραία, ὅταν τοῦ εἶπα: «Παναγιώτη, γιατί δὲν ἑτοιμάζουμε μιὰ πλήρη, σχολιασμένη ἔκδοση τοῦ ἔργου τοῦ Μοντεσκιέ;». Μοῦ ἀπάντησε: «Δύσκολη δουλειὰ αὐτή, Μανώλη». Δὲν θυμᾶμαι πόσες φορὲς τοῦ ἐπανέφερα τὴν παράκλησή μου. Κάποια στιγμὴ ἐνέδωσε. Φώναξε τὸν Παπαγιώργη καὶ ἦταν τρεῖς τέσσερις μέρες κλεισμένοι στὸ σπίτι του. Τοῦ ἔδινε ὁδηγίες γιὰ τὴ μετάφραση τοῦ βιβλίου καὶ τοῦ ἐπεσήμαινε τὶς δυσκολίες του. Ὁ Παπαγιώργης μοῦ εἶχε ἐκμυστηρευτεῖ τὴν ἀτέλειωτη ὑπομονὴ τοῦ Κονδύλη καὶ τὴ δυνατότητά του νὰ ἐντοπίζει νοήματα ποὺ μόνο μὲ πολλαπλές, προσεκτικὲς ἀναγνώσεις θὰ μποροῦσε ἐνδεχομένως νὰ ἐντοπίσει ἕνας συνήθης ἢ καὶ προχωρημένος ἀναγνώστης. Τὸ βιβλίο ἐκδόθηκε τὸ 1994. Ἡ μετάφραση ἦταν τοῦ Παναγιώτη Κονδύλη καὶ τοῦ Κωστῆ Παπαγιώργη. Ὁ εἰσαγωγικός, ἐκτενὴς καὶ ἐμπνευσμένος πρόλογος τοῦ Κονδύλη θὰ μποροῦσε νὰ ἦταν μιὰ ἀνεξάρτητη ἔκδοση.
Ἀρχὲς τοῦ 1990 ὁ Κονδύλης μοῦ πρότεινε τὴν ἔκδοση ἑνὸς μηνιαίου περιοδικοῦ στὸ ὁποῖο θὰ παρουσιάζαμε σύγχρονες ἀπόψεις Ἑλλήνων καὶ ξένων μελετητῶν τῶν ἀνθρωπιστικῶν ἐπιστημῶν. Θεωρία καὶ κοινωνία ὁ τίτλος τοῦ περιοδικοῦ. Διευθυντής, ὁ καθηγητὴς κοινωνιολογίας τοῦ Παντείου Πανεπιστημίου Αἰμίλιος Μεταξόπουλος. Ὁ Μεταξόπουλος δὲν εἶναι πιὰ μαζί μας. Τότε ἦταν ἕνας μποὲμ νέος, εὐφυὴς καὶ φιλόδοξος, μελετητὴς τῆς κοινωνιολογίας, τὸν ὁποῖο γνώριζε κι ἐμπιστευ-όταν ὁ Κονδύλης. Τὸ περιοδικό μας τάραξε τὰ λιμνάζοντα ὕδατα τοῦ χώρου. Πολλοὶ στοχαστὲς καὶ μελετητὲς ἄρχισαν τὶς συνεργασίες. ᾽Αλλὰ τὸ νέο μας «βρέφος» δὲν τὰ κατάφερε οὔτε κὰν νὰ χρονί-σει. Γεννήθηκε, πρόωρο, κυριολεκτικὰ ἐκτὸς τόπου καὶ χρόνου.
Ἐπιχειρήσαμε τότε καὶ μιὰ ἄλλη ἔκδοση, ἕνα μηνιαῖο περιοδικὸ ἐξαιρετικῆς ποικίλης ὕλης μὲ τίτλο Ὁ λαβύρινθος τῆς γνώσης. Οἱ σπουδαιότεροι σκιτσογράφοι σχολίαζαν τὰ σημαντικὰ γεγονότα τοῦ μήνα, ὑπῆρχε πάντα ἕνα ἐκλεκτὸ διήγημα, συνήθως ἀστυνομικῆς πλοκῆς, προβλήματα λογικῆς, μαθηματικῶν, γρίφοι τοῦ περίφημου Sam Loyd, καὶ τάνγκραμ, σκάκι, μπρίτζ, ὀριγκάμι, ἐπιλεγμένα σταυρόλεξα, καὶ πολλὰ ἄλλα. Ἦταν ἕνα πραγματικὰ σπάνιο περιοδικό, ἀνάμεσα στὰ καλύτερα ποὺ κυκλοφοροῦσαν στὴν Εὐρώπη, στὴν Ἰαπωνία καὶ στὴν Ἀμερική, ποὺ ὅμως κι αὐτὸ μετὰ βίας «στράτισε». Μετὰ τὴ δημοσιοποίηση τοῦ τέλους αὐτῆς μας τῆς προσπάθειας, ἀνάμεσα στὰ πολλὰ γράμματα ποὺ ἔλαβα ἦταν καὶ ἕνα ποὺ μοῦ ἐξηγοῦσε ὅτι μὲ τὸ περιοδικὸ αὐτὸ προσβάλαμε (!) τὸ ἰδιαίτερο πολιτιστικὸ ἐπίπεδο τῶν ἀναγνωστῶν τοῦ Ρομάντσου καὶ τοῦ Θησαυροῦ, καὶ αὐτοί, ὀργισμένοι, μᾶς ἀπέρριψαν! Σφόδρα στενοχωρημένος κι ἐνοχλημένος, συνέχισα τὶς ἐκδοτικές μου «προσβολές».
Ἐπιστρέφω στὸν Κονδύλη, τὸν ὁποῖο εἶχα κάμποσες φορὲς ἐπισκεφθεῖ στὴ Χαϊδελβέργη. Μὲ ξενάγησε στὴν περίφημη Βιβλιοθήκη τοῦ Πανεπιστημίου, ἡ ὁποία θὰ μποροῦσε νὰ ἦταν καὶ σπίτι του, ὅπως μοῦ ἔλεγε. Κατάλαβα πόσο ἐκτιμοῦσε τὶς χιλιάδες ὧρες ποὺ εἶχε περάσει σ’ αὐτὸ τὸ μνημεῖο, ὅπως ἀποκαλοῦσε τὴ Βιβλιοθήκη, καὶ πόσο εὐγνώμων ἦταν γιὰ τὴν ἀπόλαυση ποὺ τοῦ πρό-σφεραν αὐτὲς οἱ ὧρες μελέτης. Πολλὲς φορὲς καταλήγαμε σ’ ἕνα παλιό, παραδοσιακὸ μπὰρ κοντὰ στὴ Βιβλιοθήκη. Ὅλα τὰ ἔπιπλα, ἀπὸ μασὶφ καλοδουλεμένο ξύλο. Καρέκλες μὲ δέρμα στὸ κάθισμα καὶ στὴν πλάτη, τραπέζια τετράγωνα, μὲ τὸ ξύλο περίτεχνα σκαλισμένο περιφερειακά, καὶ στὸν πάγκο τέσσερις πέντε μπαρὸκ ἐγκαταστάσεις γιὰ βαρελίσια μπίρα. Στοὺς τοίχους βαριὰ κάδρα μὲ φιγοῦρες μυστακοφόρων καὶ γενειοφόρων περήφανων προγόνων. Καθόμασταν σ’ ἕνα τραπέζι τὸ ὁποῖο κάθε φορὰ ποὺ πηγαίναμε ἦταν ἐλεύθερο. Παραξενεύτηκα καὶ ρώτησα τὸν Κονδύλη πῶς συμβαίνει αὐτό. Μοῦ ἀπάντησε μὲ περισσὴ μετριοφροσύνη πὼς αὐτὸ τὸ τραπεζάκι ἦταν ἀφιερω-μένο στὸν ἴδιο, ὅλο τὸν καιρὸ ποὺ βρισκόταν στὴ Χαϊδελβέργη. Κανεὶς ἄλλος δὲν ἐπιτρεπόταν νὰ καθίσει σ’ αὐτό. Ὑπῆρχαν ἄλλα δύο τραπεζάκια ἀφιερωμένα σὲ κάποιους ἄλλους ἐπιφανεῖς πελάτες τοῦ μπάρ. Τὸν Ὀκτώβρη τοῦ 1989 βρέθηκα γι’ ἄλλη μιὰ φορὰ στὴ Γερμανία, συμμετέχοντας μὲ περί-πτερο τῆς «γνώσης» στὴν περίφημη Διεθνὴ Ἔκθεση Βιβλίου τῆς Φρανκφούρτης. Ὅπως ἦταν φυσικό, ἐπισκέφθηκα τὸν Κονδύλη στὴ Χαϊδελβέργη καὶ βρεθήκαμε γιὰ μιὰ ἀκόμη φορὰ στὸ δικό του μπάρ. Τὰ σημάδια κατάρρευσης τῆς Σοβιετικῆς Ἕνωσης ἦταν πιὰ ἐμφανῆ σ’ ὅλο τὸν κόσμο. Ἦταν παραμο-νὲς τῆς πτώσης τοῦ Τείχους τοῦ Βερολίνου καὶ οἱ συζητήσεις γιὰ τὶς πιθανότητες ἐπανένωσης τῶν δύο Γερμανιῶν ἦταν στὸ ἐπίκεντρο τοῦ ἐνδιαφέροντος. «Οἱ δύο Γερμανίες σύντομα θὰ γίνουν μία», μοῦ εἶχε πεῖ μὲ βεβαιότητα, «καὶ θὰ ζήσουμε ὅλοι μιὰ νέα γερμανικὴ Εὐρώπη!»
Πόσο γρήγορα ἐπιβεβαιώθηκες, Παναγιώτη! Μόνο ποὺ δὲν τὴν ἔζησες ἐσὺ αὐτὴ τὴν Εὐρώπη, καλέ μου φίλε…
Στὸ σημεῖο αὐτὸ παραθέτω ἀπόσπασμα σχολίου γιὰ τὸν Κονδύλη τοῦ συγγραφέα, ποιητῆ καὶ μεταφραστῆ Κώστα Κουτσουρέλη. Εἶναι σαφές, περιεκτικὸ καὶ ἀπολύτως ἀκριβές
«Ὁ Κονδύλης ὑπῆρξε συγγραφέας μὲ ὅλη τὴ σημασία τῆς λέξης. Ἀγαποῦσε τὴν πυκνὴ διατύπωση, τὶς σχοινοτενεῖς παραγράφους ποὺ καλύπτουν σελίδες ὁλόκληρες, τὸν ὑποτακτικὸ λόγο μὲ τὶς πυραμιδωτὲς δευτερεύουσες προτάσεις – ἀλλὰ καὶ τοὺς κοφτοὺς ἀφορισμούς, καὶ τὶς δραματικὲς κορυφώσεις. Ὁ ἀγώνας του ἦταν πάντα μὲ τὸ λίπος τῶν λέξεων. Ἔβρισκε στὴ σύνταξη τῆς γερμανικῆς γλώσσας κάτι ἀπὸ τὴν εὐπλασία τῆς θουκυδίδειας διατύπωσης. Γενικά, τὰ πρότυπά του ἦταν κλασικά, ἀρχαῖα ἑλληνικά. Ἀπεχθανόταν σφόδρα τὰ “κινέζικα” τῆς μετανεωτερίζουσας θεωρητικολογίας, αὐτὸ τὸ ἐπιστημονίζον ζαργκὸν ποὺ ἀπεδαφίζει τὴ σκέψη ἀπὸ τὰ πράγματα».
Πολλὲς φορὲς σκέφτομαι τὸν Κονδύλη καὶ μακαρίζω τὴν καλή μου τύχη ποὺ τὸν ἔφερε κοντά μου καὶ συνεργάστηκα μαζί του. Ἦταν ἀπὸ τοὺς λαμπροὺς διανοητὲς τοῦ ἑλληνισμοῦ, τῆς Εὐρώπης καὶ ὁλόκληρου τοῦ δυτικοῦ κόσμου. Ἔφυγε νέος, στὴν ἀκμὴ τῆς πνευματικῆς του δημιουργικότητας. Μᾶς ἄφησε πολύτιμες ὑποθῆκες.
Ὁ ζητῶν εὑρίσκει. Ἂς τὸν μνημονεύουμε μελετώντας καὶ ἐκμεταλλευόμενοι τὶς ὑποθῆκες αὐτές.
Εἰκαστικὸ ἐξωφύλλου: Σπύρος Ὀρνεράκης