Δύο κλασικά κείμενα συναντώνται…

Adelbert von Chamisso

Η θαυμαστή ιστορία
του Πέτερ Σλέμιλ

E.T.A. Hoffmann

Οι περιπέτειες της παραμονής Πρωτοχρονιάς

Μετάφραση – Σημειώσεις – Επίμετρο: Νίκος Σκοπλάκης

Adelbert von Chamisso «H θαυμαστή ιστορία του Πέτερ Σλέμιλ»

VI.

Ἀφοῦ ἀπέμεινα ὁλομόναχος στὸν ἐρημικὸ χερσότοπο, ἔκλαιγα χωρὶς σταματημὸ γιὰ νὰ ξαλαφρώσω ἀπὸ ὅσα φοβερὰ κι ἀνείπωτα βάραιναν τὴν καρδιά μου. Κατάλαβα, ὡστόσο, ὅτι δὲν ὑπῆρχαν ὅρια στὴν ἀπέραντη δυστυχία μου, ὅτι δὲν εἶχα διέξοδο, ὅτι δὲν εἶχα προορισμό, καὶ ρουφοῦσα μὲ ἀσί-γαστη δίψα τὸ καινούργιο δηλητήριο ποὺ ὁ ἄγνωστος εἶχε χύσει στὶς πληγές μου. Ὅταν ἔφερα τὴν εἰκόνα τῆς Μίνας μπρὸς στὰ μάτια τῆς ψυχῆς μου κι ἡ ἀγαπημένη καὶ γλυκιὰ μορφὴ ἐμφανίστηκε χλωμὴ καὶ δακρυσμένη ἐνώπιόν μου, ὅπως, δηλαδή, τὴν εἶχα δεῖ γιὰ τελευταία φορὰ τὴ μέρα τῆς ἀτί-μωσής μου, τότε μπῆκε, ἰταμὸς καὶ χλευαστικός, ἀνάμεσα σ’ ἐμένα καὶ σ’ ἐκείνη ὁ ἀπατηλὸς ἴσκιος τοῦ Ράσκαλ· ἔκρυψα τὸ πρόσωπό μου κι ἄρχισα νὰ τρέχω στὸν ἐρημότοπο, ἀλλὰ ἡ φοβερὴ ὀπτασία δὲν μὲ ἄφηνε σὲ ἡσυχία, μὲ ἀκολουθοῦσε σὲ κάθε μου βῆμα, ὥσπου ἔπεσα χάμω ξέπνοος καὶ μούσκεψα τὸ χῶμα μὲ δάκρυα ποὺ πάλι ἀνάβλυζαν χωρὶς σταματημὸ ἀπὸ τὰ μάτια μου.
     Κι ὅλα αὐτὰ γιὰ ἕναν ἴσκιο! Κι αὐτὸς ὁ ἴσκιος θὰ ἦταν πάλι δικός μου μὲ μιὰ ὑπογραφή. Ξανα-σκέφτηκα τὴν παράξενη πρόταση καὶ τὴν ἄρνησή μου. Ἤμουν σὲ σύγχυση· δὲν εἶχα πιὰ οὔτε κρίση οὔτε ψυχραιμία.
     Ἡ μέρα πέρασε· χόρτασα τὴν πείνα μου μὲ ἄγριους καρποὺς καὶ ἔσβησα τὴ δίψα μου σὲ ἕνα ρυάκι τοῦ βουνοῦ· ἡ νύχτα ἔπεσε καὶ ξάπλωσα κάτω ἀπὸ ἕνα δέντρο. Ἡ ὑγρασία τοῦ πρωινοῦ μὲ ξύπνησε ἀπὸ βαθὺ ὕπνο, κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ ὁποίου ἄκουγα τὸν ἑαυτό μου νὰ βαριανασαίνει· ἐκεῖνο τὸ ἀγκομαχητὸ ἔμοιαζε μὲ ἐπιθανάτιο ρόγχο. Ὁ Μπέντελ πρέπει νὰ εἶχε χάσει τὰ ἴχνη μου, κι αὐτὴ ἡ σκέψη μὲ χαροποίησε. Δὲν ἤθελα νὰ ἐπιστρέψω στὸν κόσμο τῶν ἀνθρώπων, τὸν ὁποῖο ἀπέφευγα περίτρομος σὰν τὰ λιγόψυχα ἀγρίμια τοῦ βουνοῦ. Ἔτσι κύλησαν τρεῖς μέρες ἀγωνίας.
     Τὴν τέταρτη μέρα βρέθηκα σ’ ἕναν ἀμμότοπο λουσμένο στὸ φῶς καὶ κάθισα σὲ κάτι συντρίμματα βράχων, κατάφατσα στὸν ἥλιο, γιὰ νὰ χαρῶ τὴ λάμψη του, ποὺ τὴν εἶχα στερηθεῖ τόσο καιρό. Ἡ καρδιά μου θήλαζε σιωπηλὰ τὴν ἀπόγνωσή της. Τότε σκιάχτηκα ἀπὸ ἕνα θρόισμα· κοίταξα γύρω μου, ἕτοιμος νὰ τὸ βάλω στὰ πόδια, μὰ δὲν εἶδα κανέναν. Ἴσκιος ἀνθρώπου, ἐντούτοις, γλιστροῦσε ἐμπρός μου ἁπαλά· δὲν διέφερε αἰσθητὰ ἀπὸ τὸν δικό μου, κι ἔτσι ὅπως προχωροῦσε μόνος του, ἔδινε τὴν ἐντύπωση πὼς εἶχε χάσει τὸν κύριό του.
     Ἐκείνη τὴ στιγμὴ σφοδρὴ ἐπιθυμία ξύπνησε μέσα μου. Ἴσκιε, σκέφτηκα, τὸν κύριό σου ἀναζητᾶς; Θέλω νὰ γίνω ἐγὼ ὁ κύριός σου. Καὶ ρίχτηκα πάνω του γιὰ νὰ τὸν κάνω δικό μου· συλλογίστηκα πὼς ἂν κατόρθωνα νὰ εὐθυγραμμιστῶ μαζί του, ἔτσι ὥστε νὰ κολλήσει στὰ πόδια μου, θὰ προσαρμοζόταν καὶ μὲ τὸν καιρὸ θὰ μὲ συνήθιζε.
     Αὐτός, ὡστόσο, τράπηκε σὲ φυγή· χρειάστηκε, λοιπόν, νὰ τὸν πάρω στὸ κυνήγι μὲ χίλιους κόπους· τὴν ἀναγκαία δύναμη μοῦ ἔδινε μόνο ἡ σκέψη ὅτι θὰ μποροῦσα νὰ βγῶ ἀπὸ τὴ δεινὴ θέση στὴν ὁποία εἶχα περιέλθει. Ὁ γοργοπόδαρος δραπέτης κατευθυνόταν πρὸς τὸ δάσος, τὸ ὁποῖο ἦταν βέβαια μακριὰ ἀκόμα· ἄν, ὅμως, κατάφερνε νὰ φτάσει ὣς ἐκεῖ, τότε στὰ σίγουρα θὰ τὸν ἔχανα μέσα στὰ σκιερὰ δέντρα – συνειδητοποίησα τὸν κίνδυνο· ὁ φόβος διαπέρασε τὴν καρδιά μου, φλόγισε τὴν ἐπιθυμία μου κι ἔδωσε στὰ πόδια μου φτερά· κέρδιζα ἐμφανῶς ἔδαφος καὶ πλησίαζα ὁλοένα περισσότερο τὸν ἴσκιο· σὲ λίγο θὰ τὸν ἔφτανα. Μὰ ἄξαφνα σταμάτησε καὶ στράφηκε πρὸς τὸ μέρος μου. Σὰν τὸ λιοντάρι ποὺ χιμάει στὴ λεία του, ὅρμησα μ’ ἕνα σάλτο γιὰ νὰ τὸν γραπώσω – κι ἀνα-πάντεχα καὶ ἀπότομα ἔπεσα πάνω σ’ ἕνα σῶμα ποὺ πρόβαλε ἀντίσταση. Κάποιο ἀόρατο χέρι μοῦ ἔριξε στὰ παΐδια –πράγμα ἀνήκουστο– τὶς πιὸ ὀδυνηρὲς ἀγκωνιὲς ποὺ ἔχει δεχτεῖ ποτὲ ἄνθρωπος.
     Ἀπὸ τὴν τρομάρα μου ἔσφιξα σπασμωδικὰ μὰ καὶ γερὰ στὰ χέρια μου ὅ,τι στεκόταν ἀθέατο μπροστά μου. Μὲς στὴ φούρια, ὅμως, ἔχασα τὴν ἰσορροπία μου καὶ σωριάστηκα φαρδὺς πλατὺς πάνω του· τότε μόνο μπόρεσα νὰ δῶ πὼς αὐτὸ ποὺ ἀγκάλιαζα ἦταν ἄνθρωπος.
     Τότε, ἐπίσης, κατόρθωσα νὰ δώσω μιὰ κανονικὴ ἐξήγηση γιὰ τὸ συμβάν. Ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ κρατοῦσε τὴ φωλιὰ ἡ ὁποία κάνει ἐκεῖνον ποὺ τὴν ἔχει ἀόρατο, ἐνῶ ὁ ἴσκιος του παραμένει ὁρατός· κι ὅπως τὴν κρατοῦσε, τοῦ ἔφυγε ἀπὸ τὰ χέρια τὴ στιγμὴ τῆς πτώσης. Κοίταζα τριγύρω διερευνητικὰ καὶ πολὺ σύντομα διέκρινα τὸν ἴσκιο τῆς ἀθέατης φωλιᾶς· τιναζόμουν πότε ἀπ’ τὴ μιὰ μεριά, πότε ἀπ’ τὴν ἄλλη, καὶ τελικὰ δὲν μοῦ ξέφυγε τὸ πολύτιμο λάφυρο. Ἀόρατος κι ἀνίσκιος, κρατοῦσα τὴ φωλιὰ στὰ χέρια μου.
     Ὁ ἄντρας σηκώθηκε γρήγορα πάνω κι εὐθὺς ἀμέσως κοίταξε γύρω του γιὰ νὰ δεῖ ποῦ ἦταν ὁ εὐτυχὴς τροπαιοῦχος· ὡστόσο, στὸ ἡλιοφώτιστο πλάτωμα δὲν εἶδε οὔτε ἐκεῖνον οὔτε τὸν ἴσκιο του, παρόλο ποὺ αὐτιαζόταν ὅλο ἀνησυχία μήπως καὶ τὸν ἐντοπίσει. Διότι προηγουμένως δὲν εἶχε προλάβει νὰ προσέξει ὅτι ἤμουν ἀνίσκιωτος, καὶ οὔτε μποροῦσε νὰ τὸ ὑποθέσει τώρα. Μόλις βεβαιώθηκε πὼς εἶχα γίνει ἄφαντος, τὸν ἔπιασε μαύρη ἀπελπισία καὶ τραβοῦσε τὰ μαλλιά του. Σ’ ἐμένα, ἀντιθέτως, ὁ θησαυρὸς ποὺ εἶχα ἀποκτήσει πρόσφερε τὴ δυνατότητα καὶ συγχρόνως ξυπνοῦσε τὴν ἐπιθυμία νὰ ζήσω καὶ πάλι ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους. Δὲν μοῦ ἔλειπαν τὰ προ-σχήματα γιὰ νὰ δικαιολογήσω τὴν ποταπὴ κλοπὴ στὸν ἑαυτό μου, ἤ, μᾶλλον, δὲν χρειαζόμουν κὰν προσχήματα· προκειμένου, μάλιστα, ν’ ἀποφύγω κάθε παρόμοια σκέψη, ἀπομακρύνθηκα βιαστικὰ χωρὶς νὰ ρίξω οὔτε μιὰ ματιὰ σ’ ἐκεῖνον τὸν δύστυχο, ὁ ὁποῖος κραύγαζε ἐναγωνίως κι ἡ φωνή του ἀντηχοῦσε στ’ αὐτιά μου πολλὴ ὥρα ἀκόμα. Ἔτσι τουλάχιστον μοῦ φάνηκε πὼς ἔγιναν τότε τὰ πράγματα.

[…]

E.T.A. Hoffmann «Οι περιπέτειες της παραμονής Πρωτοχρονιάς»

II. ῾Η παρέα στὸ κελάρι

Κατὰ κανόνα ὁ περίπατος στὴ λεωφόρο Ὑπὸ τὰς Φιλύρας εἶναι πολὺ εὐχάριστος, ὄχι ὅμως τὸ βράδυ τῆς παραμονῆς μὲ δριμὺ ψύχος καὶ χιονοθύελλα. Τὸ ἔνιωσα ἐντέλει στὸ πετσί μου, ἔτσι ὅπως περπα-τοῦσα δίχως καπέλο καὶ πανωφόρι, καθὼς μέσα στὸ ξάναμμα τοῦ πυρετοῦ μὲ ἔπιασε σύγκρυο κι ἀνατριχίλα. Συνέχισα τὸν δρόμο μου ἀπὸ τὴ γέφυρα τῆς Ὄπερας, προσπέρασα τὸ ἀνάκτορο, ἔστριψα, διάβηκα τὴ γέφυρα μὲ τὸν ὑδατοφράκτη καὶ παρέκαμψα τὸ Νομισματοκοπεῖο. Ἤμουν στὴν ὁδὸ τῶν Κυνηγῶν, ἀκριβῶς στὸ σημεῖο ὅπου βρίσκεται τὸ μαγαζὶ τοῦ Τίρμαν. Τὰ φῶτα ἦταν ἀναμμένα καὶ σκορποῦσαν μιὰ φιλικὴ λάμψη· ἔνιωθα κιόλας τὴ λαχτάρα νὰ μπῶ μέσα, διότι εἶχα ξεπαγιάσει καὶ ἐπιθυμοῦσα διακαῶς νὰ πιῶ μιὰ γερὴ γουλιὰ ἀπὸ κάποιο δυνατὸ ποτό· τὴν ἴδια στιγμὴ ξεχύθηκε στὸν δρόμο μιὰ χαρούμενη παρέα. Μιλοῦσαν γιὰ κάτι στρείδια ἐξαιρετικῆς ποιότητας καὶ γιὰ τὸ καλὸ κρασὶ τοῦ ’11. «Πράγματι, εἶχε δίκιο», φώναξε κάποιος ἀπὸ τὴν παρέα πού, ὅπως διέκρινα στὸ φῶς τοῦ φανοστάτη, ἦταν ἀξιωματικὸς τοῦ ἱππικοῦ, «πράγματι, εἶχε δίκιο αὐτὸς ποὺ πέρυσι κατσάδιασε στὸ Μάιντς τοὺς ἀναθεματισμένους τοὺς ταβερνιάρηδες, οἱ ὁποῖοι τὸ 1794 δὲν ἤθελαν μὲ κανέναν τρόπο νὰ σερβίρουν τὸ κρασὶ τοῦ ’11». Ξέσπασαν ὅλοι σὲ δυνατὰ γέλια· ἐγὼ προχώρησα ἀσυναίσθητα μερικὰ βήματα παραπέρα καὶ σταμάτησα μπροστὰ σὲ κάποιο κελάρι, μέσα στὸ ὁποῖο τρεμόπαιζε ἕνα μοναχικὸ φῶς· ἡ χαρούμενη παρέα εἶχε πιὰ ἀπομακρυνθεῖ, ἔπεσε σιωπὴ κι ἄκουσα καθαρὰ ἕναν ἄντρα καὶ μιὰ γυναίκα νὰ κουβεντιάζουν:

[…]

     Κατέβηκα σβέλτα στὸ κελάρι. Ἡ γυναίκα καθόταν στὴν πολυθρόνα πλάι στὴ σόμπα καὶ ὁ ἄντρας στεκόταν μπροστά της μὲ νυχτικιὰ καὶ παντόφλες. Ἔσπευσε νὰ μὲ προϋπαντήσει φιλικά, βγάζοντας τὴ σκούφια του καὶ ρωτώντας με: «Τί ἐπιθυμεῖ ὁ κύριος;». Ζήτησα νὰ μοῦ φέρει ἕνα μπουκάλι μπίρα ἀπὸ τὸ Στεττίνο, μιὰ μεγάλη πίπα μὲ καλὸ καπνὸ καὶ σύντομα βρέθηκα σὲ μιὰ κατάσταση θεσπέσιου φιλισταϊσμοῦ· τόσο θεσπέσιου, μάλιστα, ὥστε κι ὁ ἴδιος ὁ διάβολος μὲ σεβάστηκε καὶ μὲ ἄφησε στὴν ἡσυχία μου. ῍Ω δικαστικὲ σύμβουλε! Ἂν ἔβλεπες πῶς ἀπὸ τὸ φωταγωγημένο σαλόνι σου, ὅπου πα-ρέθετες τὸ τσάι, κατρακύλησα στὴ σκοτεινὴ καὶ ὑπόγεια μπιραρία, θὰ ἀπέστρεφες τὸ πρόσωπό σου καὶ θὰ μουρμούριζες μὲ ὕφος μεγαλόπρεπο καὶ περιφρονητικό: «Δὲν εἶναι διόλου παράξενο ποὺ ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος καταστρέφει τὶς ὡραιότερες δαντελωτὲς τραχηλιές!».

Θὰ πρέπει νὰ ἔκανα παράξενη ἐντύπωση στοὺς ἀνθρώπους ἔτσι ὅπως ἤμουν, δίχως καπέλο καὶ πανωφόρι. Ὁ ἄντρας ἑτοιμαζόταν κάτι νὰ ρωτήσει ὅταν, αἴφνης, ἀκούστηκε ἕνα χτύπημα στὸ παρά-θυρο καὶ μιὰ φωνὴ νὰ λέει δυνατά: «Ἀνοῖξτε μου, ἀνοῖξτε μου, ἐγὼ εἶμαι!». Βγῆκαν μὲ φούρια στὸν δρόμο καὶ ὁ ἄντρας καὶ ἡ γυναίκα. Ἐκείνη ἐπέστρεψε στὸ πὶ καὶ φὶ κρατώντας ψηλὰ δυὸ ἀναμμένα κεριά, ἐνῶ ἀπὸ πίσω της ἐρχόταν ἕνας πολὺ ψηλὸς καὶ λυγερόκορμος ἄντρας. Ξέχασε νὰ σκύψει καὶ χτύπησε ἀπότομα τὸ κεφάλι του στὸ ὑπέρθυρο τῆς χαμηλῆς πόρτας· πάντως, δὲν ἔπαθε τίποτα, χάρη στὸν μαῦρο σκοῦφο ποὺ φοροῦσε, ὁ ὁποῖος ἔμοιαζε μὲ μπερέ· τὴν πομπὴ ἔκλεινε ὁ κάπελας, ὁ ὁποῖος κρατοῦσε ἄλλα δύο ἀναμμένα κεριά. Ὁ ξένος προχώρησε μὲ τὸν δικό του ἰδιόρρυθμο τρόπο, στριμωχτὰ στὸν τοῖχο, κι ὕστερα κάθισε ἀντίκρυ μου, ἐνόσω ὁ ἄντρας καὶ ἡ γυναίκα τοποθετοῦσαν τὰ κεριὰ στὸ τραπέζι. Θὰ μποροῦσε νὰ πεῖ κανεὶς γι’ αὐτὸν ὅτι «ἔδειχνε εὐγενὴς κι ἀνευχαρίστητος». Ζήτησε σκυθρωπὸς μιὰ μπίρα καὶ μιὰ πίπα κι ἔπειτα ἔβγαλε μὲ λίγες μόνο ρουφηξιὲς τόσο καπνό, ὥστε, πολὺ σύντομα, τὸ κελάρι ντουμάνιασε. Κατὰ τ’ ἄλλα, εἶχε χαρακτηριστικὴ φυσιογνωμία καὶ τόσο ἑλκυστικὸ πρόσωπο, ὥστε κέρδισε ἀμέσως τὴ συμπάθειά μου, παρ’ ὅλη τὴν κατήφειά του. Τὰ μαλλιά του ἦταν μαῦρα καὶ πυκνά, χτενισμένα μὲ χωρίστρα στὴ μέση· ἔπεφταν ἀπὸ τὶς δύο μεριὲς τοῦ κεφαλιοῦ σχηματίζοντας πολυάριθμα μπουκλάκια ποὺ τὸν ἔκαναν νὰ μοιάζει μὲ τὰ πορτρέτα ποὺ ζωγράφιζε ὁ Ροῦμπενς. Μόλις ἔβγαλε τὸ φαρδὺ περιλαίμιο, πρόσεξα ὅτι φοροῦσε σκουρό-χρωμη πατατούκα μὲ πολλὰ σιρίτια· ἐκεῖνο ποὺ μοῦ ἔκανε ἰδιαίτερη ἐντύπωση, ὅμως, ἦταν ὅτι πάνω ἀπὸ τὶς μπότες φοροῦσε ἕνα ζευγάρι κομψὲς παντόφλες. Τὸ ἀντιλήφθηκα ὅταν ἄρχισε νὰ καθαρίζει τὴν πίπα του –ποὺ τὴν εἶχε καπνίσει μέσα σὲ πέντε λεπτά– χτυπώντας την στὸ πάτωμα. Δὲν λέγαμε καὶ πολλά, διότι ὁ ξένος φαινόταν πολὺ ἀπασχολημένος μὲ κάθε λογῆς σπάνια φυτά, τὰ ὁποῖα ἔβγαζε ἀπὸ μιὰ θήκη καὶ τὰ περιεργαζόταν μὲ ἰδιαίτερη ἱκανοποίηση. Τοῦ ἐξέφρασα τὸν θαυμασμό μου γιὰ τὰ ὡραῖα βλαστήματα καί, καθὼς φαίνονταν σὰν νὰ εἶχαν κοπεῖ πρὶν ἀπὸ λίγο, τὸν ρώτησα μήπως τυχὸν εἶχε ἐπισκεφτεῖ τὸν Βοτανικὸ Κῆπο ἢ τὰ φυτώρια τῶν ἀδερφῶν Μπουσέ. Ὁ ξένος ἀποκρίθηκε μὲ ἕνα μᾶλλον παράξενο χαμόγελο στὰ χείλη: «Προφανῶς ἡ φυτολογία δὲν εἶναι τὸ δυνατό σας σημεῖο· εἰδάλλως δὲν θὰ εἴχατε κάνει μιὰ τόσο…» κόμπιασε κι ἐγὼ ψιθύρισα δειλὰ «μιὰ τόσο χαζή…» – «…ἐρώτηση», πρόσθεσε τότε ἐκεῖνος καλοκάγαθα. «Θὰ ἀναγνωρίζατε μὲ τὴν πρώτη ματιὰ φυτὰ τῆς ἀλπικῆς ζώνης», εἶπε στὴ συνέχεια, «καὶ μάλιστα φυτὰ ποὺ εὐδοκιμοῦν στὸ ὄρος Τσιμποράσο». Τὰ τελευταῖα λόγια τὰ πρόφερε χαμηλόφωνα, σχεδὸν ἀπὸ μέσα του· μπορεῖς νὰ ὑποθέσεις ὅτι αὐτὸ μοῦ προξένησε ἕνα ἀλλόκοτο συναίσθημα. Κάθε ἄλλη ἐρώτηση ἔσβησε στὰ χείλη μου, ἐνῶ ὁλοένα καὶ περισσότερο δυνάμωνε μέσα μου ἡ ὑποψία ὅτι παρόλο ποὺ δὲν εἶχα δεῖ ἄλλη φορὰ τὸν ξένο, τὸν εἶχα ἐντούτοις πολλὲς φορὲς φανταστεῖ. Ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἀκούστηκε ἀκόμα ἕνα χτύπημα στὸ παράθυρο, ὁ κάπελας ἄνοιξε τὴν πόρτα καὶ μιὰ φωνὴ εἶπε δυνατά: «Καλύψτε τὸν καθρέφτη σας, ἂν ἔχετε τὴν εὐγενὴ καλοσύνη!». «Μπά!» εἶπε ὁ κάπελας, «ἀργοπορημένος μᾶς ἔρχεται ἀπόψε ὁ στρα-τάρχης Σουβάροφ!». Ἡ γυναίκα σκέπασε μὲ ἕνα κάλυμμα τὸν καθρέφτη· μόνο τότε μπῆκε μέσα μὲ γοργοπόδαρη ἀδεξιότητα –μὲ ἀργόσυρτη σβελτάδα, θὰ ἔλεγα– ἕνας μικρόσωμος ξερακιανός, ὁ ὁποῖος φοροῦσε μακρὺ μανδύα σὲ ἐντελῶς ἀσυνήθιστη ἀπόχρωση, πρὸς τὸ καφετί· καθὼς ὁ ἄνθρωπος χοροπηδοῦσε πέρα δῶθε στὴν αἴθουσα, ὁ μανδύας κυμάτιζε καὶ στροβιλιζόταν παράξενα γύρω ἀπὸ τὸ σῶμα του, μὲ πολλὲς πτυχώσεις καὶ τσακίσματα, ἔτσι ὥστε στὶς ἀνταύγειες ἀπὸ τὸ φῶς τῶν κεριῶν σχεδὸν νόμιζες ὅτι περίσσεια μορφῶν συμφύρονταν κι ἔπειτα ἀπομακρύνονταν ὅπως στὶς φαντασμαγορίες τοῦ Ἔνσλεν. Συγχρόνως ἔτριβε μέσα στὰ φαρδομάνικά του τὰ χέρια καὶ φώναζε: «Κρύο! Κρύο! Πωπώ, κρύο! Δὲν εἶναι ἔτσι στὴν Ἰταλία, στὴν Ἰταλία εἶναι ἀλλιῶς τὰ πρά-γματα, ἀλλιῶς!». Ἐντέλει, κάθισε ἀνάμεσα σ’ ἐμένα καὶ στὸν ψηλὸ λέγοντας: «Τί ἀνυπόφορη κάπνα εἶναι τούτη! Φοῦμο μὲ ταμπάκο! Ἂχ καὶ νά ’χα ἔστω μιὰ πρέζα ταμπάκο!». Ἔβγαλα αὐτοστιγμεὶ ἀπὸ τὴν τσέπη μου τὴν ταμπακιέρα ποὺ γυαλίζει σὰν καθρέφτης, τὴν ταμπακιέρα ποὺ κάποτε μοῦ χάρισες ἐσύ, θέλοντας νὰ προσφέρω λίγο ταμπάκο στὸν μικρόσωμο. Μὰ δὲν πρόλαβε νὰ τὴν ἀντικρίσει κι ἀμέσως ἅπλωσε τὰ χέρια του καὶ τὴν ἀπώθησε σκούζοντας: «Ἔξω ἀπὸ δῶ! Πάρε μακριά μου αὐτὸ τὸ φρικαλέο κάτοπτρο!». Ἡ φωνή του εἶχε κάτι τρομακτικό· τὸν κοίταξα κατάπληκτος καὶ διαπίστωσα πὼς εἶχε γίνει ἕνας ἄλλος. Ἐνῶ εἶχε μπουκάρει στὸ κελάρι μὲ νεανικὴ κι εὐχάριστη ὄψη, τώρα μὲ ἀγριοκοίταζε μὲ μάτια βαθουλωμένα, ἐνῶ τὸ πρόσωπό του ἦταν ρυτιδωμένο, μαραγ-κιασμένο, κι εἶχε χλωμάδα νεκρική· ἦταν τὸ πρόσωπο ἑνὸς γέρου.

Κύλιση στην κορυφή
Υποβολή έργου προς αξιολόγηση

Οι συγγραφείς που επιθυμούν να υποβάλουν έργο τους προς αξιολόγηση στις εκδόσεις Κίχλη μπορούν να το στείλουν ηλεκτρονικά (σε αρχείο word ή pdf) στην ηλεκτρονική μας διεύθυνση: kichli.publishing@gmail.com

Δεν δεχόμαστε υποβολή έργων ταχυδρομικά.

Κάθε πρόταση θα πρέπει να περιλαμβάνει:

  • το πλήρες έργο (όχι δείγμα / απόσπασμα)
  • περίληψη του έργου (εκτός αν πρόκειται για ποιητική συλλογή)
  • βιογραφικό σημείωμα του συγγραφέα, το οποίο να περιλαμβάνει τυχόν προηγούμενες εκδόσεις ή δημοσιεύσεις τους
  • τα στοιχεία επικοινωνίας του συγγραφέα

Όλα τα χειρόγραφα αξιολογούνται από την ίδια την εκδότρια της Κίχλης. Ο/η συγγραφέας ενημερώνεται για την απόφαση του εκδοτικού οίκου, μόνον εφόσον αυτή είναι θετική, μέσα σε χρονικό διάστημα 4 μηνών. Εφόσον παρέλθει αυτό το χρονικό διάστημα από την ημερομηνία αποστολής και δεν έχετε λάβει απάντηση, η έκδοση του έργου δεν είναι δυνατή.

Διευκρινίζεται ότι τα χειρόγραφα δεν επιστρέφονται.