Μαρτίν Κόαν, «Ηθικές επιστήμες» (προδημοσίευση)

Μιὰ παγίδα ποὺ ὑπάρχει στὴν ἕβδομη ὥρα εἶναι ὅτι οἱ μαθητὲς μποροῦν νὰ διαλέξουν εἴτε νὰ ἀσχοληθοῦν μὲ κάτι εἴτε νὰ βρίσκονται ἁπλῶς ἐκεῖ, καθισμένοι, κοιτάζοντας ἁπλῶς τὸ κενό, μέχρι ἡ ὥρα νὰ πάει ἑπτά· ἀντίθετα, οἱ ἐπιμελητὲς δὲν μποροῦν, ἀκόμα κι ἂν θέλουν, νὰ κάνουν ὁτιδήποτε ἄλλο πέρα ἀπὸ τὸ νὰ βρίσκονται ἐκεῖ καὶ νὰ παρατηροῦν. Ἡ Μαρία Τερέσα διατρέχει τὰ πρόσωπα ἀργά (ἂν διαθέτει κάτι, αὐτὸ εἶναι χρόνος). Κοιτάζει ἐπίμονα, γιὰ παράδειγμα, τὸν Καπελάν: Τὸ παιχνίδι τοῦ χεριοῦ ἢ τῶν δαχτύλων του πάνω στὸν ὦμο τῆς Μαρρὲ ἐπαναλαμβάνεται κάθε φορὰ ποὺ παρατάσσονται ἢ στοιχίζονται· θὰ ἤθελε νὰ διακρίνει στὴ φυσιογνωμία του, ὅπως φιλοδοξοῦσαν νὰ κάνουν οἱ μεγάλοι ἐπιστήμονες τοῦ 19ου αἰώνα, ἕνα τεκμήριο εἴτε ἀθωότητας εἴτε πονηρίας ποὺ θὰ ἔδινε λύση στὴν ὑπόθεσή του καὶ δὲν θὰ ἀπαιτοῦνταν νέες ἀναθεωρήσεις. Μετὰ κοιτάζει τὴ Σερβέλλι· αὐτὴ φταίει ποὺ ὅλοι οἱ συμμαθητές της, πέραν τοῦ ὅτι ἔχουν φορτωθεῖ ἀδιανόητες ἐπιπλήξεις, βρίσκονται ἀκόμη ἐδῶ, ἀργοπορημένοι καὶ ἡττημένοι ἀπὸ τοὺς νόμους τῆς ἀνίας· ὡστόσο τίποτα στὴν ἔκφρασή της, οὔτε στὴ συμπεριφορά της, δὲν προδίδει τὸ παραμικρὸ ἴχνος τύψης. Ἔπειτα κοιτάζει τὸν Κασκάρδο: Τόση προσήλωση ἀπαιτεῖ τὸ βιβλίο ποὺ διαβάζει, ποὺ τὰ αὐτιά του κοκκίνισαν ξαφνικὰ καὶ θά ’λεγε κανεὶς πὼς ἀπὸ στιγμὴ σὲ στιγμὴ θὰ πιάσουν φωτιά. Διατρέχει ἄλλα πρόσωπα, σχεδὸν ὅλα ἄχαρα, καὶ ἀρχίζει πάλι ἀπ’ τὴν ἀρχή.

Ὅσο δὲν ὑπάρχουν παρεμβάσεις ἢ ἐμπόδια σ’ αὐτὴ τὴν ἁπλὴ ἄσκηση ἐξουσίας, τὸ μόνο ποὺ μπορεῖ νὰ κάνει ἡ Μαρία Τερέσα εἶναι νὰ τὴν παρατείνει μέχρι νὰ πάει ἡ ὥρα ἑπτὰ τὸ ἀπόγευμα καὶ νὰ μπορέσει νὰ τὴ διακόψει. Δὲν περιμένει τίποτα ξαφνικό, καὶ δὲν ἔχει κανένα λόγο νὰ τὸ κάνει. Κι ὅμως ἐκείνη, ἡ ἐπιμελήτρια, ποὺ ἐδῶ εἶναι αὐτὴ ποὺ παρατηρεῖ, αἰσθάνεται ξαφνικὰ παρατηρούμενη. Στὴν ἀρχὴ δὲν διακρίνει ποιὸς εἶναι αὐτὸς ποὺ τὴν κοιτάζει, ξέρει ὅμως χωρὶς ἀμφιβολία πὼς κάποιος τὴν κοιτάζει, γιατὶ ἔτσι γίνεται σ’ αὐτὲς τὶς περιπτώσεις· σηκώνει τὰ μάτια ἀποφασισμένη νὰ ἀντικρίσει αὐτὰ τὰ ἄλλα μάτια. Κι αὐτὸς ποὺ τὴν κοιτάζει ἀπὸ τὸ θρανίο του δὲν εἶναι ἄλλος ἀπὸ τὸν Μπαράγλι. Ὁ Μπαράγλι τὴν κοιτάζει, καὶ μάλιστα ἐπίμονα, ἂν καὶ μὲ μιὰ ἔκφραση νωχέλειας, ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ τὴ θεωρήσει κανεὶς καὶ ἀπουσία ἔκφρασης. Ἔτσι θὰ ἤθελε νὰ τὴν ἐκλάβει ἡ Μαρία Τερέσα, παρόλο ποὺ ὑπάρχει κάτι –δὲν καταλαβαίνει τί ἀκριβῶς– ποὺ τὴν ἐμποδίζει. Θὰ ἤθελε νὰ μὴ διακρίνει σ’ αὐτὸ τὸ βλέμμα τίποτα περισσότερο ἀπὸ ἕνα χαμένο ὕφος, ἕνα ἀνώδυνο χάζεμα, τὴ μετρημένη καὶ χλιαρὴ ὑπερένταση τοῦ νὰ μὴν ἔχεις τίποτα νὰ κάνεις. Θὰ ἤθελε νὰ τὸ ἐκλάβει ἔτσι, ἀλλὰ κάτι τὴν ἐμποδίζει. Δὲν ξέρει ἀκριβῶς τί. Δὲν μπορεῖ νὰ ἀποφασίσει ἂν εἶναι σαρκασμὸς ἢ κάτι χειρότερο ἀπὸ σαρκασμός: λαγνεία· γιατὶ, ἂν ἦταν σαρκασμὸς ἢ λαγνεία, θὰ μποροῦσε νὰ παρέμβει δραστικὰ καὶ νὰ ξεμπερδέψει μὲ τὴν κατάσταση μιὰ καὶ καλή (ἀσχέτως ἂν τὸ νόημα ἑνὸς βλέμματος εἶναι ἀδύνατο νὰ ἐπιβεβαιωθεῖ μὲ σιγουριά· θὰ ἦταν ἀρκετὸς ὁ λόγος της καὶ δὲν θὰ ὑπῆρχαν περιθώρια γιὰ ὁποιαδήποτε ἔνσταση). Ὁ Μπαράγλι δὲν τὴν κοροϊδεύει οὔτε βέβαια τῆς ἀπευθύνει, μὲ τὴ στενὴ ἔννοια τοῦ ὅρου, ἕνα ἀντρικὸ βλέμμα· κι ὅμως -ἡ Μαρία Τερέσα εἶναι σίγουρη- δὲν ὑπάρχει ἀπόλυτη ἀθωότητα σ’ αὐτὸ τὸ βλέμμα. Δὲν τὴν προκαλεῖ· ἂν ἀντιδροῦσε, ἡ ἀντίδρασή της θὰ ἀποδεικνυόταν ὑπερβολική. Κι ὅμως εἶναι προφανὲς πὼς ὁ Μπαράγλι τὴν κοιτάζει ὑπερβολικά, γιὰ πάρα πολλὴ ὥρα, μὲ ὑπερβολικὴ προσήλωση. Τὸ κάνει, παρ’ ὅλα αὐτά, μὲ τόση πονηριά, ποὺ πολὺ εὔκολα θὰ μποροῦσε νὰ ἰσχυριστεῖ, ἂν ἔφταναν ἐκεῖ τὰ πράγματα, ὅτι τὸ βλέμμα του ἦταν ἀφηρημένο, ὅτι δὲν κοιτοῦσε τίποτα συγκεκριμένο, ὅτι κοιτοῦσε τὸν πίνακα ἢ τὸν τοῖχο ἢ τὸ ταβάνι, ὅτι, γιὰ νὰ μιλήσουμε συγκεκριμένα, κοιτοῦσε μπροστά, καὶ αὐτὴ ἡ στάση ἀπὸ μόνη της εἶναι ὅ,τι πιὸ ἀνεπίληπτο, καὶ ὅτι δὲν εἶναι δικό του φταίξιμο ποὺ μπροστὰ βρίσκεται ἐκείνη. Ἡ Μαρία Τερέσα προβλέπει αὐτὲς τὶς πιθανότητες καὶ ἑπομένως δὲν κάνει τίποτα. Προσπαθεῖ νὰ κοιτάζει ἄλλα πράγματα, ἄλλα πρόσωπα, ἢ νὰ κοιτάζει ἀόριστα πρὸς τὸ βάθος τῆς αἴθουσας, ἀκριβῶς ὅπως ἀναμένεται ἀπὸ ἐκείνους, τοὺς μαθητές, νὰ κοιτᾶνε μπροστά· ἀλλὰ τὰ μάτια ποὺ κοιτοῦν ἀσκοῦν μιὰ ἀκατανίκητη ἕλξη, ὅπως ξέρουν καλὰ οἱ μελετητὲς τῆς ἱστορίας τῆς τέχνης, κι ἐκείνη ἀργὰ ἢ γρήγορα ξαναστρέφει τὸ βλέμμα της στὸν Μπαράγλι καὶ ἀνακαλύπτει ὅτι ὁ Μπαράγλι τὴν κοιτάζει ἀκόμα. Ἡ Μαρία Τερέσα χαμηλώνει λίγο τὸ βλέμμα, ὄχι ὅμως γιὰ νὰ τὸ ἀπομακρύνει ἀπὸ τὸν Μπαράγλι, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἐξετάσει τὸ στόμα του. Βρίσκει ἐκεῖ αὐτὸ ποὺ ὑποπτευόταν: τὸ προανάκρουσμα ἑνὸς χαμόγελου, ποὺ γεννᾶ τόση ἀνησυχία. Ἂν ὑπῆρχε ἕνα γέλιο, ἂν ὑπῆρχε ἕνα χαμόγελο, ἂν ὑπῆρχε ἔστω μιὰ ἐμφανὴς κίνηση στὴ γωνία τῶν χειλιῶν, πόσο εὔκολο θὰ ἦταν γιὰ κείνη νὰ λάβει μέτρα, νὰ τιμωρήσει τὸν Μπαράγλι καὶ νὰ κλείσει αὐτὴ τὴν ὑπόθεση. Ἀλλὰ δὲν μπορεῖ νὰ προβεῖ σὲ κάτι τέτοιο γιὰ ἕναν μορφασμὸ ποὺ ἀκόμα δὲν ὑπάρχει. Ποὺ εἶναι στὰ πρόθυρα τοῦ νὰ ὑπάρξει, ποὺ μπορεῖς νὰ τὸν διαισθανθεῖς, ἴσως καὶ νὰ τὸν μαντέψεις, ἀλλὰ ποὺ δὲν ὑπάρχει. Δὲν μπορεῖ νὰ κάνει τίποτα, μόνο νὰ περιμένει. Νὰ περιμένει νὰ πάει ἡ ὥρα ἑπτά.

Ηθικές Επιστήμες

Ἐπιτέλους αὐτὴ ἡ στιγμὴ φτάνει καὶ τελειώνει ἡ ἕβδομη ὥρα.

— Πολὺ καλά, κύριοι. Μαζέψτε τὰ πράγματά σας.

Οἱ μαθητὲς ἀρχίζουν νὰ βγαίνουν ἀπὸ τὴν αἴθουσα. Ἡ Μαρία Τερέσα στέκεται στὸ ἄνοιγμα τῆς πόρτας γιὰ νὰ ἐπιβλέπει τὴν ἔξοδο. Αὐτὴ ἡ θέση τῆς ἐπιτρέπει νὰ ἐλέγχει ταυτοχρόνως τὸν διάδρομο καὶ τὴν αἴθουσα, αὐτοὺς ποὺ ἔχουν ἤδη βγεῖ κι αὐτοὺς ποὺ δὲν ἔχουν βγεῖ ἀκόμα. Καὶ φυσικά, καθὼς στέκεται ἐκεῖ, ὑποχρεώνει ἐπίσης τοὺς μαθητὲς νὰ περνοῦν κάπως κοντά της. Πότε ὁ ἕνας πότε ὁ ἄλλος σχεδὸν τὴν ἀγγίζουν, ἄθελά τους ἐννοεῖται, μὲ μιὰ σάκα ἢ μὲ τὴν ἄκρη ἑνὸς μπλέιζερ. ῞Οταν περνᾶ ὁ Μπαράγλι, δὲν τὴν κοιτάζει. Παράδοξο ἢ ὄχι –δὲν καταφέρνει ν’ ἀποφασίσει–, δὲν τὴν κοιτάζει καθόλου. Περνάει γρήγορα καὶ τὸ βλέμμα του ἀγνοεῖ παντελῶς ὁτιδήποτε δὲν εἶναι τὸ δάπεδο ἢ τὰ παπούτσια του. Τὸ πέρασμά του ὡστόσο ἐκλύει –πάνω της ἐν προκειμένῳ– ἕνα ἄρωμα οὐκ ὀλίγων ἀναμνήσεων. Ἡ Μαρία Τερέσα βρίσκεται ξαφνικὰ στὶς στιγμὲς μετὰ τὸ βραδινὸ φαγητὸ στὸ σπίτι τῆς παιδικῆς της ἡλικίας· τῆς παίρνει λίγο χρόνο νὰ συνειδητοποιήσει ὅτι αὐτὸς ποὺ θυμᾶται εἶναι ὁ πατέρας της· ὁ πατέρας της μετὰ τὸ δεῖπνο, ὅταν ἐκείνη ἦταν μικρή, ὅταν ζοῦσαν σ’ ἐκεῖνο τὸ σπίτι ποὺ εἶχε μιὰ πίσω αὐλή, καὶ ἐκείνη ἡ αὐλὴ πρασιές. Μόνο λίγο ἀργότερα καταφέρνει νὰ ἐπιβεβαιώσει, συγκινημένη ἀπὸ τὸν συνειρμό, ὅτι ὁ Μπαράγλι πέρασε ἀπὸ δίπλα της μὲ ἕνα ἄρωμα ὁλόιδιο μὲ τὸ ἄρωμα ἐκείνων τῶν χαμένων βραδιῶν καὶ ὅτι αὐτὸ τὸ ἄρωμα εἶναι τὸ ἄρωμα τῶν τσιγάρων μὲ μαῦρο καπνό. Ὁ πατέρας της κάπνιζε τέτοια τσιγάρα, ποὺ κυκλοφοροῦσαν σὲ πακέτα μὲ χρυσοπράσινα νερά· δὲν εἶναι τόσο συνηθισμένα πιά, μπορεῖς ὡστόσο ἀκόμα νὰ τὰ βρεῖς. Ἡ μυρωδιὰ ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ δαχτυλίδια καπνοῦ πλημμύριζε τὸ σπίτι τῆς παιδικῆς της ἡλικίας κάθε βράδυ, γιατὶ στὴν οὐσία ἀποτελοῦσε κομμάτι ἑνὸς τελετουργικοῦ ποὺ δὲν ἐπιδεχόταν ἐξαιρέσεις. Ὁ Μπαράγλι τώρα, καθὼς περνᾶ ἀπὸ δίπλα της, τῆς φέρνει πίσω αὐτὴ τὴ μυρωδιὰ ἢ τὴ φέρνει πίσω σ’ αὐτὴ τὴ μυρωδιά, κι ἐκείνη γιὰ μιὰ στιγμὴ ἀφαιρεῖται, ἢ ἴσως καὶ νὰ περιέρχεται σὲ σύγχυση, στὴν πόρτα τῆς αἴθουσας, στὸ σύνορο τοῦ τέλους τῆς μέρας.

Ὅταν, λίγο ἀργότερα, βγαίνει στὸν δρόμο κι ἔπειτα, ἀκόμη ἀργότερα, ὅταν ταξιδεύει μὲ τὸ μετρό, δὲν καταφέρνει νὰ ξεφύγει ἐντελῶς ἀπ’ ὅλο αὐτὸ ποὺ ἔχει συμβεῖ στὴ μνήμη καὶ στὴν ὄψη της καὶ ποὺ δρᾶ ὅπως ἀκριβῶς θὰ δροῦσε ἕνα ἄρωμα: μιὰ αἴσθηση ποὺ ἐμποτίζει τὰ ροῦχα καὶ τὴ μύτη, ἢ τὴ μνήμη, καὶ διαρκεῖ πέρα ἀπὸ κάθε ἀπόφαση. Τὴ βασανίζει, πάνω ἀπ’ ὅλα, ποὺ συνειδητοποιεῖ πὼς εἶναι τόσο εὐάλωτη, ποὺ ἀνακαλύπτει ὅτι ἕνα ἁπλὸ περιστατικὸ τοῦ κολεγίου διαταράσσει τὴν ψυχική της κατάσταση, καὶ ἴσως ἴσως τὴν πονάει. Καὶ ἐπιπλέον τὴ βασανίζει ἡ διαπίστωση πὼς ἡ ἀνησυχία ἐπιμένει τόσο μέσα της· οἱ σταθμοὶ τοῦ μετρὸ διαδέχονται ὁ ἕνας τὸν ἄλλο ἀφήνοντας ὅλο καὶ πιὸ μακριὰ τὸ κολέγιο καὶ ὅ,τι συνέβη, κι ὅμως ἐκείνη δὲν καταφέρνει νὰ δραπετεύσει ἀπὸ αὐτὸν τὸν κόσμο, ἀπὸ τὸν κόσμο ποὺ ἀναδύθηκε ἀπὸ τὴν ἐπαφὴ καὶ μόνο μὲ ἕνα ἄρωμα, ἐκεῖνο τὸν κόσμο τοῦ σπιτιοῦ, τῆς αὐλῆς, τῶν πρασιῶν, τῆς νύχτας, τῆς παιδικῆς ἡλικίας, τοῦ πατέρα της, τοῦ τσιγάρου, τοῦ καπνοῦ, τοῦ Μπαράγλι.

Δὲν θὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ αὐτὴν τὴ δυσφορία παρὰ μόνο τὴ στιγμὴ ποὺ θὰ καταφέρει νὰ δεῖ ὅ,τι συνέβη ἀπὸ τὴν ὀπτικὴ γωνία αὐτοῦ ποὺ κατὰ κύριο λόγο εἶναι: ἐπιμελήτρια τοῦ Γ10. Ἔτσι ἔπρεπε νὰ τὸ ἔχει ἀντιμετωπίσει ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμή, ἀλλὰ δὲν τὸ συνειδητοποιεῖ παρὰ μόνο τώρα, μόλις τώρα. Ἀπὸ τὴν ὀπτικὴ γωνία τῶν καθηκόντων της ὡς ἐπιμελήτριας τοῦ τμήματος, ἔχει ἕναν ἄλλο, συγκεκριμένο λόγο νὰ ἀνησυχεῖ. Εἶναι ἁπλὸ καὶ ὁλοφάνερο, ἀλλὰ μέχρι αὐτὴ τὴ στιγμή, τὴ στιγμὴ ποὺ τὸ συλλογίζεται ἔτσι, τῆς εἶχε ἐντελῶς διαφύγει: Ἄν, λίγο πρὶν ἀπὸ τὶς ἑπτὰ τὸ ἀπόγευμα, ὁ μαθητὴς Μπαράγλι πέρασε ἀπὸ δίπλα της καὶ μύριζε καπνό, αὐτὸ συνέβη ἐπειδὴ κάπνιζε, καὶ κάπνιζε μέσα στὸ κολέγιο, καὶ κάπνιζε κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ ὡραρίου τῶν μαθημάτων.

Τὴ Μαρία Τερέσα τὴ χαροποιεῖ ἡ διαπίστωσή της καὶ δὲν κατηγορεῖ τὸν ἑαυτό της ποὺ δὲν τὴν ἔκανε νωρίτερα, ἀκριβῶς τὴ στιγμὴ ποὺ ἔπρεπε νὰ τὴν κάνει. Δὲν καταλογίζει στὸν ἑαυτό της τίποτα, ἀντιθέτως, ἁπλῶς τὸν συγχαίρει. Τὰ ὑπόλοιπα εἶναι ζήτημα χρόνου· ἔτσι τὸ σκέφτεται. Καὶ ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἀκριβῶς, ἐκείνη τὴ νύχτα, σ’ ἐκεῖνο τὸ σκοτεινὸ μέρος ποὺ διασχίζει τὴν πόλη ὑπογείως, παίρνει τὴν κρίσιμη ἀπόφαση γιὰ τὸ ποιὸς θὰ εἶναι ὁ σημαντικότερος στόχος της τὶς μέρες ποὺ θὰ ἀκολουθήσουν: νὰ αἰφνιδιάσει τὸν Μπαράγλι, καὶ ὅποιους ἄλλους μοιράζονται μαζί του αὐτὴ τὴ συμπεριφορά, στὸ συγκεκριμένο πλαίσιο τῆς παραβίασης τῶν κανόνων, δηλαδή, ὅπως συνήθως λέγεται καὶ ὅπως κι ἐκείνη τὸ σκέφτεται τώρα, νὰ τοὺς πιάσει στὰ πράσα.

Κύλιση στην κορυφή
Υποβολή έργου προς αξιολόγηση

Οι συγγραφείς που επιθυμούν να υποβάλουν έργο τους προς αξιολόγηση στις εκδόσεις Κίχλη μπορούν να το στείλουν ηλεκτρονικά (σε αρχείο word ή pdf) στην ηλεκτρονική μας διεύθυνση: kichli.publishing@gmail.com

Δεν δεχόμαστε υποβολή έργων ταχυδρομικά.

Κάθε πρόταση θα πρέπει να περιλαμβάνει:

  • το πλήρες έργο (όχι δείγμα / απόσπασμα)
  • περίληψη του έργου (εκτός αν πρόκειται για ποιητική συλλογή)
  • βιογραφικό σημείωμα του συγγραφέα, το οποίο να περιλαμβάνει τυχόν προηγούμενες εκδόσεις ή δημοσιεύσεις τους
  • τα στοιχεία επικοινωνίας του συγγραφέα

Όλα τα χειρόγραφα αξιολογούνται από την ίδια την εκδότρια της Κίχλης. Ο/η συγγραφέας ενημερώνεται για την απόφαση του εκδοτικού οίκου, μόνον εφόσον αυτή είναι θετική, μέσα σε χρονικό διάστημα 4 μηνών. Εφόσον παρέλθει αυτό το χρονικό διάστημα από την ημερομηνία αποστολής και δεν έχετε λάβει απάντηση, η έκδοση του έργου δεν είναι δυνατή.

Διευκρινίζεται ότι τα χειρόγραφα δεν επιστρέφονται.