του Μιχάλη Μακρόπουλου
Κάθε ιστορία είναι μια πρόσκληση σ’ ένα μπαλ μασκέ. Ο συγγραφέας φοράει κάθε φορά άλλο προσωπείο και κουστούμι, μα από μέσα είναι ο ίδιος πάντα, το βλέπεις αν προσέξεις τα μάτια στη μάσκα – το βλέμμα που δεν αλλάζει, ό,τι κι αν το περιβάλλει. Το βλέμμα των δικών μου ιστοριών είναι αυτό του ξένου που βρίσκεται σε ξένο τόπο (ο Μερσώ του Καμύ λαθροβιοί στην καρδιά τους) – όλοι οι ήρωές μου κι όλες μου οι ηρωίδες είναι εντέλει αυτό: ξένοι και ξένες σε ξένο τόπο.
Στο Τέλος του ταξιδιού, ένας Γάλλος γλύπτης, ο Πιερ, επισκέπτεται ένα αιγαιοπελαγίτικο νησί έχοντας πίσω του μια περίοδο τρέλας κι εγκλεισμού, και στο εκτυφλωτικό φως και στη λευκότητα του ελληνικού καλοκαιριού ξετυλίγεται η ιστορία του: μια ιστορία τύφλωσης και ανάκτησης μιας βαθύτερης όρασης. Στη Σπουργίτω, σ’ ένα ηπειρώτικο χωριό μπαίνει ένα πρωί μια άγνωστη κοπέλα που ’χει κομμένη σύρριζα τη γλώσσα της και μόνο στο τέλος της νουβέλας μαθαίνουμε την ιστορία της. «Γράχαμ» φωνάζει έναν αλκοολικό Εγγλέζο, τον Γκρέιαμ, ο καλύτερός του φίλος, ένας αγράμματος ψαράς, ο Παράκλητος, στην ομώνυμη νουβέλα που δανείζεται περιστατικά –ίσως με τρόπο κάπως χονδροειδή, κι ας έχει τούτη η ιστορία μια ιδιαίτερη θέση στην καρδιά μου– από το Κατά Ιωάννην. Στο Δέντρο του Ιούδα ένας χωρισμένος πενηντάρης επιστρέφει με δύο βαλίτσες όλες κι όλες στο χωριό του, ξένος πια στον τόπο που τον γέννησε, και του γίνεται έμμονη ιδέα η εξιχνίαση του φόνου μιας νεαρής Αλβανής – είναι στην αρχή της ιστορίας σαν νεκρός που μέσ’ από το μυστήριο αυτού του φόνου λίγο λίγο ανασταίνεται και στο τέλος, με το να θυσιαστεί παίρνοντας μια φαινομενικά παράλογη απόφαση, ζει ξανά. Στην Τσότσηγια («τοσηδά» στα ηπειρώτικα) μια Βορειοηπειρώτισσα, η Κατερίνα βρίσκεται να ζει πεντάξενη σ’ ένα ακριτικό ελληνικό χωριό, παντρεμένη μ’ έναν βάναυσο χήρο με δυο γιους, που την κακοποιεί, και λυτρώνεται «γεννώντας» ένα σπιθαμιαίο φανταστικό κορίτσι, την Τσότσηγια (ή μήπως το γεννά στ’ αλήθεια; γιατί η Τσότσηγια είναι παραμύθι, και στα παραμύθια αλήθεια είναι ό,τι λέμε εμείς ότι ’ναι αληθινό). Στο Μαύρο νερό μια χούφτα άνθρωποι έχουν απομείνει σ’ ένα ορεινό χωριό δηλητηριασμένο από εξορύξεις, κι ένας πατέρας κι ο ανάπηρος γιος του παλεύουν να ζήσουν σ’ αυτόν τον τόπο που γι’ αυτούς είναι ο πιο αγαπημένος και μαζί ξένος κι εχθρικός πια – συνάμα σπίτι και τάφος. Στη Θάλασσα, ένας ιός εξαφανίζει το πλείστον της ανθρωπότητας, οι λιγοστοί επιζώντες καταφεύγουν σ’ υπόγειες πόλεις, κι από μια τέτοια πόλη η ηρωίδα της ιστορίας βγαίνει ξανά στην επιφάνεια της γης, έναν ξένο κόσμο πια, και μαζί με μια συνοδοιπόρο ταξιδεύει προς τη θάλασσα, που στην ιστορία είναι ταυτόχρονα κυριολεξία και (ψυχική) μεταφορά. Στον Άρη ένας ερευνητής στον «κόκκινο πλανήτη» (που τόσο τον είχα αγαπήσει ως έφηβος αναγνώστης ιστοριών φαντασίας, και μάλιστα από τ’ αγαπημένα μου βιβλία ήταν και είναι τα Χρονικά του Άρη του Ray Bradbury) επικοινωνεί με μηνύματα με τη σύντροφό του στη Γη – κι εδώ, όπως στη Θάλασσα, ο ξένος πλανήτης είναι ταυτόχρονα μια κυριολεξία και μια μεταφορά. Και στη νουβέλα Ω’μ, ένας προϊστορικός κυνηγός σακατεύεται, η ομάδα του τον αφήνει μόνο σε μια ορεινή σπηλιά κι ο Ω’μ μάχεται μες στο καταχείμωνο να επιβιώσει αντιπαλεύοντας το θάνατο, ξένος κι αυτός όπως όλοι μας στον τόπο της απόλυτης ξενότητας: τον τόπο του θανάτου.
Σ’ αυτόν το χορό μεταμφιεσμένων, το χορό της φαντασίας που πλάθει ιστορίες για να παλέψουν την ξενότητα και το θάνατο, οπλίζω τους ήρωές μου και τις ηρωίδες μου με τα μοναδικά όπλα που ξέρω εγώ (θα υπάρχουν κι άλλα, φαντάζομαι, όμως εμένα μου έτυχαν αυτά).
Το ένα είναι η τέχνη. Ο Πιερ είναι γλύπτης, ο Γκρέιαμ-Γράχαμ είναι ζωγράφος, η Σπουργίτω ζωγραφίζει κι αυτή, ο Ω’μ χάρη στην εγγύτητα του θανάτου ανακαλύπτει την τέχνη, ενεός μπροστά στη δύναμή της, που την έκλεινε μέσα του δίχως να το γνωρίζει.
Και τ’ άλλο, το κυριότερο, είναι η αγάπη. Η αγάπη του Πιερ για τη νεκρή του γυναίκα στο Τέλος του ταξιδιού, του Παράκλητου για τον Γράχαμ, του Λιάκου στο Δέντρο του Ιούδα για τον φίλο του τον αστυνομικό, τη γριά μάνα του, τη Βίτω, την κόρη του· η αγάπη της Κατερίνας για τη φανταστική (ή μήπως πραγματική;) Τσότσηγια, του Πατέρα για τον Χριστόφορο και τανάπαλιν στο Μαύρο νερό, της κοπέλας για τη σύντροφό της στη Θάλασσα, του αστροναύτη για τη δική του σύντροφο στον Άρη.
Η τέχνη και η αγάπη είναι η πατρίδα των ηρώων και των ηρωίδων μου καθώς περιπλανιούνται, ξένοι σε ξένο τόπο.
