
μτφρ.: Βάιος Λιαπής, επίμετρο: Λίζυ Τσιριμώκου
5
Ὄαση
Σᾶς εἶπα τόσα καὶ τόσα γιὰ τὴν ἔρημο· ἔχω νὰ σᾶς πῶ κι ἄλλα, μὰ θέλω πρῶτα νὰ σᾶς μιλήσω γιὰ μιὰν ὄαση. Ἡ ὄαση ποὺ μοῦ ἔρχεται τώρα στὸ μυαλὸ δὲν εἶναι χαμένη στὰ βάθη τῆς Σαχάρας. Μὰ ἕνα ἀπὸ τὰ θαύματα τοῦ ἀεροπλάνου εἶναι πὼς σὲ βυθίζει κατευθείαν στὴν καρδιὰ τοῦ μυστηρίου. Γίνεσαι βιολόγος ποὺ μελετᾶ, πίσω ἀπ’ τὸ φινιστρίνι, τὴν ἀνθρώπινη μυρμηγκοφωλιά· παρατηρεῖς μὲ πέτρινη καρδιὰ κεῖνες τὶς πόλεις, σπαρμένες μὲς στὶς πεδιάδες, ποὺ ἀπ’ τὸ κέντρο τους ἐξακτινώ-νονται οἱ δημοσιὲς καὶ τὶς τρέφουν, σὰν ἀρτηρίες, μὲ τὸν χυμὸ τῶν κάμπων. Μὰ τότε τρεμοπαίζει ἡ βελόνα στὸ μανόμετρο, κι ἐκείνη ἡ πράσινη τούφα κάτω χαμηλὰ γίνεται ὁλόκληρο σύμπαν. Σὲ κρατεῖ αἰχμάλωτό της μιὰ γωνίτσα χορτάρι σ’ ἕνα κοιμισμένο δασάκι.
Τὸ μέτρο τῆς ἀπομάκρυνσης δὲν εἶναι ἡ ἀπόσταση. Τὸ τοιχάκι τοῦ κήπου μας μπορεῖ νὰ κρύβει πιὸ πολλὰ μυστικὰ ἀπὸ τὸ Σινικὸ Τεῖχος, καὶ τὴν ψυχὴ ἑνὸς μικροῦ κοριτσιοῦ τὴν προστατεύει ἡ σιω-πὴ πιὸ καλὰ ἀπ’ ὅ,τι προστατεύει ἡ παχιὰ ἄμμος μιὰν ὄαση τῆς Σαχάρας.
Θὰ διηγηθῶ ἕναν σύντομο σταθμὸ ποὺ ἔκανα μὲ τὸ ἀεροσκάφος σὲ κάποιο μέρος τοῦ κόσμου. Ἤτανε κοντὰ στὴν Κονκόρδια, στὴν Ἀργεντινή, μὰ θὰ μποροῦσε νὰ ἦταν ὁπουδήποτε ἀλλοῦ: τὸ μυ-στήριο ἁπλώνεται παντοῦ.
Εἶχα προσγειωθεῖ σ’ ἕνα χωράφι καὶ δὲν μοῦ περνοῦσε κὰν ἀπ’ τὸ μυαλὸ πὼς σὲ λίγο θὰ ζοῦσα ἕνα παραμύθι. Μὲ εἶχε περιμαζέψει ἕνα ἥσυχο ζευγάρι μὲ τὴν παλιά τους Φόρντ· μήτε ἐκεῖνοι μήτε τὸ ἁμάξι τους εἴχανε τίποτα τὸ ἰδιαίτερο.
— Θὰ μείνετε σπίτι μας ἀπόψε…
Ἀλλὰ σὲ μιὰ στροφὴ τοῦ δρόμου σχηματίστηκε μπροστά μου, κάτω ἀπ’ τὸ φεγγαρόφωτο, μιὰ συστάδα δέντρα καί, πίσω ἀπ’ τὰ δέντρα, ἕνα σπίτι. Τί παράξενο σπίτι! Κοντόχοντρο, βαρυκόκαλο, σχεδὸν σὰν φρούριο. Ἕνα κάστρο τοῦ θρύλου πού, μόλις διάβαινες τὸ πρόπυλό του, σοῦ χάριζε ἕνα καταφύγιο εἰρηνικό, ἀσφαλὲς καὶ προστατευμένο, ἴδιο μοναστήρι.
Φανήκανε τότε δυὸ κοπελίτσες. Μὲ κοίταξαν μὲ σοβαρὸ βλέμμα, σὰν δυὸ κριτὲς ποὺ φύλαγαν τὸ κατώφλι κάποιου ἀπαγορευμένου βασίλειου: ἡ πιὸ μικρὴ σούφρωσε τὰ χείλια της καὶ χτύπησε τὸ ἔδαφος μ’ ἕνα χλωρὸ κλαρί· ἔπειτα, ἀφοῦ ἔγιναν οἱ συστάσεις, μοῦ ἅπλωσαν τὸ χέρι τους δίχως νὰ ποῦν λέξη, μ’ ἕνα ὕφος περίεργης ἀψηφισιᾶς, κι ἐξαφανίστηκαν.
Ὅλα αὐτὰ μὲ διασκέδαζαν ἀλλὰ καὶ μὲ γοήτευαν. Ἦταν ἁπλά, ἀθόρυβα καὶ κλεφτά, σὰν τὴν πρώ-τη λέξη ἑνὸς μυστικοῦ.
— Ἔ, εἶναι ἀγριμάκια, εἶπε ἁπλὰ ὁ πατέρας τους.
Καὶ μπήκαμε μέσα.
Στὴν Παραγουάη μοῦ ἄρεσε ἐκεῖνο τὸ εἰρωνικὸ χορταράκι ποὺ ξεμυτίζει μέσα ἀπ’ τὰ πλακόστρω-τα τῆς πρωτεύουσας: ἔρχεται σταλμένο ἀπ’ τὸ παρθένο δάσος, τὸ ἀόρατο μὰ διαρκῶς παρόν, γιὰ νὰ δεῖ ἂν ἡ πόλη εἶναι ἀκόμα στὰ χέρια τῶν ἀνθρώπων, γιὰ νὰ ἐλέγξει μήπως ἦρθε ἡ ὥρα νὰ ταρακουνήσει λιγάκι ὅλες αὐτὲς τὶς πέτρες. Μοῦ ἄρεσε ἐκεῖνο τὸ ρήμαγμα, ποὺ ἦταν ὡστόσο ἡ ἔκφραση ἑνὸς ὑπέρμετρου πλούτου. Μὰ ἐδῶ πέρα ἔμεινα ἄφωνος ἀπὸ θαυμασμό.
Διότι ὅλα ἐδῶ ἦταν ρημαγμένα, ἀλλὰ μ’ ἕναν τρόπο ἀξιολάτρευτο, ὅπως ἕνα γέρικο δέντρο σκεπα-σμένο μὲ λειχῆνες, ποὺ ὁ χρόνος τοῦ ἔχει ραγίσει λίγο τὸν κορμό, ἢ ὅπως ἕνα ξύλινο παγκάκι ὅπου πᾶνε καὶ κάθονται οἱ ἐρωτευμένοι ἐδῶ καὶ δέκα γενιές. Ἡ ξύλινη ἐπένδυση τῶν τοίχων ἤτανε φθαρμένη, τὰ κουφώματα φαγωμένα, οἱ καρέκλες σαραβαλιασμένες. Μὰ κι ἂν δὲν ἐπιδιόρθωναν τίποτα, ὡστόσο καθάριζαν τὰ πάντα μὲ ζέση. Ὅλα ἤτανε πεντακάθαρα, κερωμένα, ἀστραφτερά.
Τὸ σαλόνι εἶχε μιὰν ὄψη ὅλο ἔνταση, σὰν ρυτιδωμένη γερόντισσα. Τὰ θαύμαζα ὅλα – τὶς ραγισμα-τιὲς στοὺς τοίχους, τὰ σκασίματα στὸ ταβάνι καί, πάνω ἀπ’ ὅλα, τὸ σανιδένιο πάτωμα, ποὺ ἀλλοῦ βούλιαζε κι ἀλλοῦ ἔτρεμε, σὰν ξύλινο γεφυράκι, μὰ παντοῦ γυαλισμένο, βερνικωμένο, στιλβωμένο. Παράξενο σπίτι: δὲν ἔδειχνε καθόλου παραμελημένο, δὲν φανέρωνε καμιὰν ἀδιαφορία· ἀντίθετα, ὅλα ἀπέπνεαν ἕναν σεβασμὸ ἄνευ προηγουμένου. Κάθε χρόνος ποὺ περνοῦσε αὔξαινε, ὡς φαίνεται, τὴ χάρη του, ἔκανε ἀκόμα πιὸ πολύπλοκη τὴν ὄψη του, θέρμαινε κι ἄλλο τὴ φιλικὴ ἀτμόσφαιρά του, ἀλλὰ καὶ ἔκανε ἀκόμα πιὸ ἐπικίνδυνο τὸ ταξίδι ποὺ ἔπρεπε νὰ ἀποτολμήσει κανεὶς γιὰ νὰ περάσει ἀπὸ τὸ σαλόνι στὴν τραπεζαρία.
— Προσοχή!
Ἤτανε μιὰ τρύπα. Μοῦ τόνισαν πὼς δὲν ἦταν δύσκολο νὰ σπάσω τὸ πόδι μου σὲ μιὰ τέτοια τρύ-πα. Γι’ αὐτὴ τὴν τρύπα δὲν ἔφταιγε κανείς: ἦταν ἔργο τοῦ χρόνου. Θύμιζε μεγάλο φεουδάρχη ἐτούτη ἡ ἡγεμονικὴ περιφρόνηση γιὰ τὶς δικαιολογίες. Δὲν μοῦ ἔλεγαν: «Μποροῦμε νὰ τὶς κλείσουμε τὶς τρύπες, εἴμαστε πλούσιοι, ἀλλά…». Οὔτε καὶ μοῦ ἔλεγαν –κι ἂς ἦταν ἀλήθεια– «Τὸ ἔχουμε νοικιάσει ἀπὸ τὴν πόλη γιὰ τριάντα χρόνια. Ἐκεῖνοι πρέπει νὰ κάνουν τὶς ἐπισκευές. Μὰ πεισμώνουμε κι ἐμεῖς κι ἐκεῖνοι…». Δὲν καταδέχονταν τὶς ἐξηγήσεις, κι αὐτή τους ἡ ἄνεση μὲ μάγευε. Τὸ πιὸ πολὺ ποὺ μοῦ εἶπαν ἦταν:
— Ἔ, εἶναι λιγάκι σαραβαλιασμένο…
Μὰ τὸ εἴπανε σὲ τόνο τόσο ἐλαφρό, ποὺ ἄρχισα νὰ ὑποψιάζομαι πὼς οἱ φίλοι μου δὲν τὸ ἔπαιρ-ναν καὶ πολὺ ἐπὶ πόνου. Φαντάζεστε ἕνα συνεργεῖο ἀπὸ χτίστες, ξυλουργούς, ἐπιπλοποιούς, σοβατζῆδες ν’ ἀραδιάζουν σ’ ἕνα τέτοιο παρελθὸν τὰ βέβηλα ἐργαλεῖα τους καὶ μέσα σὲ ὀχτὼ μέρες νὰ σᾶς ξαναφτιάχνουν τὸ σπίτι ἔτσι ποὺ νὰ μὴν τὸ ἀναγνωρίζετε, ἔτσι ποὺ νὰ νιώθετε μέσα του σὰν ξένοι; Ἕνα σπίτι δίχως μυστήρια, δίχως κρυφὲς ἐσοχές, δίχως καταπακτὲς κάτω ἀπ’ τὰ πόδια σας, δίχως πατάρια – κάτι σὰν αἴθουσα ἀναμονῆς κάποιου δημαρχείου;
Ἦταν ὅ,τι πιὸ φυσικὸ νὰ ἐξαφανιστοῦν οἱ κοπελίτσες μέσα σ’ αὐτὸ τὸ σπίτι, τὸ γεμάτο κρυψῶνες. Φαντάσου πῶς θὰ ἦταν οἱ σοφίτες, ὅταν τὸ σαλόνι ἀπὸ μόνο του εἶχε ἤδη τὰ πλούτη μιᾶς σοφίτας! Ὅταν ἤδη μάντευε κανεὶς ὅτι κι ἀπὸ τὸ τελευταῖο μισάνοιχτο ντουλαπάκι θὰ ξεχύνονταν δεσμίδες κιτρινισμένα γράμματα, λογαριασμοὶ τοῦ προπάππου, κλειδιὰ πιὸ πολλὰ ἀπὸ τὶς κλειδωνιὲς τοῦ σπιτιοῦ, ποὺ κανένα τους ἀσφαλῶς δὲν θὰ ταίριαζε σὲ καμιά τους. Κλειδιὰ ἐξαισίως ἄχρηστα, ποὺ ἀφήνουν τὸ μυαλὸ ἔκθαμβο καὶ τὸ κάνουν νὰ ὀνειρεύεται ὑπόγεια περάσματα, θαμμένα σεντούκια, χρυσὲς λίρες.
— Θέλετε νὰ περάσουμε στὸ τραπέζι;
Κινήσαμε γιὰ τὴν τραπεζαρία. Ἀπὸ τὸ ἕνα δωμάτιο στὸ ἄλλο, ἀνάσαινα, διάχυτη παντοῦ σὰν λιβά-νι, αὐτὴ τὴ μυρωδιὰ τῆς παλιᾶς βιβλιοθήκης, ποὺ ἀξίζει ὅσο ὅλα τ’ ἀρώματα τοῦ κόσμου. Καὶ πάνω ἀπ’ ὅλα μοῦ ἄρεσε ποὺ κουβαλοῦσαν μαζί τους τὶς λάμπες. Λάμπες ἀληθινές, βαριές, ποὺ τὶς μετέφεραν ἀπὸ τὸ ἕνα δωμάτιο στὸ ἄλλο, ὅπως στὸ πιὸ βαθὺ παρελθὸν τῆς παιδικῆς μου ἡλικίας, καὶ ποὺ ἀνάδευαν στὴν ἐπιφάνεια τῶν τοίχων ἴσκιους θαυμαστούς. Ὅταν τὶς σήκωναν, ἀναδύονταν ἀνθο-δέσμες φῶς καὶ μαῦρα φοινικόφυλλα. Ἔπειτα, ὅταν πιὰ τὶς ἀπίθωναν στὴ θέση τους, σταθερο-ποιοῦνταν οἱ ζῶνες τοῦ φωτὸς καὶ τὸ πελώριο ταμίευμα τῆς νύχτας ὁλόγυρά τους, ὅπου ἔτριζαν τὰ ξύλα.
Οἱ δύο κοπελίτσες ἐμφανίστηκαν ξανά, τὸ ἴδιο μυστήρια, τὸ ἴδιο σιωπηλά, ὅπως εἶχαν ἐξαφανι-στεῖ. Κάθισαν στὸ τραπέζι σοβαρὲς-σοβαρές. Εἴχανε τὸ δίχως ἄλλο ταΐσει τὰ σκυλιά τους, τὰ πουλιά τους, εἶχαν ἀνοίξει τὰ παραθύρια τους στὴ λαμπρὴ νυχτιὰ καὶ εἶχαν ὀσφρανθεῖ τὸ ἄρωμα τῶν φυτῶν στὸν βραδινὸν ἀέρα. Τώρα, ξεδιπλώνοντας τὴν πετσέτα τους, μὲ παρατηροῦσαν μὲ τὴν ἄκρη τοῦ ματιοῦ, ἐπιφυλαχτικά, κι ἀναρωτιόντουσαν ἂν ἔπρεπε νὰ μὲ κατατάξουν στὰ ζῶα τοῦ σπιτιοῦ. Διότι εἶχαν ἐπίσης μιὰν ἰγκουάνα, μιὰ μαγκούστα, μιὰν ἀλεπού, ἕναν πίθηκο καὶ κάμποσες μέλισσες. Ὅλα αὐτὰ ζοῦσαν ἀνάκατα καὶ τὰ πήγαιναν μιὰ χαρὰ μεταξύ τους, φτιάχνοντας ἔτσι ἕναν καινούργιο παράδεισο ἐπὶ τῆς γῆς. Οἱ κοπελίτσες εἴχανε κράτος κι ἐξουσία πάνω σ’ ὅλα τὰ ζῶα τῆς πλάσης, τὰ μάγευαν μὲ τὰ χεράκια τους, τὰ τάιζαν, τὰ πότιζαν καὶ τοὺς ἔλεγαν ἱστορίες, ποὺ τὶς ἄκουγαν ὅλα τους προσεχτικά, ἀπὸ τὴ μαγκούστα μέχρι τὶς μέλισσες.
Κι ἐγὼ περίμενα πὼς αὐτὲς οἱ δύο ζωηρὲς κοπελίτσες θὰ ἐπιστράτευαν ὅλο τὸ κριτικό τους πνεῦ-μα καὶ ὅλη τους τὴν ὀξυδέρκεια προκειμένου νὰ καταλήξουν σὲ μιὰν ἀκαριαία, μυστικὴ καὶ ἀμετάκλητη ἐτυμηγορία γιὰ τὸν ἄντρα ποὺ καθόταν ἀπέναντί τους. Ὅταν ἤμουν παιδί, ἔτσι βαθμολογοῦσαν οἱ ἀδελφές μου τοὺς καλεσμένους ποὺ τιμοῦσαν γιὰ πρώτη φορὰ τὸ τραπέζι μας. Κι ὅποτε ἔκανε κοιλιὰ ἡ συζήτηση, ἄκουγες ἄξαφνα, μὲς στὴ σιωπή, νὰ ἀντηχεῖ ἕνα: «Ἕντεκα!» ποὺ τὴ γοητεία του δὲν τὴν ἔνιωθε κανεὶς ἐκτὸς ἀπὸ τὶς ἀδελφές μου κι ἐμένα.
Οἱ ἀναμνήσεις μου ἀπὸ τὸ παιχνίδι αὐτὸ μὲ ἀνησυχοῦσαν κάπως. Καὶ μ’ ἐνοχλοῦσε ἀκόμα περισ-σότερο ποὺ ἔνιωθα τὶς δικαστίνες μου τόσο ἐνημερωμένες. Ἤξεραν νὰ ξεχωρίζουν τὰ πονηρὰ ζῶα ἀπὸ τὰ ἀθῶα, καταλάβαιναν ἀπὸ τὴν περπατησιά της ἂν ἡ ἀλεπού τους εἶχε ὄρεξη γιὰ παρέα ἢ ὄχι καὶ εἶχαν βαθιὰ γνώση κάθε ἐσώτερης κίνησης.
Μοῦ ἄρεσε τὸ κοφτερό τους βλέμμα καὶ οἱ ἀνυπόκριτες ψυχοῦλες τους, μὰ θὰ προτιμοῦσα νὰ ἔβρισκαν ἄλλο παιχνίδι. Κι ὅμως, ἀπὸ ἕναν ἐλεεινὸ φόβο γιὰ τὸ «ἕντεκα», τοὺς ἔδινα τὸ ἁλάτι, τοὺς ἔβαζα κρασί, ἀλλὰ ὅταν σήκωνα τὸ βλέμμα, ξανάβλεπα στὰ πρόσωπά τους τὴν ἤπια σοβαρότητα τοῦ ἀδέκαστου κριτῆ.
Ἀκόμα καὶ ἡ κολακεία θὰ ἦταν μάταιη: δὲν ἤξεραν τί θὰ πεῖ ματαιοδοξία. Ἤξεραν ὅμως τὴν ὡραίαν ὑπεροψία, καὶ εἶχαν γιὰ τὸν ἑαυτό τους, χωρὶς διόλου βοήθεια ἀπὸ μένα, πιὸ μεγάλην ἰδέα ἀπ’ ὅ,τι θὰ τολμοῦσα ποτὲ νὰ ἐκφράσω ἐγὼ μὲ λόγια. Δὲν μοῦ περνοῦσε κὰν ἀπ’ τὸ μυαλὸ νὰ ἐκμεταλλευτῶ τὸ ἐπάγγελμά μου γιὰ νὰ κερδίσω κάποιαν αἴγλη, γιατὶ εἶναι τρομερὰ παράτολμο νὰ σκαρφαλώσεις στὰ πιὸ ψηλὰ κλαδιὰ ἑνὸς πλατάνου μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ δεῖς ἂν ἔβγαλαν φτερὰ τὰ πουλάκια στὴ φωλιὰ ἢ γιὰ νὰ πεῖς καλημέρα στοὺς φίλους σου.
Καὶ κεῖνες οἱ δύο βουβὲς νεράιδες συνέχιζαν νὰ ἐπιτηροῦν τὸ φαγητό μου μὲ τόση προσοχή, κι ἐγὼ συναντοῦσα τὸ λαθραῖο βλέμμα τους τόσο συχνά, ποὺ ἔπαψα πιὰ νὰ μιλάω. Γίνηκε τότε σιωπή, κι ὅσο βάστηξε τούτη ἡ σιωπή, κατιτὶ σφύριζε ἐλαφρὰ πάνω στὸ σανιδένιο πάτωμα, θρόιζε κάτω ἀπ’ τὸ τραπέζι, κι ἔπειτα σώπασε. Σήκωσα τὸ βλέμμα μου ἀπορημένος. Τότε ἡ μικρότερη ἀδελφή, ἱκανο-ποιημένη ἀσφαλῶς ἀπὸ τὴν ἐξέτασή της ἀλλὰ θέλοντας νὰ μὲ δοκιμάσει καὶ στὴ λυδία λίθο ποὺ κρατοῦσε γιὰ τὸ τέλος, καθὼς δάγκωνε τὸ ψωμὶ μὲ τ’ ἄγρια δοντάκια της, μοῦ ἐξήγησε ἁπλά, μὲ μιὰν εἰλικρίνεια ποὺ εἶχε βεβαίως σκοπὸ ν’ ἀφήσει ἄφωνο ἐμένα τὸν βάρβαρο (ἂν ὑποθέσουμε ὅτι αὐτὸ ἤμουν):
— Εἶναι οἱ ὀχιές.
Καὶ σώπασε, εὐχαριστημένη, σὰν νὰ ἦταν ὑπεραρκετὴ ἡ ἐξήγηση αὐτὴ γιὰ ὅποιον εἶχε στοιχειώ-δη νοημοσύνη. Ἡ ἀδελφή της μοῦ ἔριξε ἀστραπιαῖα μιὰ ματιὰ γιὰ νὰ δεῖ ποιὰ θὰ ἦταν ἡ πρώτη μου ἀντίδραση, κι ἔπειτα οἱ δυό τους ἔσκυψαν πάνω ἀπ’ τὸ πιάτο τους, μὲ τὴν πιὸ γλυκιὰ καὶ τὴν πιὸ ἀθώαν ἔκφραση τοῦ κόσμου.
— Ἄ, μάλιστα!… Εἶναι οἱ ὀχιές…
Αὐτὰ τὰ λόγια μοῦ ξέφυγαν, ὅπως ἦταν φυσικό. Αὐτὸ τὸ πράγμα ποὺ εἶχε γλιστρήσει ἀνάμεσα στὰ πόδια μου, ποὺ μοῦ εἶχε ἀγγίξει τὶς κνῆμες, ἦταν οἱ ὀχιές…
Εὐτυχῶς γιὰ μένα, χαμογέλασα. Αὐθόρμητα μάλιστα – εἰδαλλιῶς, οἱ μικρὲς θὰ τὸ εἴχανε μυριστεῖ. Χαμογέλασα γιατὶ εἶχα κέφια, γιατὶ κάθε λεπτὸ ποὺ περνοῦσε τὸ σπίτι αὐτὸ μοῦ ἄρεσε στ’ ἀλήθεια ὅλο καὶ πιὸ πολύ· καὶ γιατὶ ἔνιωθα τὴν ἐπιθυμία νὰ μάθω πιὸ πολλὰ γιὰ τὶς ὀχιές. Ἡ μεγαλύτερη ἀδελφὴ ἔσπευσε νὰ μὲ βοηθήσει:
— Ἔχουν τὴ φωλιά τους σὲ μιὰ τρύπα κάτω ἀπ’ τὸ τραπέζι.
— Κατὰ τὶς δέκα τὸ βράδυ γυρνᾶνε σπίτι τους, πρόσθεσε ἡ μικρότερη. Τὴν ἡμέρα βγαίνουν γιὰ κυ-νήγι.
Ἦταν ἡ σειρά μου νὰ τὶς κοιτάξω μὲ τὴν ἄκρη τοῦ ματιοῦ. Ἡ πανουργία τους, τὸ σιωπηλό τους γέλιο πίσω ἀπ’ τὸ ἀτάραχο πρόσωπο. Μὲ γέμιζε θαυμασμὸ ἡ ἡγεμονική τους ἐξουσία…
Σήμερα, ὀνειρεύομαι. Ὅλα αὐτὰ εἶναι πιὰ μακρινά. Τί ν’ ἀπέγιναν ἄραγε οἱ δύο νεράιδες; Μᾶλλον θὰ ἔχουν παντρευτεῖ. Μὰ λὲς νὰ ἔχουν ἀλλάξει; Εἶναι βαρὺ πράγμα νὰ γίνεις μονοστιγμὶς ἀπὸ κορίτσι γυναίκα. Τί νὰ κάνουν ἄραγε στὸ καινούργιο σπιτικό τους; Νὰ ἔχουν ἀκόμα πάρε δῶσε μὲ τὰ ζιζάνια ποὺ θρασομανοῦν καὶ μὲ τὰ φίδια; Κάποτε εἴχανε ζυμωθεῖ μὲ κάτι συμπαντικό. Μὰ ἔρχεται μιὰ μέρα ποὺ μέσα στὸ κορίτσι ξυπνάει ἡ γυναίκα κι ὀνειρεύεται νὰ βαθμολογήσει ἐπιτέλους κάποιον μὲ δεκαεννιά. Τὸ δεκαεννιά, ὅσο νὰ πεῖς, ἔχει τὸ δικό του βάρος μὲς στὰ βάθη τῆς καρδιᾶς. Τότε ἐμφανίζεται κάποιος ἠλίθιος. Γιὰ πρώτη φορά, τὸ κοφτερὸ βλέμμα λαθεύει καὶ τὸν βλέπει ζωγραφισμένον μὲ ὡραῖα χρώματα. Ἂν ὁ ἠλίθιος ἀπαγγέλλει στιχάκια, τὸν περνᾶνε γιὰ ποιητή. Νομίζουν πὼς καταλαβαίνει ἀπὸ τρύπια πατώματα, νομίζουν πὼς τοῦ ἀρέσουν οἱ μαγκοῦστες. Νομίζουν πὼς νιώθει κολακευμένος ἀπὸ τὴν ἐμπιστοσύνη τῆς ὀχιᾶς ποὺ ἀναδεύεται κάτω ἀπ’ τὸ τραπέζι ἀνάμεσα στὰ πόδια του. Καὶ τότε τοῦ χαρίζουν τὴν καρδιά τους, ποὺ εἶναι ἕνας ἄγριος κῆπος – τὴ χαρίζουν σ’ αὐτόν, ποὺ τοῦ ἀρέσουν μονάχα τὰ φροντισμένα ἀλσύλλια. Καὶ ὁ ἠλίθιος παίρνει τὴν πριγκίπισσα καὶ τὴν κάνει σκλάβα του.
7
Στὴν καρδιὰ τῆς ἐρήμου
[…]
3
Εἶναι θαῦμα ποὺ ζοῦμε ἀκόμα. Μὲ τὸν ἠλεκτρικὸ φακὸ στὸ χέρι, βαδίζω ἀνάδρομα πάνω στὰ ἴχνη ποὺ ἄφησε τὸ ἀεροπλάνο στὸ ἔδαφος. Στὰ διακόσια πενήντα μέτρα ἀπὸ κεῖ ποὺ σταμάτησε, συναντοῦμε κιόλας στραβωμένα σιδερικὰ καὶ λαμαρίνες ποὺ σπάρθηκαν ὁλόγυρα, ὅσο τὸ σκάφος σερνότανε στὴν ἄμμο. Σὰν ξημερώσει, θὰ δοῦμε ὅτι πέσαμε, πλευρικὰ σχεδόν, πάνω στὴ ρίζα μιᾶς χαμηλῆς πλαγιᾶς, στὴν κορυφὴ κάποιου ἔρημου ὀροπεδίου. Στὸ σημεῖο τῆς πρόσκρουσης μιὰ γούρνα στὴν ἄμμο μοιάζει σὰν νὰ τὴν ἔσκαψε κάποιο ἀλέτρι. Τὸ σκάφος, χωρὶς νὰ τουμπάρει, σύρθηκε μὲ τὴν κοιλιά, σὰν ἑρπετὸ ποὺ τινάζει κακόχολα τὴν οὐρά του πέρα δῶθε – μὲ ταχύτητα δια-κόσια ἑβδομήντα χιλιόμετρα τὴν ὥρα. Χρωστοῦμε μᾶλλον τὴ ζωή μας σ’ αὐτὲς τὶς μαῦρες, ὁλοστρόγ-γυλες πέτρες ποὺ κυλοῦν ἀνεμπόδιστες πάνω στὴν ἄμμο καὶ πού, καθὼς φαίνεται, μᾶς ἔστρωσαν ἕνα εἶδος κυλιόμενο χαλί.
Ὁ Πρεβὸ ἀποσυνδέει τοὺς συσσωρευτές, μήπως γίνει κανένα βραχυκύκλωμα κι ἁρπάξουμε φω-τιά. Ἐγὼ ἀκουμπάω μὲ τὴν πλάτη στὸν κινητήρα καὶ συλλογιέμαι: γιὰ τέσσερις ὧρες κι ἕνα τέταρτο ποὺ κράτησε ἡ πτήση, μὲ χτύπαγε ἕνας ἄνεμος μὲ ταχύτητα πενήντα χιλιόμετρα τὴν ὥρα· εἶχα ταρακουνηθεῖ γιὰ τὰ καλά. Ἂν ὅμως ἄλλαξε στὸ μεταξὺ ὁ ἄνεμος ἀπὸ τότε ποὺ βγῆκε τὸ δελτίο καιροῦ, τρέχα γύρευε πρὸς τὰ ποῦ φύσαγε. Βρίσκομαι τώρα λοιπὸν μέσα σ’ ἕνα τετράγωνο τετρακόσια ἐπὶ τετρακόσια χιλιόμετρα.
Ὁ Πρεβὸ ἔρχεται καὶ κάθεται δίπλα μου. Μοῦ λέει:
— Ἀπίστευτο ποὺ εἴμαστε ἀκόμα ζωντανοί…
Δὲν τοῦ ἀποκρίνομαι τίποτα καὶ δὲν νιώθω καμία χαρά. Μοῦ ἔχει ἔρθει μιὰ ἰδέα ποὺ κόβει βόλτες στὸ μυαλό μου καὶ μὲ βασανίζει κάπως.
Παρακαλῶ τὸν Πρεβὸ ν’ ἀνάψει τὸ φανάρι του, γιὰ νὰ τὸ ἔχω γιὰ σημάδι, κι ἀρχίζω νὰ περπατῶ ὁλόισια μὲ τὸν ἠλεκτρικό μου φακὸ στὸ χέρι. Κοιτάζω μὲ προσοχὴ τὸ ἔδαφος. Προχωρῶ ἀργά, κάνω ἕνα μεγάλο ἡμικύκλιο, ἀλλάζω κατεύθυνση κάμποσες φορές. Χτενίζω τὴν ἄμμο μὲ τὸ βλέμμα, σὰν νὰ ψάχνω κάποιο χαμένο δαχτυλίδι. Κάπως ἔτσι, πρὶν λίγη ὥρα, ἔψαχνα ἀπὸ ψηλὰ μήπως ξεκρίνω κάποια λάμψη στὸ ἔδαφος. Προχωρῶ μὲς στὸ σκοτάδι ὁλοένα, σκυμμένος πάνω ἀπὸ τὸν φωτεινὸ δίσκο ποὺ κουβαλῶ μαζί μου. Ὅπως τὸ ὑποψιαζόμουνα… ὅπως τὸ ὑποψιαζόμουνα… Ξαναγυρίζω χωρὶς βιασύνη στὸ ἀεροπλάνο. Κάθομαι κοντὰ στὴν καμπίνα καὶ πέφτω σὲ περισυλλογή. Ἀναζητοῦσα κάποιαν ἐλπίδα μὰ δὲν τὴν ἔβρισκα. Ἀναζητοῦσα κάποιο σημάδι ζωῆς, μὰ ἡ ζωὴ δὲν μοῦ ἔδινε κανένα σημάδι.
— Πρεβό, δὲν βρῆκα μήτε ἕνα χορταράκι…
Ὁ Πρεβὸ δὲν λέει τίποτα· δὲν ξέρω ἂν μὲ κατάλαβε. Θὰ τὸ ξανακουβεντιάσουμε ὅταν σηκωθεῖ ἡ αὐλαία, μὲ τὸ φῶς τῆς μέρας. Τὸ μόνο ποὺ νιώθω εἶναι μιὰ μεγάλη κούραση· σκέφτομαι: «Γύρω στὰ τετρακόσια χιλιόμετρα μακριά, μέσα στὴν ἔρημο!…». Ἄξαφνα πετάγομαι ὄρθιος:
— Τὸ νερό!
Οἱ δεξαμενὲς τῶν καυσίμων καὶ τοῦ λαδιοῦ ἔχουν σμπαραλιαστεῖ. Τὸ ἴδιο καὶ τὰ ἀποθέματα τοῦ νεροῦ. Τὰ ἤπιε ὅλα ἡ ἄμμος. Βρίσκουμε μισὸ λίτρο καφὲ στὸν πάτο ἀπὸ ἕνα θερμὸς θρυμματισμένο, ἕνα τεταρτάκι ἄσπρο κρασὶ στὸν πάτο ἀπὸ ἕνα ἄλλο. Τὰ φιλτράρουμε καὶ τὰ δύο κι ὕστερα τὰ σμίγουμε. Βρίσκουμε καὶ λίγο σταφύλι κι ἕνα πορτοκάλι. Κάνω λογαριασμοὺς στὸ μεταξύ: «Σὲ πέντε ὧρες πορεία, κάτω ἀπ’ τὸν ἥλιο, καταμεσῆς τῆς ἐρήμου, θὰ μᾶς τελειώσουν οἱ προμήθειες…».
Μπαίνουμε στὴν καμπίνα γιὰ νὰ περιμένουμε τὸ φῶς τῆς μέρας. Ἐγὼ ξαπλώνω, θὰ πέσω γιὰ ὕπνο. Καθὼς ἀποκοιμιέμαι, κάνω τὸν ἀπολογισμὸ τῆς περιπέτειάς μας: δὲν ἔχουμε ἰδέα ποῦ βρισκόμαστε. Ἀπὸ ὑγρὰ δὲν ἔχουμε οὔτε ἕνα λίτρο. Ἂν εἴμαστε λίγο πολὺ πάνω στὴν εὐθεία Βεγγάζη-Κάιρο, θὰ μᾶς βροῦν σὲ ὀχτὼ μέρες, στὴν καλύτερη περίπτωση, καὶ τότε θὰ εἶναι πολὺ ἀργά. Κι ἂν πάλι ἔχουμε ξεμακρύνει ἀπὸ τὴν εὐθεία, τότε θὰ μᾶς βροῦνε σ’ ἕξι μῆνες. Κι ἂς μὴν περιμένουμε νὰ μᾶς σώσει κανένα ἀεροπλάνο: θὰ ἔχουν τρεῖς χιλιάδες χιλιόμετρα ἔκταση νὰ χτενίσουν.
— Ἄχ, κρίμα… μοῦ λέει ὁ Πρεβό.
— Τί κρίμα;
— Ποὺ δὲν τελειώσαμε μιὰ καὶ καλή!…
Ἂς μὴν τὰ παρατήσουμε τόσο νωρίς, ὡστόσο. Ὁ Πρεβὸ κι ἐγὼ συνερχόμαστε λίγο-λίγο. Δὲν πρέ-πει νὰ μᾶς ξεφύγει ἡ εὐκαιρία, ὅσο ἀπίθανη κι ἂν εἶναι: ἴσως ἀπὸ θαῦμα νὰ μᾶς σώσει κάποιο ἀεροπλάνο. Οὔτε καὶ πρέπει νὰ μείνουμε ἐδῶ ποὺ εἴμαστε: λίγο πιὸ κάτω μπορεῖ νὰ βρίσκεται κάποια ὄαση. Σήμερα θὰ περπατήσουμε ἀπ’ τὸ πρωὶ ὣς τὸ βράδυ. Καὶ θὰ ξαναγυρίσουμε στὸ σκάφος. Καὶ πρὶν νὰ φύγουμε, θὰ γράψουμε μὲ μεγάλα γράμματα πάνω στὴν ἄμμο τὸν προορισμό μας.
Μ’ αὐτὲς τὶς σκέψεις λοιπὸν κουλουριάζομαι κι ἑτοιμάζομαι νὰ κοιμηθῶ μέχρι τὸ πρωί. Καὶ εἶμαι πανευτυχὴς ποὺ μὲ παίρνει ὁ ὕπνος. Ἡ κούραση μὲ τυλίγει, καὶ νιώθω γύρω μου μιὰ πολλαπλὴ πα-ρουσία. Δὲν εἶμαι μόνος στὴν ἔρημο, στὸ μισοΰπνι μου κατοικοῦν φωνές, ἀναμνήσεις καὶ ψιθυριστὰ μυστικά. Δὲν διψάω ἀκόμα, νιώθω καλά, παραδίνομαι στὸν ὕπνο ὅπως σὲ μιὰ περιπέτεια. Ἡ πραγ-ματικότητα ὑποχωρεῖ μπροστὰ στὸ ὄνειρο…
Ὤ! Τὰ πράγματα ἦταν πολὺ διαφορετικὰ ὅταν ξημέρωσε!
4
Τὴν ἀγάπησα πολὺ τὴ Σαχάρα. Ἔχει τύχει νὰ περάσω νύχτες ὁλόκληρες στὶς περιοχὲς τῶν ἀνυπόταχτων φυλῶν. Ἔχει τύχει νὰ ξυπνήσω μὲς στὴν ἁπλωσιὰ τὴν ξανθὴ τῆς ἐρήμου, ὅπου ὁ ἄνεμος λαξεύει κύματα σὰν τῆς θάλασσας. Ἔχει τύχει νὰ κοιμηθῶ κάτω ἀπ’ τὸ φτερὸ τοῦ ἀεροπλάνου μου περιμένοντας βοήθεια. Μὰ δὲν ἤτανε καθόλου τὸ ἴδιο.
Βαδίζουμε πάνω σὲ πλαγιὲς κυρτῶν λόφων. Παντοῦ ἄμμος, ποὺ τὴ σκεπάζει ὁλότελα ἕνα σκέτο στρῶμα ἀπὸ μαῦρα, ἀστραφτερὰ βότσαλα. Μεταλλικὰ λέπια, θαρρεῖς: οἱ θόλοι τριγύρω μας ἀστρά-φτουν ὅλοι τους σὰν πανοπλίες. Πέσαμε καταμεσῆς σ’ ἕναν κόσμο ἀπὸ μέταλλο. Εἴμαστε κλεισμένοι σ’ ἕνα τοπίο ἀπὸ σίδερο.
Μὲ τὸ ποὺ σκαρφαλώνουμε τὴν πρώτη κορφή, βλέπουμε πιὸ πέρα μιὰν ἄλλη παρόμοια, ἀστρα-φτερὴ καὶ μαύρη. Βαδίζουμε σέρνοντας τὰ πόδια μας πάνω στὴ γῆ, γιὰ νὰ χαράξουμε ἕνα μονοπάτι ποὺ ἀργότερα θὰ μᾶς ξαναφέρει πίσω. Προχωροῦμε μὲ τὸν ἥλιο κατάματα. Εἶναι τελείως παράλογο ποὺ ἀποφάσισα νὰ πάρω κατεύθυνση ἀνατολικά, ἀφοῦ τὰ πάντα –τὸ μετεωρολογικὸ δελτίο, ἡ διάρκεια τῆς πτήσης– δείχνουν πὼς ἔχω περάσει τὸν Νεῖλο. Ὅταν ὅμως ἔκανα γιὰ λίγο πὼς πάω δυτικά, ἔνιωσα ἕνα πλάκωμα ποὺ δὲν μποροῦσα νὰ τὸ ἐξηγήσω. Ἔτσι ἀποφάσισα τὰ δυτικὰ νὰ τὰ ἀναβάλω γιὰ αὔριο. Καὶ ἐγκατέλειψα, προσωρινά, τὴν ἰδέα νὰ τραβήξω βόρεια, παρόλο ποὺ ἤξερα ὅτι πρὸς τὰ κεῖ εἶναι ἡ θάλασσα. Τρεῖς μέρες ἀργότερα, ὅταν θ’ ἀποφασίσουμε, σ’ ἕνα εἶδος παραλή-ρημα, νὰ παρατήσουμε μιὰ καὶ καλὴ τὸ σκάφος καὶ νὰ τραβήξουμε ἴσια μπροστὰ μέχρι νὰ σωριαστοῦμε, πάλι κατεύθυνση ἀνατολικὰ θὰ πάρουμε. Γιὰ τὴν ἀκρίβεια, ἀνατολικὰ-βορειοανατολικά. Ἤτανε κι αὐτὸ ἐνάντια σὲ κάθε λογική, ἐνάντια σὲ κάθε ἐλπίδα. Κι ὅταν πιὰ θὰ μᾶς σώσουν, θὰ διαπιστώσουμε πώς, ἂν εἴχαμε πάρει ἄλλη κατεύθυνση, θὰ πηγαίναμε καλιά μας, γιατὶ τραβώντας πρὸς τὰ βόρεια δὲν θὰ καταφέρναμε, ἀπὸ τὴν ἐξάντληση, νὰ φτάσουμε στὴ θάλασσα. Ὅσο παράλογο κι ἂν μοῦ φαίνεται, σήμερα πιὰ ἔχω τὴν ἐντύπωση ὅτι, μὴν ἔχοντας καμιὰν ἔνδειξη ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ἐπηρεάσει τὴν ἀπόφασή μας, διάλεξα τούτη τὴ συγκεκριμένη κατεύθυνση μόνο καὶ μόνο ἐπειδὴ ἔτσι εἶχε σωθεῖ ὁ φίλος μου ὁ Γκιγιωμὲ στὶς Ἄνδεις, ὅπου τὸν ἀναζητοῦσα μέρες ὁλόκληρες. Ἡ κατεύθυνση αὐτή, μ’ ἕνα συγκεχυμένο τρόπο, εἶχε γίνει γιὰ μένα ἡ κατεύθυνση τῆς ζωῆς.
Ἔπειτα ἀπὸ πέντε ὧρες πορεία, τὸ τοπίο ἀλλάζει. Στὸν βυθὸ μιᾶς κοιλάδας, μοιάζει νὰ ρέει ἕνας ποταμὸς ἀπὸ ἄμμο· πᾶμε λοιπὸν κι ἐμεῖς ποτάμι-ποτάμι. Βαδίζουμε μὲ μεγάλες δρασκελιές, γιατὶ πρέπει νὰ καλύψουμε ὅσο τὸ δυνατὸν μεγαλύτερη ἀπόσταση καί, ἂν δὲν βροῦμε τίποτα, νὰ ἔχουμε χρόνο νὰ ἐπιστρέψουμε πρὶν νὰ πέσει τὸ βράδυ. Ἄξαφνα, μένω κόκαλο:
— Πρεβό!
— Τί;
— Οἱ πατημασιές…
Πόση ὥρα πάει ποὺ ἀποξεχαστήκαμε καὶ σταματήσαμε ν’ ἀφήνουμε ἴχνη πίσω μας; Ἔτσι καὶ δὲν τὰ ξαναβροῦμε, πᾶμε χαμένοι.
Κάνουμε μεταβολὴ ἀλλὰ λοξοδρομώντας δεξιά. Ὅταν θὰ ἔχουμε προχωρήσει ἀρκετά, θὰ κάνουμε κάθετη στροφὴ πρὸς τὴν ἀρχική μας κατεύθυνση καὶ θὰ ξαναβροῦμε τὰ ἴχνη μας ἀπὸ κεῖ ὅπου τὰ σημαδεύαμε ἀκόμα.
Ξαναπιάνουμε τὸ νῆμα· ξεκινοῦμε καὶ πάλι τὴν πορεία. Ἡ ζέστη δυναμώνει, καὶ μαζί της γεννιοῦν-ται οἱ ἀντικατοπτρισμοί. Εἶναι ὅμως ἀκόμη ὑποτυπώδεις. Σχηματίζονται μπροστά μας μεγάλες λίμνες καὶ ἐξαφανίζονται μόλις προχωρήσουμε λίγο. Ἀποφασίζουμε νὰ διασχίσουμε τὴν ἀμμουδερὴ κοιλάδα καὶ νὰ σκαρφαλώσουμε στὸν πιὸ ψηλὸ θόλο γιὰ νὰ δοῦμε τὸν ὁρίζοντα. Βαδίζουμε κιόλας ἕξι ὧρες. Μὲ μεγάλες δρασκελιὲς θὰ πρέπει νὰ ἔχουμε κάνει συνολικὰ τριάντα πέντε χιλιόμετρα. Φτάσαμε στὴν κορφὴ ἐκείνης τῆς μαύρης καμπούρας, ὅπου καθόμαστε ἀμίλητοι. Στὰ πόδια μας, ἡ ἀμμουδερὴ κοιλάδα βγάζει σὲ μιὰν ἔρημο ὅλο ἄμμο, δίχως πέτρες, ποὺ ἡ ἐκτυφλωτικὴ λάμψη της μᾶς καίει τὰ μάτια. Ἐρημιὰ ὣς ἐκεῖ ποὺ φτάνει τὸ βλέμμα. Στὸν ὁρίζοντα ὅμως τὸ φῶς μὲ τὰ παιχνιδίσματά του ὑφαίνει ἀντικατοπτρισμοὺς ποὺ τώρα εἶναι πιὸ ἀνησυχητικοί. Φρούρια καὶ μιναρέδες, γεωμετρικοὶ ὄγκοι μὲ κάθετες γραμμές. Διακρίνω καὶ μιὰ μεγάλη μαύρη κηλίδα ποὺ παριστάνει τὴ βλάστηση· πάνω της ὅμως κρέμεται τὸ τελευταῖο ἀπὸ κεῖνα τὰ σύννεφα ποὺ διαλύ-θηκαν τὴν ἡμέρα καὶ θὰ ξαναγεννηθοῦν ἀπόψε. Ἡ κηλίδα τῆς βλάστησης ἦταν ἡ σκιὰ ἑνὸς σωρείτη.
Δὲν ἔχει νόημα νὰ προχωρήσουμε ἄλλο: ἡ ἀπόπειρα αὐτὴ δὲν βγάζει πουθενά. Πρέπει νὰ ξανα-γυρίσουμε στὸ σκάφος μας, σ’ αὐτὴ τὴν ἀσπροκόκκινη σημαδούρα, ποὺ ἴσως νὰ τὴν ἐντοπίσουν οἱ ἱπτάμενοι συνάδελφοί μας. Παρόλο ποὺ δὲν στηρίζω τὶς ἐλπίδες μου στὶς ὁμάδες διάσωσης, μοῦ φαίνονται ὡστόσο ἡ μόνη πιθανότητα σωτηρίας. Πάνω ἀπ’ ὅλα ὅμως ἔχουμε ἀφήσει στὸ σκάφος ὅ,τι πόσιμο μᾶς ἔχει ἀπομείνει καὶ πρέπει τώρα ἐξάπαντος νὰ πιοῦμε αὐτὲς τὶς τελευταῖες σταγόνες. Πρέπει νὰ πᾶμε πίσω, ἂν θέλουμε νὰ ζήσουμε. Μᾶς κρατάει αἰχμάλωτους αὐτὸς ὁ σιδερένιος κύκλος: ἡ σύντομη αὐτονομία τῆς δίψας μας.
Εἶναι ὅμως δύσκολο νὰ κάνουμε μεταβολὴ τὴν ὥρα ποὺ τὰ βήματά μας ἴσως νὰ μᾶς ὁδηγοῦν στὴ ζωή! Πέρα ἀπὸ τοὺς ἀντικατοπτρισμούς, ὁ ὁρίζοντας μπορεῖ νά ’ναι γεμάτος ἀληθινὲς πολιτεῖες, λιβάδια καὶ ρυάκια μὲ γλυκὸ νερό. Ξέρω πὼς ἔχω δίκιο ποὺ κάνω μεταβολή. Κι ὡστόσο, μὲ τὸ ποὺ παίρνω τὸν τρομερὸ δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς, ἔχω τὸ αἴσθημα ὅτι βουλιάζω.