Φωτογραφίζεις με το φως, αλλά γράφεις με το αίμα σου. Γι’ αυτό και το άσπρο-κόκκινο στον τίτλο του βιβλίου που κρατάτε στα χέρια σας. Φως και γραφή, δηλαδή, φωτογραφία.
Γράφω για να συνοδεύσω αυτά που είδα, τις εικόνες. Τι μπορώ να γράψω πλάι σε μια εικόνα; Μιαν ανάμνηση ίσως, μια εμπειρία, μια σκέψη της στιγμής, μια μικρή ιστορία. Με όσο γίνεται λιγότερες λέξεις, τα πολλά λόγια δεν βοηθούν. Αν δεν μπορώ να πω κάτι σε μια σελίδα, δεν θα το πω ούτε σε πενήντα, ούτε σε πεντακόσιες.
Τα μάτια –στη Δύση– σαρώνουν και διαβάζουν από τα αριστερά προς τα δεξιά. Το ίδιο και σε αυτό το βιβλίο: τα μάτια διαβάζουν ένα μικρό κείμενο στην αριστερή σελίδα και ύστερα περνούν στη σελίδα δεξιά και σταματούν για λίγο στη φωτογραφία ενώ οι λέξεις ξεθωριάζουν. Αυτή η μικρή στάση είναι το παν, είναι η αποκάλυψη. Ο λόγος και η εικόνα γεννούν με την ένωσή τους κάτι νέο, κάτι που δεν υπήρχε πριν στα δύο μέρη χωριστά.
120 μικρά κείμενα και 135 φωτογραφίες σε εξαιρετική διτονική εκτύπωση. Μια μοναδική συνομιλία γραπτού λόγου και εικόνας και μια σπάνια μαρτυρία: η Αθήνα της δεκαετίας του ’80 κι ένα μεγάλο ταξίδι στις χώρες της Ευρώπης του Ψυχρού Πολέμου. Ένα ταξίδι που τελείωσε στο Βερολίνο, την ημέρα που έπεσε το Τείχος.
«Η φωτογραφία είναι μια οντολογία, μας μιλάει για το Ον και τη ζωή μ’ έναν μοναδικό, μαγικό τρόπο, χωρίς τα πολλά λόγια της φιλοσοφίας.»
«Έβλεπα αυτό που δεν ενδιέφερε τους άλλους, έβλεπα τους αόρατους ανθρώπους. […] Άρχισα να περπατάω από το πρωί ως το βράδυ μέσα στην Αθήνα για να δω, να δω, να δω, όχι να φωτογραφίσω, οι φωτογραφίες δεν ήταν παρά σημειώσεις γι’ αυτό που είχα δει –πρώτη φορά– στη ζωή μου.»
«Ήθελα να πάω παντού, να πάω σε όλες τις χώρες, χωρίς σχέδιο, όπου μ’ έβγαζε ο δρόμος, να δω τους Ευρωπαίους και από τις δυο πλευρές του Τείχους που χώριζε τότε την ήπειρό μας. […] Η Ευρώπη ενωμένη μέσα σε ένα βιβλίο. Αυτό ήταν το αφελές σχέδιό μου.»





