
Ἡμέρα 15η
Πέμπτη ἀναστάσιμη
Εἶναι κάποια ἄδεια πρωινὰ ποὺ σηκώνω τὸ βλέμμα ἀπὸ αὐτὸ τὸ κείμενο στὴν ὀθόνη τοῦ ὑπολογιστῆ καὶ πλανιέμαι ἔξω ἀπὸ τὸ παράθυρο στὸ διαυγὲς βορινὸ φῶς, φτάνω στὸ κοντινὸ πάρκο μὲ τοὺς εὐκάλυπτους καὶ τὸ ρυάκι, νιώθω γάμπες καὶ μηροὺς δυνατούς, μὲ κρουστὴ σάρκα, καὶ ἀρχίζω νὰ τρέχω στὸν ἴδιο γρήγορο ρυθμό, τὰ ἴδια δέκα χιλιόμετρα ὅπως καὶ τότε…
Κάποια στιγμὴ ὅμως τὸ βλέμμα λαχανιάζει, κουράζεται, χαμηλώνει καὶ πέφτει πάνω στὸ ἀρχεῖο μὲ τὶς ἰατρικές μου ἐξετάσεις· ἀντικρίζω ἰσχαιμικὰ ἔμφρακτα, ἀποτιτανωμένο προστάτη, ἀποφραγμένες κυψελίδες. Προσπαθῶ νὰ τὸ ἀποστρέψω ἀπὸ τὰ δυσάρεστα, κοιτάζω τὸ πληκτρολόγιο καὶ σκοντάφτω στὰ μαραγκιασμένα μου χέρια.
Κλείνω τὰ μάτια, χαλαρώνω, καὶ μὲ κατακλύζουν καὶ πάλι οἱ εἰκόνες:
Μὲ σταμάτησαν μεσάνυχτα στὴ γωνία τοῦ δρόμου μου. Ἕνα ἀγόρι συντροφιὰ μὲ ἕνα κορίτσι. Ὁλόδροσα. Φοροῦσαν κάποια στολή. Εἶχαν καὶ ἀπὸ ἕνα πιστόλι κρεμασμένο στὴ ζώνη. Δὲν ξέρω ἂν ἦταν ἀληθινὸ ἢ παιχνίδι. Ἴσως ἦταν Ἀπόκριες. Μακριὰ ἀπὸ τὴν Αὐγὴ ὁ χρόνος ἔχει ἀλλοιωθεῖ στὸ μυαλό μου. Φοροῦσαν μάσκες. Ὄχι ἀποκριάτικες. Τὶς ἄλλες. Ἔμοιαζαν μὲ ἀστυνομικούς. Μπορεῖ νὰ ἦταν καὶ στρατιωτικοί. Δὲν ξεχωρίζω πιὰ τὶς στολές. Κρατήθηκα ὅμως ἀπὸ τὰ νιάτα τους. Μὲ ρώτησαν εὐγενικὰ ἂν ἔχω ταυτότητα. Εἶπα ἀργά, συλλαβιστὰ σχεδόν, τὸ ὀνοματεπώνυμο μαζὶ μὲ τὸ πατρώνυμό μου καὶ τὸν τόπο καταγωγῆς μου καὶ ἔτεινα τὸ χέρι μου. Τὸ ἀπέφυγαν κουνώντας ἀρνητικὰ τὸ κεφάλι. Πρόσεξα τὰ θολὰ γάντια στὰ χέρια τους. Μὲ ρώτησαν γιατί βρίσκομαι ἔξω. Ὑποφέρω ἀπὸ ἀυπνίες, δὲν ἀντέχω τὴ μοναξιά, δικαιολογήθηκα. Μὲ συνόδευσαν στὸν γύρο τοῦ τετραγώνου. Νὰ μὴν ὑπερβαίνουμε τὰ ἑκατὸ μέτρα ἀπὸ τὸ σπίτι, μοῦ συνέστησαν. Περπατοῦσαν μὲ σφριγηλὸ βηματισμὸ λὲς καὶ ἤθελαν νὰ βγοῦν ἀπὸ τὸ σῶμα τους καὶ νὰ τρέξουν. Τοὺς ἀκολουθοῦσα σὰν γυμνοσάλιαγκας ποὺ ἀφήνει πίσω του τὸν ὑμένα τῆς ζωῆς του· ἕνα ἴχνος ποὺ γλείφει ἀνόρεχτα κάποιος περαστικὸς σκύλος. Μὲ ρωτοῦσαν μὲ ἐνδιαφέρον γι’ αὐτοὺς ποὺ λείπουν ἀπὸ τὴ ζωή μου. Γονεῖς, γυναίκα, παιδιά. Τοὺς φιλοξενῶ στὴ σκέψη, ἀπάντησα. Μὲ ρώτησαν ἂν ἤμουν εὐπαθής. Εἶμαι πλέον εὐσυγκίνητος, ἀποκρίθηκα. Ἐνδιαφέρθηκαν γιὰ τὸ ποιός μὲ φροντίζει, λὲς καὶ ἤμουν σχολιαρόπαιδο. Δήλωσα αὐτάρκης, καὶ τοὺς εὐχαρίστησα. Χωρίσαμε μπροστὰ στὸ σπίτι μου. Αὐτὸν τὸν χειμώνα τῆς πανδημίας νιώθω νὰ γερνάω πιὸ γρήγορα ἀπὸ τὴν ταυτότητά μου.
Τὶς μοναχικὲς ὧρες τοῦ ἐγκλεισμοῦ βρίσκω συντροφιὰ στὶς σελίδες τῶν σημειώσεών μου, ὅπως σήμερα ποὺ περιπλανῶμαι στὶς εὐτυχισμένες ἡμέρες ποὺ ζεῖ ἡ LCnature στὸν τόπο τῆς μητέρας της, καθὼς μοῦ τὶς ἀφηγήθηκε ἡ ἴδια:
Σήκωσα τὸν κουβὰ καὶ ἔριξα νερὸ στὸν λάκκο. Βγῆκα ἀπὸ τὸν ἀχυρώνα. Τὰ μπουζία βύζαιναν τὶς θηλὲς τῆς μάνας τους μὲ τὰ μάτια κλειστὰ καὶ κουνώντας τὴν οὐρά. Ἡ Κανέλα μὲ τὸ μικρό της ἦρθαν κοντά μου μὲ ἀργόσυρτο βάδισμα.
Ἔστρεψα τὸ βλέμμα στὸ ξέφωτο. Τὶς εἶδα καὶ πάλι. Στεκόντουσαν ἀγέρωχες, ἀκλόνητες, στὸ παλιὸ ἁλώνι.
Τὰ θαλασσινὰ πουλιὰ κουβάλησαν ἀπὸ τὸν ὁρίζοντα ἕναν ὑγρὸ ἄνεμο, ποὺ πέρασε ἀνάμεσά τους καὶ σκόνταψε στὸ πρόσωπό μου μαρτυρώντας μου ὅτι οἱ γυναῖκες αὐτὲς δὲν ἀνάδιναν κάποια μυρωδιά, λὲς καὶ ἦταν ἀγάλματα σὲ ὑπαίθριο μουσεῖο, κι ἐκεῖνες, σὰν νὰ διάβασαν τὴ σκέψη μου, ἀπολογήθηκαν:
Ἡ μάνα σου ἔφυγε, Ἀμπελία, καὶ πῆρε μαζί της καὶ τὶς ἀνθρώπινες μυρωδιὲς ἀπὸ τὸ χωριό. Ἄφησε ὅμως πίσω της μνῆμες ποὺ ἐξακολουθοῦν νὰ μᾶς ζεσταίνουν.
Δύο κοράκια ἔκρωξαν διαπεραστικὰ στέλνοντας τὶς σαῦρες νὰ κρυφτοῦν στὶς ξερολιθιές.
Τὶς παρατηροῦσα γιὰ ὥρα. Τὰ φαρδιά τους φορέματα φούσκωναν καὶ ξεφούσκωναν ἀπὸ τὸν ἀέρα, θύμιζαν νεοσσοὺς ποὺ ἀναπετάριζαν. Ἀνοιγόκλειναν τὰ σαγόνια τους σὰν νὰ μιλοῦσαν, ὅμως ἀπὸ τὸ στόμα τους δὲν ἔβγαιναν ἦχοι λὲς καὶ τὰ δόντια τους μασοῦσαν τὶς λέξεις, ἀλλὰ εἶχα τὴν αἴσθηση ὅτι ἀπὸ τὰ χείλη τους γεννιόνταν εἰκόνες. Εἰκόνες ἀπὸ τὸ φθαρμένο τετράδιο τῆς μητέρας μου.
Ξαφνικὰ μὲ κυρίευσε ἡ παρόρμηση νὰ δῶ αὐτὲς τὶς γυναῖκες γυμνές, νὰ ἀνακαλύψω ἂν κρύβονταν παιδιά, γυναῖκες ἢ γριὲς πίσω ἀπὸ τὰ ὑφάσματα.
Βγάζετε ποτὲ τὰ ροῦχα σας; Αὐτὸ ντράπηκα καὶ δὲν τοὺς τὸ εἶπα.
Βγάζετε ποτὲ τὰ ροῦχα σας; μᾶς ρώτησε χωρὶς νὰ ἀνοίξει τὰ χείλη της, καὶ ἐμεῖς ταραχτήκαμε μὲ τὴν ἀποκοτιά της, ἀλλὰ τὴν κατατοπίσαμε:
Αὐτὸς ὁ τόπος παίρνει τὸ σῶμα καὶ σὲ ἀφήνει μὲ τὶς σκοτεινὲς φορεσιές σου. Χάθηκε πιὰ τὸ ἁλάτι τῶν λυγμῶν ἀπὸ τὰ μάτια καὶ τὸ στόμα. Μᾶς ἔμεινε μοναχὰ τὸ πένθος.
Μαῦρα σύννεφα ἦρθαν ἀπὸ τὸ πουθενὰ καὶ σκέπασαν τὸν οὐρανό, ἔμοιαζαν μὲ ἀποκαΐδια ἀπὸ νέφη ποὺ τὰ ἔκαψε πυρακτωμένος ἥλιος.
Οἱ πένθιμες φιγοῦρες συνέχισαν νὰ μιλοῦν χωρὶς φωνή, νὰ λένε τὶς ἱστορίες τῆς μητέρας μου ἀπὸ τὰ παιδικά της χρόνια, μέχρι ποὺ ὁ ἄνεμος ἄλλαξε κατεύθυνση καὶ πῆρε μαζί του τὰ λόγια καὶ τὶς εἰκόνες τους, ἴσως γιὰ νὰ τὰ ἐπιστρέψει σὲ ἐκείνη.
Γύρισα στὸ πατρικὸ καὶ στὸ φιλόξενο χαμόγελο τῆς γυναίκας μὲ τὸ σάλι.
Κοιμηθήκατε καλά, κόρη μου; ἄκουσα τὴ ζεστὴ φωνή της.
Εἶχα ἀνήσυχα ὄνειρα, χθές.
Μὲ τὰ ὄνειρα ἀλλοῦ κοιμᾶσαι κι ἀλλοῦ βρίσκεσαι.
Σὲ κρατᾶνε ὅμως ζωντανή.
Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι οἱ νεκροὶ ταξιδεύουν μόνο σὲ ξένα ὄνειρα, δὲν ἔχουν δικά τους.
Κάθισα μπροστὰ στὸν πάγκο τῆς κουζίνας. Ἡ κοιλιά μου γουργούρισε ζωηρά.
Ἦταν καὶ αὐτὸ ἀνήσυχο, τὸ βράδυ, δικαιολογήθηκα.
Ἡ γυναίκα ἦρθε δίπλα μου. Ἔτεινε ἁπαλὰ τὸ χέρι της καὶ ἐγὼ τὴν ἄφησα νὰ ἀγγίξει τὴν κοιλιά μου. Ἔνιωσα ζεστασιά.
Θὰ τοῦ πῶ τὸ νανούρισμα ποὺ σοῦ σιγοτραγουδοῦσε ἐκείνη, εἶπε, καὶ ἐγὼ τὴ ρώτησα, Ποιά; ὄχι ὅτι δὲν ἤξερα, παρὰ μόνο γιατὶ μοῦ ἄρεσε νὰ τὴν ἀκούω νὰ τὸ λέει:
Ἡ μάνα σου, ποιά ἄλλη;
Καὶ συμπλήρωσε:
Κι ἐκείνη τὸ ἔμαθε ἀπὸ τὴ γιαγιά της, τὴν Ἀμπελία.
Ἡ φωνή της ἦταν χαμηλή, σχεδὸν μελωδική, σὰν ψίθυρος, καὶ γαλήνεψε τὸ μικρό μου, ὅπως ἴσως ἀποκοίμιζε καὶ ἐμένα ἡ μητέρα μου σὲ καιροὺς ποὺ δὲν θυμᾶμαι πιά.
Καὶ τότε, ξαφνικά, ἡ γυναίκα τράβηξε ἀπότομα τὸ χέρι της ἀπὸ τὴν κοιλιά μου σὰν νὰ τσουρουφλίστηκε, τὰ μάτια της σκλήρυναν λὲς καὶ ἔκρυβε πέτρες στὸ κεφάλι της, μὲ τρύπησε μὲ τὸ βλέμμα καὶ εἶπε:
Τί θές, Ἀμπελία, ποιό ρολόι σὲ κάλεσε ἐδῶ νὰ μᾶς φέρεις τὰ πάνω κάτω;
Ὁ τόνος τῆς φωνῆς της μοῦ θύμισε ἐκείνη. Ἔβαλα τὰ κλάματα.
Ἅπλωσε ξανὰ τὸ ζεστό της χέρι πάνω μου.
Συγχώρα με, κόρη μου, μὰ μὲ ἔπνιξε τὸ παράπονο. Ζηλεύω τὰ νιάτα σου, τὸ παιδί σου, τὴ ζωντάνια σου, σὰν τὸ σάβανο ποὺ φθονεῖ τὸ νυφικό.
Σκούπισα τὰ μάτια μου μὲ τὴν ἀνάστροφη τῆς παλάμης μου, σηκώθηκα ἀπὸ τὴν καρέκλα, τέντωσα πίσω τοὺς ὤμους καὶ εἶπα κρατώντας τὴν κοιλιά μου:
Θὰ πρέπει νὰ ἀποφασίσει τὸ χωριὸ καὶ νὰ μοῦ πεῖ ἂν μὲ θέλει κοντά του, ἀλλιῶς νὰ σηκωθῶ νὰ φύγω.
Ἴδια ἡ μάνα σου, σχολίασε μὲ ἕναν ἀκαθόριστο τόνο στὴ φωνή της. Δὲν κατάφερα νὰ ξεχωρίσω ἂν ἦταν θαυμασμὸς ἢ ἀπόρριψη, ἐνῶ συνέχισε μὲ ἀπορημένο ὕφος:
Τὸ χωριό;
Ἐσὺ καὶ οἱ μαυροντυμένες στὸ παλιὸ ἁλώνι, ἀπάντησα κοφτά.
Νὰ σοῦ πεῖ τὸ χωριό… ἐπανέλαβε μὲ πικρὸ χαμόγελο καὶ συμπλήρωσε, Στόματα σφραγισμένα μὲ χῶμα, τί λέξεις νὰ ποῦνε;
Θέλω νὰ μάθω ἂν χαίρεστε ποὺ εἶμαι ἐδῶ.
Ἐδῶ ὁ χρόνος σκληραίνει τὶς χαρές, κόρη μου, εἶπε μὲ λυγισμένη φωνὴ καὶ συνέχισε, Βγὲς ἔξω νὰ περπατήσεις, καὶ τὸ χωριὸ θὰ σοῦ μιλήσει καὶ θὰ σοῦ πεῖ αὐτὰ ποὺ εἶναι νὰ σοῦ πεῖ.
Ἡ LCnature σηκώθηκε ἀπὸ τὴ βαριὰ καρέκλα, διάβηκε τὴν ἐξώπορτα ἀπὸ ξύλο ἐλιᾶς καὶ ἄφησε πίσω της τὸ σπίτι καὶ τὴ γυναίκα μὲ τὸ σάλι.
Στὸν ὁρίζοντα ἕνα γκρίζο σύννεφο γεφύρωσε τὶς κορυφὲς δύο βουνῶν. Μπῆκε στὰ στενὰ δρομά-κια. Περπατοῦσε στὸ λιθόστρωτο ἀνάμεσα ἀπὸ τὰ ἀγριόχορτα ποὺ φύτρωναν στὴν πέτρα καὶ τὶς κουλοῦρες ἀπὸ φρύγανα ποὺ περιφέρονταν βιαστικὲς στὰ χαλάσματα, καὶ ἐκεῖ τὴν ἀγκάλιασαν καὶ πάλι τὰ μουρμουρητά:
Τοὺς ἔκλεψε τὰ ζῶα καὶ τώρα ἔπρεπε νὰ τὸν χαλάσουν. Δὲν χωροῦσε ἀποκατάσταση. Αὐτὸς εἶναι ὁ νόμος στὰ μέρη μας. Τρία ἀδέρφια, βουνίσια, ἀπὸ τὶς γυμνὲς πλαγιὲς τοῦ Σαγγιᾶ. Κουμάντο ἔκανε ὁ πρῶτος, ὁ μεγάλος. Δυὸ ψηφίδες πίσσας τὰ μάτια του, βαθουλωμένα σὲ ἕνα ἀφιλόξενο πρόσωπο, ποὺ τὸ ἔντυναν χαλκόχρωμα μαλλιὰ καὶ γένια. Κάποια στιγμὴ ξενιτεύτηκε στὸν Πειραιά. Ἀρκετὰ χρόνια μετὰ ἐπέστρεψε, κουβαλώντας στοὺς ὤμους ἕνα παρελθὸν βαρὺ σὰν πέτρα καὶ στὸ βλέμμα ἕνα ἀκατάληπτο μίσος. Τὰ ἀδέρφια του, ὅταν τὸν ἀντίκρισαν, εἶπαν ὅτι ἄδειασε τὸ κορμὶ ἀπὸ τὴν ψυχὴ καὶ ἔμεινε ἡ πέτσα τοῦ ἑαυτοῦ του.
Ξεκίνησαν χάραμα, προσπέρασαν τὴ μάντρα τοῦ νεκροταφείου, ἀντίκρισαν τοὺς μαρμάρινους σταυροὺς στὸ προσκέφαλο τῶν τάφων καὶ μπήκανε στὴν ἀπέραντη ἔρημο μὲ τὴν γκρίζα πέτρα. Σὲ λίγο ὁ ἥλιος πύρωνε τὰ πάντα. Τὰ δυὸ μικρότερα ἀδέρφια κέρδιζαν λίγη σκιὰ ἀπὸ τὸ ἐκτόπισμα τοῦ κορμιοῦ τοῦ μεγάλου ἀδερφοῦ, ποὺ ξεχώριζε ἕνα βῆμα μπροστά τους. Περπατοῦσαν πολλὲς ὧρες μὰ δὲν πήγαιναν πουθενά, ἴσως γιατὶ αὐτὴ ἡ ἐρημιὰ δὲν ἔβγαζε πουθενά. Μιὰ ἀφυδατωμένη κοιλάδα. Μιὰ καβουρδισμένη γῆ. Μάταια ψάχνανε ὄχθες γιὰ νὰ δροσιστοῦνε. Πάνω τους κύκλοι ἀπὸ ὄρνια μὲ κρωγμοὺς ἀπὸ ξερὰ λαρύγγια.
Βάδιζαν σὰν ὑπνωτισμένοι. Ἡ γῆ ἄχνιζε τρεμάμενες εἰκόνες. Εἶδαν στὸν ὁρίζοντα τὶς καμῆλες ποὺ περπατοῦσαν κοιμισμένες. Οἱ δύο μικρότεροι ξεστράτισαν γιὰ νὰ τὶς ἀγγίξουν καὶ πιάσανε τὸν ἄνεμο ποὺ κουβαλοῦσε τὰ εἴδωλά τους ἀπὸ τὴν ἔρημο τῆς Ἀφρικῆς.
Πέρασε τὸ μεσημέρι, ὁ ἥλιος κινήθηκε πρὸς τὴ δύση ἀναποδογυρίζοντας τὶς σκιὲς τῶν θάμνων.
Ὁ δρόμος μάκραινε συνεχῶς ἀπὸ τὴν κούραση. Τὸ φῶς ἀραίωσε. Ἄρχισαν νὰ χάνονται τὰ χρώματα γύρω τους. Ὁ ὁρίζοντας ἔφερε ἕναν ἀέρα ἀπειλητικὸ σὰν πλατάγισμα μαστίγιου. Φτάσανε στὸν σιωπηλό, τὸν στεγνὸ χείμαρρο. Μιὰ ξινὴ μυρωδιὰ ψοφιμιοῦ χώθηκε στὰ ρουθούνια τους. Τὸ καρύδι στὸν τραχὺ λαιμὸ τοῦ μεγαλύτερου ἀδερφοῦ ἀνεβοκατέβηκε ἀποφασιστικά, Θὰ τὸν συναντήσουμε πίσω ἀπὸ τὸ γύρισμα τοῦ λόφου.
Ὁ μικρὸς ἀδερφός, ὁ πιὸ μικροκαμωμένος –τοῦ ταίριαζαν ἀκόμα τὰ παιδικὰ ἀποφόρια τοῦ μεγάλου– κουλούριασε τὶς γροθιές του καὶ εἶπε, Θὰ τὸ κάνω ἐγώ. Οἱ ἄλλοι δύο ἁπλὰ ἔγνεψαν μὲ τὸ κεφάλι.
Ἀντίκρισαν τὰ ζῶα τους στὸν περίβολο τοῦ ὑποστατικοῦ. Ὁ τρίτος ἀδερφὸς ἔσφιξε στὴν ἱδρωμένη του παλάμη τὸν μπαλτὰ καὶ προχώρησε μόνος του. Ἡ ξύλινη ἐξώθυρα ἦταν ξασφάλιστη. Μπῆκε μαλακὰ σὰν τὴ νύχτα. Ὁ ἄλλος εἶδε τὴν κοφτερὴ λεπίδα καὶ κατάλαβε. Μὲ μιὰ σβέλτη κίνηση ἔτρεξε, ἄνοιξε τὸ παλιὸ μπαοῦλο δίπλα στὴν ἑστία καὶ πῆρε κάτι στὰ χέρια του. Ὁ μπαλτὰς τὸν πρόλαβε.
Κατέρρευσε στὸ πάτωμα, αἱμορραγοῦσε ἀπὸ τὴν κοιλιὰ καὶ ὅσο ἔχανε αἷμα ἀπὸ τὴν πληγὴ ἔφευγε τὸ χρῶμα ἀπὸ τὸ πρόσωπό του. Σὲ λίγο τὸν κυρίευσαν ἔντονοι σπασμοί. Σπαρταροῦσε σὰν νὰ ἀποχωροῦσε βίαια ἡ ζωὴ ἀπὸ μέσα του, καὶ ἐκεῖ πάνω στὸ σκοροφαγωμένο κιλίμι ἔσβησε, μὲ μάτια, στόμα καὶ παλάμες ἀνοιχτά, μιὰ ἀνάσα μακριὰ ἀπὸ τὰ ἄρβυλα τοῦ μικροῦ ἀδερφοῦ, ποὺ εἶχε κοκαλώσει ὑπνωτισμένος ἀπὸ τὸν θάνατο.
Στὸν περίβολο ἀκούστηκε νὰ βγαίνει ἀπὸ τὸ σπίτι ἕνας βαθὺς λαρυγγισμὸς σὰν κραυγὴ πληγ-ωμένου λύκου πιασμένου σὲ δόκανο καὶ ἀμέσως μετὰ ὁ κρότος καὶ ἡ λάμψη μιᾶς χειροβομβίδας, ποὺ εἶχε ξεμείνει στὸ μπαοῦλο ἀπὸ τὸν Ἐμφύλιο. Στὸ μαντρὶ τοῦ Σαγγιᾶ ἐπέστρεψαν δύο ἀδέρφια καὶ τρεῖς ἰσχνὲς ἀγελάδες.
Καὶ μὲ αὐτοὺς τοὺς ἀπρόσκλητους ψιθύρους ἀπὸ τὰ χαλάσματα τοῦ χωριοῦ ποὺ μύριζε σύκο καὶ ἀγουρέλαιο, ἡ νεαρὴ ἐγκυμονοῦσα βυθιζόταν ὅλο καὶ πιὸ πολὺ στὸν κόσμο τῆς μητέρας της, ἕναν κόσμο τρυφερὸ σὰν παραμύθι ὅπου οἱ ἄνθρωποι πεθαίνουν στὰ ψέματα, καθὼς κάθε φορὰ ποὺ κάποιος ἀφηγεῖται τὴν ἱστορία τους ζωντανεύουν ξανά, σὰν νὰ ἐπιζητοῦν ἕνα ἀκόμα μπὶζ σὲ σκηνὴ ἀνοιχτοῦ θεάτρου.