Έλενα Μαρούτσου – Το εξιλαστήριο θαύμα (προδημοσίευση)

1. Εἰσαγωγὴ στὴν τέχνη τῆς ἐξαφάνισης:

Ἡ βαλίτσα καὶ τὸ βαλιτσάκι

Ἡ λέξη «ἐξαφάνιση» βούιζε στὸ αὐτὶ τῆς Ραχὴλ γιὰ ὥρα ἀφότου εἶχε κλείσει τὸ τηλέφωνο. Μὲ σπασμωδικὲς κινήσεις τοῦ νοῦ προσπαθοῦσε νὰ ἀπομονώσει τὴν κρίσιμη λέξη ἀπὸ αὐτὲς ποὺ συνωστίζονταν δίπλα της, σὰν παράσιτα ποὺ παρεμβάλλονται στὸ ραδιόφωνο καθὼς παλεύεις νὰ ξεδιαλύνεις τὰ λόγια τοῦ ἐκφωνητῆ. Οἱ λέξεις «ἐπίθεση», «ἀπόπειρα», «κακοποίηση» στριμώχνονταν δίπλα στὴν «ἐξαφάνιση», τὴν καπάκωναν, ἔριχναν πάνω της τὴ μαύρη τους σκιά, ὅπως ἁρπακτικὰ πουλιὰ πάνω ἀπὸ περιστέρι. Ναί, ὅπως πάνω ἀπὸ μικρὸ περιστέρι. Γιατὶ ὁ δεκαπεντάχρονος Μουσὰ εἶχε μυστηριωδῶς ἐξαφανιστεῖ σὰν ἐκεῖνο τὸ γκρίζο περιστέρι ποὺ εἶχε γεννηθεῖ στὴν πίσω βεράντα τοῦ σπιτιοῦ, μέσα σὲ μιὰ γλάστρα. Ἡ μαμά του, ποὺ τὸ κλώσησε ὑπομονετικά, ποὺ τοῦ ἔφερνε φαγητὸ ὅταν ξεμύτισε ἀπ’ τὸ αὐγό, ξάφνου ἔπαψε νὰ ἔρχεται. Ἡ Ραχήλ, ἕξι χρονῶν τότε, ἀναλαμβάνοντας ὡς ἀνάδοχη μητέρα τὴ φροντίδα τοῦ μικροῦ, εἶχε προσπαθήσει νὰ τοῦ μάθει νὰ πετάει. Τὸ ἀνέβαζε λοιπὸν στὸ τραπέζι τῆς βεράντας καὶ ἐκτελοῦσε μπροστά του τὶς κινήσεις τοῦ πετάγματος, ἀνεμίζοντας ρυθμικὰ τὰ χέρια πάνω κάτω. Τὰ πτητικὰ μαθήματα κράτησαν λίγες μέρες. Ὅταν τὸ κορίτσι ἔκρινε πὼς τὸ πουλὶ ἦταν πλέον ἕτοιμο νὰ ἐφαρμόσει ὅσα εἶχε διδαχθεῖ, τοῦ ἔδωσε μία ἁπαλὰ στὸ κορμάκι. Τὸ περιστέρι ἔπεσε κάτω. Ὅταν τὸ σήκωσε, ἔνιωσε τὴ μικρὴ καρδιὰ νὰ φτεροκοπάει μέσα ἀπὸ τὰ πούπουλα. Ἡ Ραχὴλ δὲν πτοήθηκε. Ἐπανέλαβε τὸ μάθημα μερικὲς φορές. Ὅταν σταμάτησε ἡ καρδιὰ τοῦ πουλιοῦ, πανικὸς κυρίευσε τὸ κορίτσι. Πῆρε στὴ χούφτα της τὸ νεκρὸ περιστέρι καὶ τὸ ἔκρυψε σὲ ἕνα βαλιτσάκι ποὺ βρῆκε στὴν ντουλάπα τῆς μαμᾶς της. Ἦταν μαῦρο ὅπως καὶ ἡ βαλίτσα ὅπου, λίγους μῆνες μετά, στὸ τσίρκο ἕνας ταχυδακτυλουργὸς ἔκλεισε μέσα τὴν καλλίγραμμη βοηθό του. Ἡ κοπέλα διπλώθηκε στὰ δύο μὲ ἄνεση λὲς καὶ χρησιμοποιοῦσε αὐτὴ τὴ μέθοδο γιὰ τὴν καθημερινή της μετακίνηση. Ὡστόσο μέσα ἀπὸ τὴ βαλίτσα ἀκουγόταν ἕνας παλμός, κάτι σὰν χτύπος πάνω σὲ ταμποῦρλο ἢ σὰν τὴν καρδιὰ ἑνὸς πουλιοῦ ποὺ τὸ κρατᾶς στὶς χοῦφτες. Ἡ καρδιὰ τῆς Ραχὴλ ἄρχισε νὰ πεταρίζει στὸ στῆθος της. Θυμήθηκε τὸ περιστέρι ποὺ εἶχε κλείσει στὸ βαλιτσάκι καὶ τὸ εἶχε ξεχάσει ἐκεῖ, στὰ βάθη τῆς ντουλάπας. Οὐδέποτε πῆγε στὸν κῆπο νὰ τὸ θάψει. Ὁ ταχυδακτυλουργὸς κατέβηκε ἀπὸ τὴ σκηνὴ καί, σὰν νὰ ἤξερε τὸ ἔνοχο μυστικό της, τὴν πλησίασε καὶ τῆς ζήτησε νὰ ἔρθει νὰ σταθεῖ δίπλα του. Μετὰ ὁ προβολέας ἔπεσε πάνω στὸ μικρὸ κορίτσι, δημιουργώντας γύρω ἀπὸ τὰ πόδια της μιὰ λίμνη ἀπὸ φῶς. Ὁ ἄντρας τῆς ζήτησε εὐγενικὰ νὰ ἀνοίξει τὴν ἀποσκευή. Ἐκείνη ἄρχισε τότε νὰ τραβάει σιγὰ σιγὰ τὸ φερμουάρ, ὅταν ξάφνου πισωπάτησε τρομαγμένη: μέσα ἀπὸ τὰ σωθικὰ τῆς βαλίτσας πετάχτηκε φτεροκοπώντας ἕνα περιστέρι. Τὸ θαῦμα αὐτὸ ὅμως ξεθώριασε, ἔχασε τὴν ἐκτυφλωτική του λάμψη μπροστὰ στὸ ἀσύγκριτο θαῦμα ποὺ συντελέστηκε κι αὐτὸ μπροστὰ στὰ μάτια τῆς Ραχὴλ ὅταν, ἐπιστρέφοντας σπίτι, ἄνοιξε δειλὰ δειλὰ τὸ μαῦρο βαλιτσάκι: Τὸ περιστέρι εἶχε ἐξαφανιστεῖ. Στὴ θέση του πάλλονταν, συστρέφοντας τὸ μικροσκοπικὸ κορμί τους, χίλια λευκὰ τυφλὰ σκουλήκια.

2. Ἡ βαλίτσα ποὺ σὲ πάει στὸν οὐρανὸ

Τὸ ὄνομά του σημαίνει «θαυματουργός». Ἔτσι τοὺς εἶχε πεῖ ἡ κοινωνικὴ λειτουργὸς ὅταν τοὺς κάλεσε στὰ γραφεῖα τῆς Ἀνάδρασης γιὰ νὰ τοὺς ἀναγγείλει ὅτι εἶχε παρουσιαστεῖ παιδὶ γιὰ κατεπείγουσα ἀναδοχή. Ἡ νέα γυναίκα εἶχε χείλη σὰν κεράσια, αὐτὰ τὰ μεγάλα ποὺ βρίσκεις στὸ σοῦπερ μάρκετ. Τὰ χείλη τῆς Ραχὴλ ἔμοιαζαν μὲ ἀδέξιες ἀπόπειρες ἑνὸς παιδιοῦ νὰ ζωγραφίσει ἕνα στόμα. Φανταστεῖτε τὸ παιδὶ νὰ σβήνει ξανὰ καὶ ξανὰ τὰ χείλη, ἀφήνοντας μόνο μία γραμμή. Μία γραμμή, ποὺ ὅσο μεγάλωνε ἡ Ραχήλ, γινόταν ὅλο καὶ πιὸ λεπτή, πιὸ σβησμένη. Τώρα ποὺ κόντευε τὰ πενήντα, ὅταν χαμογελοῦσε, ἔνιωθε πὼς τὸ στόμα θὰ σκιζόταν, σὰν χαρτί, στὰ χέρια αὐτοῦ τοῦ ἀδέξιου παιδιοῦ. Ὁ Ρίχαρντ τῆς ἔλεγε ὅτι τὰ χείλη της ἦταν συγκινητικά. Ὅτι αὐτὰ εἶχε ἐρωτευτεῖ. «Μοντιλιάνικο», ἔτσι τὴ φώναζε. Καλύτερα ὅμως νὰ συγκεντρωνόταν στὴν κοινωνικὴ λειτουργὸ ποὺ τὴν κοιτοῦσε τώρα σὰν νὰ περίμενε κάτι. «Ὡραῖο ὄνομα!» εἶπε κάπως ἀμήχανα. Ἤξερε ὅτι ἔπρεπε νὰ δείξει ἐνθουσιασμό. Στὸ κάτω κάτω, αὐτὴ εἶχε τὴν ἰδέα νὰ φιλοξενήσουν ἕνα ἀσυνό­δευτο προσφυγόπουλο. Αὐτὴ εἶχε συμπληρώσει τὴν αἴτηση. Αὐτὴ εἶχε ἀναμετρηθεῖ μὲ τὸν ἄντρα της, ποὺ δὲν ἤθελε νὰ ἀλλάξει ἡ ζωή τους στὸ παραμικρό. Ἡ μεγάλη της κόρη δὲν εἶχε φέρει ἀντίρρηση· ἀντιθέτως, ἔδειχνε περιέργεια, σχεδὸν ἀνυπομονησία γιὰ τὴν πιθανὴ ἄφιξη ἑνὸς ξένου. Μὲ τὴ μικρὴ ἀκόμη πάλευε.

«Ναί, μάθαμε πὼς τὸν εἶπαν ἔτσι ἐπειδὴ χαμογελοῦσε ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ γεννήθηκε. Στὴν ἀρχὴ νόμισαν ὅτι κά­τι δὲν πήγαινε καλά, μιὰς καὶ δὲν ἔβαλε τὰ κλάματα μόλις βγῆκε ἀπ’ τὴν κοιλιά. Ὅμως ἦταν ὑγιέστατος. Ὅταν ἀφηγοῦνταν τὴν ἱστορία του, ἡ μαμά του ἔλεγε πὼς τὸ μωρὸ δὲν ἔκλαψε ἐπειδὴ ὅλα τὰ δάκρυα τὰ εἶχε ξοδέψει ἐκείνη, ὅσο ἦταν ἔγκυος».

«Μὰ εἶναι δυνατὸν νὰ μὴν ἔκλαψε τὸ μωρὸ στὴ γέννα; Δὲν ἔχω ξανακούσει κάτι τέτοιο», εἶπε ἡ Ραχήλ.

«Ξέρετε…» εἶπαν χαμογελώντας τὰ χείλη-κεράσια, «κάθε οἰκογένεια ἔχει ἕνα δικό της ἀφήγημα, ὄχι μόνο γιὰ τὴ γέννηση τῶν παιδιῶν, ἀλλὰ γιὰ κάθε πτυχὴ τῆς οἰ­κογενειακῆς ἱστορίας».

Μάλιστα, σκέφτηκε ἡ Ραχήλ. Τὸ ἀφήγημα. Νά τη πάλι αὐτὴ ἡ ἀντιπαθητικὴ λέξη, ποὺ μᾶς κάνει τὴν καμπόση. Φαίνεται πὼς οἱ ἄνθρωποι δὲν μποροῦσαν νὰ τὰ βγάλουν πέρα μὲ τὴν ἀλήθεια. Πὼς ἀνακάλυψαν κάποια στιγμὴ ὅτι ἔχει χίλιες πτυχές. Ὅσο τὴν ξεδίπλωνες, παρουσιάζονταν κι ἄλλες. Οἱ ὑπάλληλοι τοῦ μαγαζιοῦ δὲν ἄντεχαν νὰ βλέπουν τοὺς πελάτες νὰ τσακώνονται πάνω ἀπ’ τὸ ὕφασμα, νὰ τὸ τραβοῦν καὶ νὰ τὸ τσαλακώνουν, νὰ τὸ σκί­ζουν γιὰ νὰ πάρουν ὁ καθένας ἀπὸ ἕνα κομμάτι, κι ἐπειδὴ δὲν μποροῦσαν νὰ ἐπιβάλουν τὴν τάξη, ἄρχισαν νὰ διαδίδουν τὸ ἑξῆς: τὸ ὕφασμα δὲν εἶναι ἀληθινό. Κάθε του πτυ­χὴ εἶναι ἕνα μικρὸ ψέμα. Ἕνα ἀφήγημα. Ὅποιο κι ἂν δια­λέξετε, εἶναι ἰσάξιο μὲ τοῦ ἄλλου. Κοστίζει τὸ ἴδιο. Ἔχει τὴν ἴδια ἀέρινη ὑφὴ μὲ ἕνα παραμύθι. Κι ἂν τὸ παραμύθι παύει νὰ σὲ παρηγορεῖ, μπορεῖς νὰ τὸ πετάξεις, νὰ τὸ ἀντι­καταστήσεις μὲ ἕνα πιὸ θελκτικό, κάποιο ποὺ βολεύει καλύτερα τὴν παρούσα κατάσταση. Αὐτὸ δὲν εἶχε κά­νει κι ὁ Ρίχαρντ; Ἔδιωξε τὴν ἐνοχλητικὴ σκέψη κι ἐπέστρεψε στὰ κερασένια χείλη ποὺ εἶχαν ἀρχίσει νὰ τῆς ἀφη­γοῦνται τὴν ἱστορία τοῦ ἀγοριοῦ. Νά λοιπὸν τί ἔμαθε.

Οἱ γονεῖς τοῦ Μουσᾶ ἦταν ἀπὸ τὴ Σομαλία. Ὁ πατέρας δούλευε γκροὺμ σὲ ξενοδοχεῖο. Μετέφερε τὶς βαλίτσες τῶν πελατῶν στὰ δωμάτιά τους κι αὐτοὶ τοῦ ἔδιναν φιλοδώρημα. ῞Οταν γύριζε κατάκοπος στὸ σπίτι, ἔκανε σχέδια μὲ τὴ γυναίκα του νὰ φύγουν μακριά. Τὸ μακριὰ ἔπαιρνε διάφορα πρόσωπα, ἄλλοτε οἰκεῖα κι ἄλλοτε ἐξωτικά, πάντα ὅμως μὲ στραμμένη τὴν πλάτη στὴ Σομαλία, ποὺ δὲν ἔλεγε νὰ ἡσυχάσει ἀπὸ τὸν μακροχρόνιο ἐμφύλιο. Κάποιοι φίλοι τους εἶχαν σκοτωθεῖ. Ἄκουγες γιὰ ἀνθρώπους ποὺ ἐξαφανίζονταν τὴν ὥρα ποὺ περπατοῦσαν ἀμέριμνοι στὸν δρόμο. Οἱ εἰρηνευτικὲς δυνάμεις καὶ ἡ ἐπίσημη κυβέρνηση δὲν μποροῦσαν νὰ στριμώξουν τὴ ριζοσπαστικὴ Ἂλ-Σαμπάαμπ. «Ὅλα τὰ μέρη τῆς σύγκρουσης ὑπῆρξαν ὑπεύθυνα γιὰ ἐγκλήματα βάσει τοῦ Διεθνοῦς Δι­καίου καὶ γιὰ παραβιάσεις τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα παρέμεναν ἀτιμώρητα. Ἔνοπλα τάγματα συνέχισαν νὰ ἀπαγάγουν, νὰ βασανίζουν καὶ νὰ σκοτώνουν ἀμάχους παράνομα», διάβασε ἡ Ραχὴλ στὸ λῆμμα «Σομαλικὸς Ἐμφύλιος Πόλεμος», ὅταν ἡ κοινωνικὴ λειτουργὸς ζήτησε συγγνώμη καὶ βγῆκε γιὰ λίγο ἀπ’ τὸ δωμάτιο. Ἄραγε τὸ ἰσομοίρασμα τῶν εὐθυνῶν ἀποτελοῦσε ἔνδειξη ἀντικειμενικότητας καὶ βούλησης γιὰ ἀπονομὴ δικαιοσύνης ἢ ἀδυναμίας νὰ ξεμπλέξει κανεὶς τὸ ἐμφύλιο κουβάρι ἀπὸ αἰτίες καὶ ἀποτελέσματα, ὅπως συμβαίνει καμιὰ φορὰ ὅταν, λόγου χάρη, πιάνονται οἱ μαθητὲς στὰ χέρια στὴν αὐλὴ καὶ μὲ συνοπτικὲς διαδικασίες τιμωροῦν­ται ὅλοι μὲ ἀποβολὴ ἀπὸ τὸν πολυάσχολο διευθυντή; Ὁ πατέρας τοῦ Μουσᾶ ἀποβλήθηκε ὁριστικὰ ἀπὸ τὴ ζωὴ χωρὶς νὰ ἔχει μπλεχτεῖ στὸν καβγά. Ὅταν ἐπέστρεψε ἡ κοινωνικὴ λειτουργὸς ἀπὸ τὴν τουαλέτα, ἀφηγήθηκε στὴ Ραχὴλ τὰ ἑξῆς: Κάποιοι γνωστοί του, χρόνια πελάτες στὸ ξενοδοχεῖο, τοῦ εἶχαν βρεῖ μιὰ δουλειὰ ξεναγοῦ σὲ σαφάρι στὴν Κένυα. Τὸ ζευγάρι εἶχε ἤδη πακετάρει τὰ λιγοστά τους ὑπάρχοντα. Μὲ τὸ ποὺ θὰ ἔκλεινε μήνας ἀπὸ τὴν ἀνακοίνωση τῆς παραίτησης τοῦ ὑπαλλήλου τους, οἱ γονεῖς τοῦ ἀγέννητου ἀκόμη Μουσᾶ θὰ ἔφευγαν ἀπὸ τὴ Σομαλία. Τὴν τελευταία μέρα στὴ δουλειά, ὁ γκροὺμ πετοῦσε κυριολεκτικά, δὲν ἔνιωθε τὸ βάρος ἀπὸ τὰ μπαγκάζια τῶν ἐπισκεπτῶν, πού, μαζὶ μὲ τὴν πολύωρη ὀρθοστασία, τοῦ εἶχαν δημιουργήσει κιρσοὺς στὰ πόδια καὶ πόνους στὴ μέση. Λίγο πρὶν λήξει ἡ βάρδια του, κάποιος πελάτης εἰ­δοποίησε τὴ διεύθυνση ὅτι θὰ ἔφτανε μὲ ἕνα ταξὶ ἀσυνόδευτη ἡ βαλίτσα του ποὺ εἶχε χαθεῖ στὸ ἀεροδρόμιο. Ὁ πατέρας τοῦ Μουσᾶ τὴ σήκωσε –παρὰ τὸ ἀσυνήθιστο βάρος της– σὰν πούπουλο. Θὰ πρέπει νὰ βρισκόταν στὸ ἀσανσέρ, ἀνάμεσα στὸν τρίτο καὶ τὸν τέταρτο ὄροφο, ὅταν ὁ ἐκρηκτικὸς μηχανισμὸς ἔσκασε καὶ ὁ θάλαμος ἐκσφενδονίστηκε σὰν πύραυλος στὸν οὐρανό. Ἡ γυναίκα του νοσηλεύτηκε γιὰ μία ὁλόκληρη μέρα σὲ νοσοκομεῖο τῆς Μογκαντίσου, σὲ κατάσταση σόκ, ὅπου τῆς ἀνακοινώθηκε καὶ ὅτι ἦταν ἔγκυος. Δὲν ξεπακετάρισαν ποτὲ τὰ πράγματά τους. Ὅταν ἄρχισε νὰ περπατάει ὁ μικρὸς Μουσά, στηριζόταν στὶς σκόρπιες κοῦτες στὸ πάτωμα, ἀνοιχτὲς πιά, ποὺ χρησίμευαν ὡς ἐπιδαπέδια συρτάρια ἀπ’ ὅπου ἡ μαμὰ ἀνέσυρε ὅ,τι χρειαζόταν. Μόλις ὁ Μουσὰ ἔκλεισε τὰ δεκατέσσερα, ἡ μάνα του ξέθαψε τὸ ὄνειρο τῆς μεγάλης φυγῆς, τὸ ἔβαλε μέσα σὲ ἕνα καινούργιο κατακόκκινο –τὸ ἀγαπημένο χρῶμα τοῦ παιδιοῦ– σακίδιο πλάτης καὶ τὸ ἔκανε δῶρο στὸν ἔφηβο πλέον γιό της.

[Το εξιλαστήριο θαύμα, σελ. 13-20]

Κύλιση στην κορυφή
Υποβολή έργου προς αξιολόγηση

Οι συγγραφείς που επιθυμούν να υποβάλουν έργο τους προς αξιολόγηση στις εκδόσεις Κίχλη μπορούν να το στείλουν ηλεκτρονικά (σε αρχείο word ή pdf) στην ηλεκτρονική μας διεύθυνση: kichli.publishing@gmail.com

Δεν δεχόμαστε υποβολή έργων ταχυδρομικά.

Κάθε πρόταση θα πρέπει να περιλαμβάνει:

  • το πλήρες έργο (όχι δείγμα / απόσπασμα)
  • περίληψη του έργου (εκτός αν πρόκειται για ποιητική συλλογή)
  • βιογραφικό σημείωμα του συγγραφέα, το οποίο να περιλαμβάνει τυχόν προηγούμενες εκδόσεις ή δημοσιεύσεις τους
  • τα στοιχεία επικοινωνίας του συγγραφέα

Όλα τα χειρόγραφα αξιολογούνται από την ίδια την εκδότρια της Κίχλης. Ο/η συγγραφέας ενημερώνεται για την απόφαση του εκδοτικού οίκου, μόνον εφόσον αυτή είναι θετική, μέσα σε χρονικό διάστημα 4 μηνών. Εφόσον παρέλθει αυτό το χρονικό διάστημα από την ημερομηνία αποστολής και δεν έχετε λάβει απάντηση, η έκδοση του έργου δεν είναι δυνατή.

Διευκρινίζεται ότι τα χειρόγραφα δεν επιστρέφονται.