
Σχεδιασμός Εξωφύλλου: Όλγα Καριτζή
Ἐπεισόδιο πρῶτο
(Ἡ Μάντισσα)
Πηδάει πρώτη ἀπ’ τὴν καρότσα, τὰ γυμνά της πόδια βουλιάζουν στὴ λάσπη μέχρι τοὺς ἀστραγάλους, εἶναι κορίτσι δώδεκα χρονῶν, τὴ λένε Σμαρὼ καὶ εἶναι μάντισσα ἀπ’ ὅταν ἦταν βρέφος, ἀπὸ τὴ νύχτα ποὺ οἱ παλιοὶ σύντροφοι γκρέμισαν τὴ μάνα της σ’ ἕνα σέρβικο ξεροπήγαδο. Ἐκεῖνο τὸ μητρικὸ οὐρλιαχτὸ ἦταν ἀσήκωτο γιὰ νὰ τὸ μεταφέρει ἡ ἠχώ, φυλακίστηκε στὸ πηγάδι ὅπως τὸ βουητὸ τῆς θάλασσας στὸ κοχύλι, οἱ Μοῖρες δὲν εἶχαν μοῦτρα νὰ πιάσουν στὸ στόμα τους τὸ ὀρφανό, κι ἔτσι τὸ κορίτσι ἔμεινε μὲ τὶς παλάμες του ἄγραφες καὶ τ’ αὐτιά του ἀκέρωτα. Μπῆκε στὸ μπουλούκι ἀπ’ τὰ ἑφτά, δὲν θυμᾶται τὴ ζωὴ πρίν. Τὴ βρῆκαν ἀγκαλιὰ μ’ ἕνα φιλιατρό: Τί κάνεις ἐκεῖ πέρα, μικρή; Περίμενα νὰ μὲ βρεῖτε. Ποῦ ἤξερες πὼς θὰ σὲ βροῦμε; Μοῦ τό ’πε ἡ μάνα μου ἀπ’ τὸ πηγάδι. Θέλεις νὰ φᾶς; Θέλω. Θέλεις νὰ πιεῖς; Θέλω. Θέλεις νὰ μᾶς ἀκολουθήσεις; Θέλω. Ἀπὸ τότε, σὲ κάθε χωριὸ ποὺ πιάνει τὸ μπουλούκι, ἡ Σμαρὼ γυρεύει νὰ βρεῖ ἕνα πηγάδι, ὁποιοδήποτε, γιὰ ν’ ἀφουγκραστεῖ τὴ φωνὴ τῆς μάνας της νὰ τῆς ψιθυρίζει τὸ ριζικὸ τοῦ τόπου καὶ τῶν ἀνθρώπων του. Αὐτὸ θὰ κάνει καὶ σ’ ἐτοῦτο τὸ βουρκοτόπι, εἶναι ἡ Μάντισσα, μὰ προσώρας προέχει νὰ ξεκολλήσουν τὸν ἀραμπὰ ἀπ’ τὴ λάσπη. Πίσω της πηδάει ἡ Μανταλένα, κρατάει τὰ πασούμια μὲ τὶς κόκκινες φουντίτσες στὸ χέρι, νταρντάνα, κοκέτα, σφίγγει τὴν ἐσάρπα στοὺς ὤμους, τί γίνεται, Χριστόφορε; Ὁ Χριστόφορος ἀνοίγει τὴν πόρτα τοῦ ὁδηγοῦ μὲ βία, βλαστημάει τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Παναγία, κατεβαίνει ἀπ’ τὸ καμιόνι, τσαλαβουτάει στὰ λασπόνερα, φτύνει, ἀνάβει τὸ κλεφτοφάναρο, κοιτάζει κάτω ἀπ’ τὴ βοϊδάμαξα, πίσω ἀπὸ τὸν τροχό, βούλιαξε γιὰ τὰ καλά, γαμῶ τὴν πίστη μου. Δὲν σηκώνεται δηλαδή; Βούλιαξε, λέμε. Καλά, Χριστόφορε. Φώναξε τοὺς ἄλλους νὰ κατεβοῦν. Σίμο-Δῆμο, Δονάτε, κατεβεῖτε.
Τὰ γυμνά της πόδια βουλιάζουν στὴ λάσπη μέχρι τοὺς ἀστραγάλους, δὲν θὰ τὰ καταφέρουν, μάνα, ἡ μαρμαρένια κάσα εἶναι ἀσήκωτη, αὐτὴ βουλιάζει τὸν ἀραμπά, ἄκου πῶς ἀγκομαχᾶνε, μάνα, ἄκου φωνές, ἄκου βλαστήμιες, ἕνα πηγάδι, ὁποιοδήποτε. Ὅπου νά ’ναι ξημερώνει, οἱ ἄνδρες τὸ παίρνουν ἀπόφαση πὼς δὲν σηκώνεται τοῦτος ὁ θάνατος, σβήνεται τὸ κλεφτοφάναρο, σβήνονται ὅλα. Ἕνα τσακμάκι, μιὰ πορτοκαλιὰ καύτρα, ἡ πικρὴ μυρωδιὰ ἑνὸς τσιγάρου σέρτικου. Κάνει ψύχρα, ἡ Μανταλένα σφίγγει τὴν ἐσάρπα στοὺς ὤμους, δῶ’ μου κι ἐμένα ἕνα, Χριστόφορε, τῆς δίνει, δυὸ πορτοκαλιὲς καῦτρες, πᾶμε χαμένοι, ὁ σώζων ἑαυτὸν σωθήτω, κανένας δὲν τῆς ἀποκρίνεται, ὁ Χριστόφορος εἶναι ἀποκαμωμένος, ἀλλιῶς θὰ τῆς ἔβριζε τὸν Χριστό.
Εἶναι κορίτσι δώδεκα χρονῶν, τὴ λένε Σμαρώ, κι ἕνας σφάχτης στὴν κοιλιὰ τὴ διπλώνει στὴ μέση· λὲς καὶ τὸ βογκητό της χύθηκε καταγῆς, μέσα ἀπ’ τὴ λάσπη ἀκούγεται ἕνα πάφλασμα, ἕνα φουρφούρισμα, ἕνα ξεφύσημα, κόβονται ὁλωνῶν τὰ ἥπατα. Τὸ κλεφτοφάναρο ἀνάβει ξανά, φέγγει ἕναν γύρο τὰ πρόσωπα, φέγγει τὴ δημοσιά, ποιός εἶναι ἐκεῖ; ποιός εἶναι; λέω, φανερώσου, ἄνθρωπε! Δὲν ἔχω δεῖ ἄνθρωπο πιὸ χλομό, μάνα, λὲς καὶ στὴ φλέβα του τρέχει γάλα, καλὰ εἶμαι, σὰν νὰ μοῦ πέρασε ὁ σφάχτης, ὁ Χριστόφορος παραμερίζει, ὁ Δονάτος παραμερίζει, οἱ δίδυμοι λοξοπατᾶνε ὅπως ὁ κάβουρας, ὁ ξένος περνάει, σκύβει ἀνάμεσα στὰ βόδια καὶ ζεύεται τὸν ζυγό τους. Μὰ τί κάνει, δὲν σηκώνεται ἀπὸ ἄνθρωπο τοῦτος ὁ θάνατος, ὅμως ἐκεῖνος δίνει μιὰ καὶ τραβάει τὸν ἀραμπὰ σὰν νά ’ναι πούπουλο, ἕνα δράμι. Σταυροκοπιοῦνται, κοιτάζονται κατάπληκτοι, ἀνακουφισμένοι. Πῶς θὰ σοῦ ξεπληρώσουμε τὸ καλὸ ποὺ μᾶς ἔκανες, ξένε; Θέλεις νὰ φᾶς, θέλεις νὰ πιεῖς, θέλεις νὰ μᾶς ἀκολουθήσεις; Ἐκεῖνος δὲν βγάζει μιλιά, μόνο πάει κι ἀνεβαίνει στὴν καρότσα. Θέλει. Στὸ μαλακὸ φῶς τῆς αὐγῆς, τὰ βόδια ἀργοσέρνουν τὸν ἀραμπὰ μὲ τὴ μαρμαρένια κάσα, γέρικα βόδια, τόσο μποροῦν τόσο πᾶνε, σκληρόπετσα βόδια, δὲν νιώθουν τὸ καρφὶ τῆς βουκέντρας, γι’ αὐτὸ καὶ δὲν χρειάζονται ἀραμπατζὴ νὰ τὰ ὁδηγήσει, τὸν ξέρουν τὸν δρόμο, αὐτὰ τὸν ἔχουν χαράξει. Ὁρίστε, στὸ βάθος ἀχνοφαίνεται ἕνας πλάτανος, ὅπου πλάτανος καὶ πλατεία, σύντομα ὁ Χριστόφορος θὰ πατήσει τὴν κόρνα στὸ τιμόνι τοῦ καμιονιοῦ ποὺ ἀκολουθεῖ τὸν ἀραμπά, σημάδι στὸ χωριὸ ὅτι ἔφτασε τὸ μπουλούκι, πάντα ἔτσι γίνεται. Ξεκινάει νὰ σιγοβρέχει. Καθισμένοι στὴν καρότσα ἀκοῦνε πάνω ἀπ’ τὰ κεφάλια τους τὸ καραβόπανο νὰ πίνει τὶς βρόχινες στάλες, ἔχουν πάψει ἀπὸ ὥρα νὰ περιεργάζονται τὸν μαυροφορεμένο ξένο ποὺ λαγοκοιμᾶται μὲ τὰ χέρια σταυρωμένα, ποῦ τὴν κρύβουν τόση δύναμη αὐτὰ τὰ κοκαλιάρικα χέρια; Εἶναι φτωχοντυμένος καὶ λερὸς ὅπως καὶ οἱ ἴδιοι, ἔχει φορεμένη τὴν κουκούλα τῆς κάπας του κι ἔτσι δὲν διακρίνεται τὸ πανιασμένο του πρόσωπο, δίχως πρόσωπο τί νὰ καταλάβεις, κοιτάζουν ἔξω ἀπ’ τὸ καμιόνι, πίσω, τὰ περασμένα.
Ἐρημιὰ καὶ ἡσυχία, οὔτε ἕνας κόκορας δὲν ἔχει λαλήσει, οὔτε ἕνας κόπρος δὲν τοὺς ἔχει πάρει στὸ κατόπι γαβγίζοντας. Τὸ μόνο ποὺ πιάνει ἡ Σμαρὼ στὸν ἀέρα εἶναι χλιαρὲς ἀνάσες ἀνθρώπων καὶ κτηνῶν, τοῦτο τὸ χωριὸ κοιμᾶται, μάνα, τοῦτο τὸ χωριὸ γυρεύει καταφυγὴ στὰ ὄνειρα. Ὁ ἀέρας ξάφνου λεπταίνει, πλησιάζουν, φαίνεται, κάποιο πηγάδι, ὁποιοδήποτε, καλὰ τὸ κατάλαβες, θυγατέρα, δὲν εἶναι σιωπὴ ἐτούτη, εἶναι ἀγωνία καὶ φόβος. Ἡ Σμαρὼ πετάγεται ὄρθια καὶ βάζει τὶς φωνές, μὴν πατᾶς τὴν κόρνα, Χριστόφορε! Ἡ Μανταλένα δίπλα της τρομάζει, τί ἔπαθες, κορίτσι μου; Ἄσ’ τους νὰ χορτάσουν λίγη ζωὴ ἀκόμα, Χριστόφορε! Βοηθᾶτε με νὰ τὴν κάνω καλά. Μὴν τοὺς ξυπνᾶς, Χριστόφορε! Βοηθᾶτε με, σᾶς λέω. Σὲ ξορκίζω, Χριστόφορε, σώνει!
[…]
Εἶναι μάντισσα ἀπ’ ὅταν ἦταν βρέφος, τὴ λένε Σμαρώ, τσαλαβουτάει στὰ χωράφια γιὰ νὰ πάρει ἀγκαλιὰ ἕνα φιλιατρὸ καὶ ν’ ἀφουγκραστεῖ τὴ φωνὴ τῆς μάνας της νὰ τῆς ψιθυρίζει τὸ ριζικὸ τοῦ τόπου καὶ τῶν ἀνθρώπων του. Δὲν βιάζεται, τῆς ἀρέσει ποὺ ἡ λάσπη τῆς ρουφάει τὶς φτέρνες, εἶναι κορίτσι δώδεκα χρονῶν, βιάζεται ὅμως ἡ μάνα της. Ποῦ χασομερᾶς, θυγατέρα; Μιὰ ὡραία πεταλούδα, μάνα. Ἔλα ποὺ σὲ θέλω, θυγατέρα. Ἔλα, πεταλουδίτσα, μὴ μὲ φοβᾶσαι. Τί νὰ φοβηθεῖ ἡ πεταλούδα, παιδί μου; Ἔλα, πεταλουδίτσα. Ἅμα ζεῖς μόνο μιὰ μέρα δὲν φοβᾶσαι τίποτα. Δὲν ἔρχεται. Μὴ χασομερᾶς ἄλλο κι ἔχω μουσαφίρη στὸ πηγάδι. Τσακίζομαι, μάνα.
Οἱ πέτρες τοῦ φιλιατροῦ εἶναι ὑγρὲς καὶ παγωμένες. Νά με, μάνα. Σφίξε με κι ἄλλο, θυγατέρα. Μανούλα μου. Φτάνει τόσο, θὰ πληγωθεῖς. Ποιός εἶναι ὁ μουσαφίρης σου, μάνα; Ὁ πηγαδὰς ὁ ἴδιος, θυγατέρα. Πῶς τὸν λένε νὰ τὸν χαιρετήσω; Οἱ νεκροὶ λησμονοῦν τ’ ὄνομά τους, θυγατέρα. Τότε χαῖρε, πηγαδά. Οἱ νεκροὶ ἀκοῦνε μόνο στ’ ὄνομά τους, θυγατέρα. Καὶ πῶς θὰ γίνει, μάνα; Τό ’χε σκαλίσει, λέει, πάνω στὴν τελευταία πέτρα τοῦ φιλιατροῦ. Κάτσε νὰ κοιτάξω, μάνα. Ἤτανε καὶ ψάλτης. Τὸ βρῆκα. Τὸ βρῆκε. Χαῖρε, Τάσο. Χαῖρε ἐσὺ γιὰ κεῖνον, λέει, θυγατέρα.
Ἡ γαλάζια πεταλούδα φτερουγίζει γύρω ἀπ’ τὸ πηγάδι καὶ χαϊδεύει τὸν ἀριστερὸ ὦμο τοῦ κοριτσιοῦ, τὸ μετάνιωσε, θέλει νὰ παίξουν, ὅμως τώρα τὸ κορίτσι τὴ χαζεύει ἀφηρημένα γιατὶ ἀκούει μὲ προσήλωση τὴ φωνὴ τῆς μάνας της νὰ μεταφέρει τὰ λεγόμενα τοῦ ἀσώπαστου πηγαδᾶ. Τοῦτο τὸ χωριὸ τὸ διαφεντεύει ὁ Γραμματικός, θυγατέρα, ἕνα μοβόρικο παιδαρέλι ποὺ τὰ τσιράκια του διαδίδουν ὅτι γεννήθηκε πρὶν ἀπὸ ἑκατὸν τριάντα χρόνια, γιατὶ ἦταν δεκατριῶν ὅταν πέρασε ὁ Μέγας Κομήτης, ἐκεῖνος μὲ τὴ μακρύτερη οὐρὰ πού ’χε δεῖ μέχρι τότε ὁ κόσμος, καὶ ἡ ἄκρη τῆς οὐρᾶς, λέει, τὸν ἄγγιξε ὅπως τὸ ἄστρο τῆς Βηθλεὲμ τὸν Ἰησοῦ, κι ἀπὸ κείνη τὴ στιγμὴ ἔγινε ἄχρονος κι ἀγέραστος ὅπως τὸ σκοτάδι καὶ τὸ φῶς, μόνο ποὺ αὐτὸς δὲν ἔγινε Χριστὸς ἀλλὰ Ἀντίχριστος· μόλις προχθὲς ἔσφαξε τὸν δάσκαλο γιὰ νὰ τοῦ πάρει τὴ γυναίκα κι ἔβαλε νὰ κρεμάσουν τὸ κουφάρι του στὸ μονοδένδρι, νὰ παλαντζάρει ἀλοξοδρόμητα πάνω ἀπὸ μιὰν ἀσβεστωμένη λουρίδα, γιὰ νὰ δοῦν ὅλοι μὲ τὰ μάτια τους ὅτι σ’ ἐτοῦτο τὸν τόπο οὔτε ἡ γῆ δὲν κοτάει νὰ σαλέψει. Τί ἀπέγινε ἡ δασκάλαινα, μάνα; Ἡ δασκάλαινα ἔκοψε τὴ γλώσσα της γιὰ νὰ παραμείνει στερεὸ τὸ μίσος μέσα της, νὰ τὸ πιάνει καὶ νὰ τὸ μετράει, κι ὄχι νὰ ξοδευτεῖ σὲ νερουλὲς κατάρες ποὺ δὲν πιάνουν ποτέ, ἀφοῦ σὲ κάθε βῆμα τοῦ Γραμματικοῦ τὸν φυλᾶνε, λέει, ἕνα ἄγριο σκυλὶ κι ἕνα φάντασμα, χώρια ποὺ ὁ ἴδιος ξέρει τὰ μυστικὰ τῶν πάντων γιατὶ μεταλαβαίνει πάντα τελευταῖος. Ξάφνου τὸ φιλιατρὸ τραντάζεται. Μὴ σκιάζεσαι, θυγατέρα, τὸν ἔπιασε πάλι ὁ βήχας τὸν ἔρμο τὸν πηγαδά. Μοῦ σηκώθηκε ἡ πέτσα, μάνα. Θέλει νὰ σοῦ πῶ καὶ κάτι ἀκόμα. Τί; Τὸ χωριὸ δὲν ἔχει κοιμητήρι. Τί λές, μάνα; Αὐτὸ ποὺ ἀκοῦς, θυγατέρα. Καὶ μὲ τοὺς νεκροὺς τί γίνεται; Πρέπει νὰ φύγει τώρα, λέει. Τί γίνεται μὲ τοὺς νεκρούς, μάνα; Ὅπου νά ’ναι ὁ παπὰς θὰ πεῖ τὰ σὰ ἐκ τῶν σῶν καὶ πρέπει νὰ τοῦ ἀπαντήσει ὁ λαός. Οἱ νεκροί, μάνα. Πάει, ἔφυγε, θυγατέρα. Κάτι μᾶς κρύβει ὁ πηγαδάς, μάνα. Ὅλοι κάτι μᾶς κρύβουν, παιδί μου.
Ἡ πεταλούδα πετάει μακριά, ἀρκετὰ χαζολόγησε, ἔχει νὰ συνθέσει τὸν ἀπρόβλεπτο χαρακτήρα τοῦ χάους. Ἡ Σμαρὼ νιώθει τὴ μουσκεμένη νυχτικιὰ νὰ κολλάει πάνω στὸ κορμί της, νιώθει τὰ σκουλήκια πού ’χουν ξετρυπώσει ἀπὸ τὴ λάσπη νὰ γαργαλᾶνε τὶς πατοῦσες της. Πές μου, μάνα, ποιός εἶναι ὁ ξένος; Ποιός ξένος; Αὐτὸς ποὺ μᾶς ξεκόλλησε τὸν ἀραμπὰ ἀπ’ τὴ λάσπη. Ἀπόλυσε ἡ ἐκκλησία, θυγατέρα, ὁ πηγαδὰς ἐπιστρέφει. Ποιός εἶναι ὁ ξένος, μάνα; Σκασμένος μοῦ φαίνεται. Ἀπάντησέ μου, μάνα. Ἡ μυρωδιὰ τοῦ λιβανιοῦ θὰ τοῦ ξύπνησε πῶς εἶναι νὰ σὲ σφίγγει τὸ στομάχι ἀπὸ τὴν πείνα. Μίλα μου, μάνα. Πῶς εἶναι νὰ σὲ σακατεύουν τὰ κουνούπια μόλις πέφτει ὁ ἥλιος στὰ χωράφια. Σὲ παρακαλῶ, μάνα. Πῶς εἶναι νὰ σοῦ λιώνει τὰ πλεμόνια τὸ χτικιό. Σὲ ξορκίζω, μάνα, πὲς κάτι. Πὲς στὸν Ἑξαδάχτυλο πὼς τὸ ταξίδι σας ἔφτασε στὸ τέλος του. Τί σημαίνει αὐτό, μάνα; Φεύγα τώρα. Τί θὰ γίνει μὲ τὴν κάσα, μάνα; Φεύγα, δὲν ἀντέχονται τὰ παράπονα τοῦ πεθαμένου. Τί θ’ ἀπογίνουμε, μάνα; Φεύγα.
[…]
Πέντε κλαράκια εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ὅπως τὸν φτιάχνουν στὶς ζωγραφιές τους τὰ παιδιά· ἔτσι τὰ κάνεις, καὶ σπᾶνε. Τὴ λένε Σμαρὼ καὶ εἶναι μάντισσα, εἶναι γυναίκα καὶ εἶναι μόνη. Ἔχει μπεῖ ἀπὸ ὥρα σ’ ἕναν τόπο ὅπου τίποτα δὲν διαταράσσεται, τίποτα δὲν σαλεύει. Ὅπως στὴν κοιλάδα τοῦ Κλαυθμῶνος, ὅπου πατήθηκαν τὰ ἔθνη σὰν τσαμπιὰ ἀπὸ σταφύλια, ἔτσι κι ἐδῶ, ἡ Σμαρὼ πατάει πάνω σὲ θρύψαλα ἀνθρώπινων ὀνείρων. Ἐδῶ οἱ μεγάλες ματαιώσεις, ἐδῶ οἱ χαμένες περιπτώσεις, τὰ σχεδόν, τὰ παραλίγο, ἡ μεγάλη αἴθουσα τῶν ἀπολεσθέντων τοῦ Κόσμου ἐδῶ: ἰδοὺ τὸ σελάχι μὲ τὰ πινέλα του κι ὁ τάφος τοῦ Θεόφιλου Κεφάλα, ἰδοὺ τὰ δέκα βήματα τῆς Φραγκογιαννοῦς μέχρι τὸν Ἅγιο Σώστη, ἰδοὺ οἱ ρεκλάμες τοῦ Δεδούσαρου καὶ τοῦ γερο-Σπαθάρη, πάνω σὲ φτηνὸ χαρτὶ τοῦ μέτρου, ὑπόλευκο σὰν τὸν κάμπο τῶν λευκῶν ληκύθων, νά καὶ τὸ σκηνικὸ σὲ σχῆμα καρδιᾶς, ποὺ ἀπὸ πίσω του ἔβγαζαν ἀναμνηστικὲς φωτογραφίες οἱ πατεράδες καὶ οἱ θεῖοι μας ὡς νεοσύλλεκτοι φαντάροι. Τὸ δυσοίωνο τρίξιμο ποὺ ἀκούγεται ὁλοένα εἶναι ἀπὸ λαμαρίνες καραβιῶν ποὺ πιάστηκαν στὶς μασέλες τῆς Μεσογείου, ὅπως ἐκεῖνο τὸ γκαζάδικο ὅπου μπάρκαρε ὁ ἀρραβωνιαστικὸς τῆς Μανταλένας, ὁ Κυριάκος, καὶ πῆγε αὔτανδρο ἕνα βράδυ.
* Τα αποσπάσματα προέρχονται από τις σ. 25-28, 31-33 και 116.