Από τη συλλογή «Θερμά θαλάσσια λουτρά», η οποία θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Κίχλη σε λίγες ημέρες, μπορείτε να διαβάσετε το ομώνυμο διήγημα.
Θερμὰ θαλάσσια λουτρὰ
1980
ΣΤΟ ΧΤΗΜΑ ΜΑΣ, ὅταν οἱ ζέστες ἔπιαναν γιὰ τὰ καλά, ἄρχιζαν οἱ προετοιμασίες γιὰ τὴ θάλασσα. Πρώτη ἡ θειά μου πού, ἀφ’ ὅτου χήρεψε, ὑπέφερε ὁλόκληρο τὸν χειμώνα ἀπὸ ρευματισμούς, κατέβαζε ἀπὸ τὴν ἀποθήκη ἕνα μεγάλο στρογγυλὸ κουτί, ἀπὸ ὅπου ἔβγαζε τὸ μαῦρο καλοκαιρινό της καπέλο, ἀγορασμένο πρὶν χρόνια καὶ χρόνια ἀπὸ τὸν μακαρίτη, σὲ ἕνα του ταξίδι ἀστραπὴ στὴν Τεργέστη. Τὸ ταξίδι ἐκεῖνο, ποὺ ἀναφερόταν σπάνια, πάντοτε δὲ μὲ κάποιο δέος, φαίνεται ὅτι πραγματοποιήθηκε ὑπὸ συνθῆκες ποὺ χαρακτηρίστηκαν ὡς ἔκτακτες, ἂν μὴ καὶ μυστηριώδεις. Ἡ θειά μου βούρτσιζε προσεχτικὰ τὸ καπέλο καὶ ὕστερα τὸ καθάριζε μὲ ἕνα ἐκχύλισμα φύλλων κισσοῦ. Μὲ τὸ ἴδιο ὑγρό, βρασμένο ἐλαφρά, σχεδὸν ἀφέψημα, καθάριζε καὶ τὴ μαύρη της μαντήλα, τὴν ἐσάρπα της, καθὼς καὶ ἕνα ψάθινο καλαθάκι μὲ καπάκι, ποὺ προοριζόταν γιὰ τὰ τρόφιμα τοῦ ταξιδιοῦ. Ἡ πιὸ μεγάλη φασαρία ἦταν ὥσπου νὰ συμφωνήσει μὲ τὸν ἕναν ἀπὸ τοὺς δυὸ ταξιτζῆδες τῆς πόλης (τοὺς σωφέρ, καθὼς τοὺς ἔλεγαν) τὶς μέρες καὶ τὶς ὧρες ποὺ θὰ μᾶς παραλάμβανε μὲ τὸ φορτάκι του ἀπὸ τὸν σταθμό. Τὸ τραῖνο ἀναχωροῦσε κάθε πρωὶ στὶς δέκα καὶ δέκα.
Ὁ σταθμὸς βρισκόταν στὴν ἄλλη ἄκρη τῆς πόλης, σὲ ἕνα πέτρινο διώροφο σπίτι, μὲ ὡραῖα μπαλκόνια, πολλὲς πόρτες, γκισέδες καὶ κιγκλιδώματα. Διέθετε τρεῖς αἴθουσες ἀναμονῆς, ἀνάλογες μὲ τὴ θέση ποὺ ταξίδευε ὁ κάθε ἐπιβάτης.
Ἡ θειά μου ἔβγαζε ἕνα εἰσιτήριο διαρκείας, πρώτης θέσεως, μὲ τὴν πρόσθετη ἔνδειξη «θερμὰ θαλάσσια λουτρά», γραμμένη μὲ καφὲ λοξὰ γράμματα. Ἕνα εἰδικὸ βαγόνι, μὲ τὴν ἴδια ἔνδειξη στοὺς ὑαλοπίνακες, ἐξυπηρετοῦσε ἀποκλειστικὰ αὐτὴ τὴν κατηγορία τῶν λουομένων. Ἦταν ἕνα ἀληθινὸ ἄδυτο, ὅπου κανεὶς τρίτος δὲν διενοεῖτο οὔτε νὰ διέλθει κάν, ὄχι νὰ καθίσει, ἢ νὰ τολμήσει νὰ ἀνοίξει τὸ παράθυρο.
Δὲν μπορῶ νὰ φαντασθῶ πιὸ τρυφερὴ ἀναχώρηση τραίνου. Στὶς δέκα παρὰ τέταρτο χτυποῦσε τὸ πρῶτο καμπανάκι τοῦ σταθμοῦ, μὲ ἕναν γλυκύ, μαλακό, ἀλλὰ καὶ ἀρκετὰ ἰσχυρὸ ἦχο. Οἱ πιὸ ἡλικιωμένοι ἔσπευδαν ἤδη στὸ βαγόνι τους. Στὶς δέκα παρὰ πέντε χτυποῦσε τὸ δεύτερο, ὁπότε ἡ κίνηση, τὰ τρεχάματα καὶ ὁ ἀναβρασμὸς ἐπιτείνονταν, καὶ στὶς δέκα καὶ δέκα ἀκριβῶς χτυποῦσε τὸ τρίτο καμπανάκι, μὲ τὸ ὁποῖο ὅλοι πιὰ καταλάμβαναν, μέσα σὲ μιὰ πραγματικὴ ἀναταραχή, τὶς θέσεις τους. Τότε ἐμφανιζόταν ὁ Θύμιος. Φοροῦσε μιὰ πολὺ σκούρα μπλὲ στολὴ καὶ πηλήκιο μὲ πολλὰ χρυσὰ σειρήτια, ἐνῶ ἀπὸ τὸν ἀριστερό του ὦμο κρεμόταν μιὰ καφὲ δερμάτινη τσάντα, μὲ τὰ εἰσιτήρια καὶ ὅλα τὰ ἀπαραίτητα ὄργανα τοῦ ἐλέγχου. Ἀπὸ τὴ ζώνη τοῦ πανταλονιοῦ του, μὲ μιὰ χοντρὴ ἁλυσίδα, εἶχε ἀναρτήσει μιὰ μικρὴ σάλπιγγα, ἄψογα γυαλισμένη καὶ ἰδιαίτερα κυρτή, σὰν κέρας. Ὁ Θύμιος ἔριχνε μιὰ βλοσυρὴ ματιὰ κατὰ μῆκος τοῦ συρμοῦ, καὶ ἐπέπληττε ὅσους κωλυσιεργοῦσαν νὰ ἀνέβουν. Στυλωμένος περὶ τὸ μέσον τοῦ τραίνου, ἀνέκραζε στεντορείᾳ τῇ φωνῇ: Ἔς, κύριοι! Κανεὶς δὲν ἔμαθε ποτὲ τὸ ἀκριβὲς νόημα τῆς φράσης, ἀλλὰ ἀμέσως, πατεῖς με πατῶ σε οἱ βραδυποροῦντες, σκαρφάλωναν στὰ βαγόνια. Οἱ ἐπιβάτες τῆς πρώτης θέσεως, καθισμένοι σὲ περίτεχνα καθίσματα ἀπὸ ψάθα προελεύσεως ἐξωτερικοῦ, δυσφοροῦσαν. Ὅλα τὴν τελευταία στιγμή, ἔλεγαν.
Ὁ Θύμιος στρεφόταν ἀκολούθως στὸν μηχανοδηγό. Ἐκεῖνος τὸν προσέβλεπε πειθήνια στὰ μάτια, ἐνῶ μὲ τὸ δεξί του χέρι ἔψαυε τὴ σειρήνα τοῦ τραίνου. Ἕτοιμος; τοῦ φώναζε. Ὁ μηχανοδηγὸς ἔγνεφε καταφατικά, χωρὶς νὰ ἀποσύρει τὸ παράπαν τὸ βλέμμα του. Τότε ὁ Θύμιος ἀνασποῦσε τὴ σάλπιγγα καὶ σάλπιζε ἕναν ὀξύ, μακρότατον καί, μπορῶ νὰ πῶ, μουσικὸν ἦχο, ποὺ ἔσβηνε σιγὰ σιγά, σὰν σιωπητήριο. Ἕνα εὐχάριστο ρίγος διέτρεχε τοὺς ἐπιβάτες. ῞Ολα ἕτοιμα πλέον, πρὸς ἀναχώρησιν. Τὸ τραῖνο σφύριζε καὶ ξεκινοῦσε ἀργὰ ἀργά, μέσα σὲ θορύβους καὶ γδούπους. Ὁ Θύμιος πλησίαζε καὶ αὐτὸς καὶ σαλτάριζε στὸ τελευταῖο βαγόνι. Τὸ ταξίδι ἄρχιζε.
Ἡ θάλασσα ἀπεῖχε περὶ τὰ δεκατρία χιλιόμετρα καὶ μέχρι τὴν Ἀλκυώνα, ὅπου κατέβαιναν οἱ κανονικοὶ λουόμενοι, μεσολαβοῦσαν τρεῖς σταθμοὶ καὶ μιὰ προαιρετικὴ στάση. Σὲ κάθε ἀναχώρηση ἀπὸ τοὺς ἐνδιάμεσους σταθμούς, ἡ διαδικασία μὲ τὸν Θύμιο ἐπαναλαμβανόταν μὲ τὴν ἴδια ἀκρίβεια – μόνο στὴν προαιρετικὴ στάση παρέλειπε τὶς ἐκφωνήσεις. Τὸ τραῖνο περνοῦσε μέσα ἀπὸ σταφιδαμπέλους, ἀγρεπαύλεις, μετόχια μοναστηριῶν καὶ ἀμμόλοφους. Στοὺς σταθμοὺς οἱ νέοι κατέβαιναν καὶ ἅρπαζαν ἀπὸ τὰ παρακείμενα κλήματα τσαμπιὰ μαύρης σταφίδας, ἢ καὶ χοῦφτες ὁλόκληρες ἀπὸ τὰ ἁλώνια, ὅπου ἅπλωναν τὸν καρπὸ γιὰ νὰ ξεραθεῖ.
Ὁ μεγάλος ὅμως σαματὰς γινόταν στὴν Ἀλκυώνα. Πρὶν ἀκόμη σταματήσει τὸ τραῖνο, πηδοῦσαν ἀρκετοὶ ἀπὸ τὰ βαγόνια καὶ ἄρχιζαν νὰ τρέχουν δαιμονιωδῶς πρὸς τὴ θάλασσα. Εἶχαν νὰ διανύσουν περίπου δύο χιλιόμετρα, ὥσπου νὰ φθάσουν στὴν ἀμμουδιὰ μὲ τὶς μπανιέρες. Πολλοὶ προτιμοῦσαν νὰ κατέβουν στὴν ἑπόμενη στάση, μπροστὰ στὰ θερμὰ λουτρά, ἀπὸ ὅπου ἡ ἀπόσταση ὣς τὶς μπανιέρες ἦταν πολὺ μικρότερη, σχεδὸν μηδαμινή. Τὶς ἔβρισκαν ὅμως κατειλημμένες ἀπὸ τοὺς πρώτους, ποὺ εἶχαν σαλτάρει ἀπὸ τὸ τραῖνο καὶ διατρέξει τὴ διαδρομὴ μὲ τὰ πόδια.
Τὸ κτήριο τῶν θερμῶν λουτρῶν, βαμμένο κίτρινο, περιβαλλόταν ἀπὸ ἕνα ἄλσος μὲ εὐκάλυπτους. Ἡ θειά μου δὲν μὲ ἄφηνε νὰ μπῶ μέσα στοὺς λουτῆρες. Ἄνοιγε τὸ καλαθάκι, μοῦ ἔδινε ψωμί, τυρί, ἕνα αὐγὸ βραστὸ καὶ σταφύλια, καὶ μὲ παρότρυνε νὰ περπατήσω στὴν ἀμμουδιά, ἀφοῦ φοροῦσα προηγουμένως μιὰ κατάλληλη κάσκα γιὰ τὸν ἥλιο.
Πήγαινα στὴν ἀμμουδιὰ καὶ χάζευα. Μάζευα κοχύλια, ἀστερίες, ζωντανὲς ἄσπρες ἀχηβάδες. Ἀνέβαινα ὕστερα στὶς μπανιέρες. Ἦταν ξύλινες, κατασκευασμένες ἀπὸ χοντροὺς σιδερένιους πασσάλους, ποὺ τοὺς εἶχαν μπήξει μέσα στὴ θάλασσα, χωριστὰ μιὰ σειρὰ μπανιέρες γιὰ τοὺς ἄντρες, χωριστὰ γιὰ τὶς γυναῖκες. Μιὰ γέφυρα, ἐπίσης ξύλινη, ἕνωνε τὸ κάθε συγκρότημα μὲ τὴν ξηρά.
Οἱ καμπίνες ἦταν στενές, ὑγρὲς καὶ μύριζαν μούχλα καὶ κάτουρο. Ἡ ἑταιρεία τοῦ τραίνου τὶς εἶχε χτίσει πρὶν χρόνια, ἀλλὰ σιγὰ σιγὰ τὶς ἐγκατέλειψε καὶ ρήμαζαν. Ἔλειπαν ἀρκετὰ σανίδια καὶ ἔτσι φαινόταν ὁ ἀμμουδερὸς πυθμένας τῆς θάλασσας, καθὼς καὶ οἱ σπασμένοι πάσσαλοι, γεμάτοι φύκια καὶ ὄστρακα. Μιὰ σκαλίτσα ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος τῆς κάθε καμπίνας κατέβαζε στὰ βαθιά, ὅπου τὸ βάθος τοῦ νεροῦ ξεπερνοῦσε τὸ μέτρο. Παιδιὰ δὲν ἄφηναν νὰ κολυμπήσουν ἐκεῖ. Οἱ ἄντρες φοροῦσαν μακριὰ μπανιερά, ἂν καὶ μερικοὶ νοικοκυραῖοι κατέβαιναν τὴ σκαλίτσα τελείως γυμνοί. Μὲ πολλὴ σοβαρότητα τοποθετοῦσαν τὸ ἀριστερό τους χέρι ἀνοιχτό, μπροστὰ ἀπὸ τὰ ἀπόκρυφα μέλη τους, ἐνῶ μὲ τὸ δεξί, μόλις τὸ πόδι τους ἄγγιζε τὸ νερό, ἔκαναν ἀργὰ ἀργὰ τὸν σταυρό τους. Κατόπιν βουτοῦσαν.
Λίγο πρὶν ἀπὸ τὸν πόλεμο, οἱ μπανιέρες εἶχαν ἀρχίσει νὰ ξεχαρβαλώνονται τελείως. Τότε ἦταν ποὺ ἔφθασαν στὸν τόπο μας μερικοὶ πρόσφυγες ἀπὸ τὴν Ρωσία, δικοί μας, ἢ καὶ Λευκορῶσοι. Θυμᾶμαι ἕνα ξανθὸ παλληκαράκι ψηλό, μὲ γαλανὰ μάτια. Κολυμποῦσε περίφημα. Ἔφερνε γύρα ὅλη τὴν ἀκτή. Μὲ ὡραῖες ἁπλωτὲς πήγαινε στὰ βαθιά, παρέκαμπτε τὸ εἰδικὸ σύρμα ποὺ χώριζε τὰ χωρικὰ ὕδατα τῶν γυναικῶν καὶ κολυμποῦσε στὰ νερά τους. Τσιρίδες καὶ φωνές, ἐκεῖνες. Οἱ δικοί μας τὸν κύτταζαν ζηλόφθονα, διαμαρτύρονταν, ἀλλὰ ποῦ νὰ τολμήσουν νὰ τὸν ἀκολουθήσουν, σὲ κεῖνες τὶς ἀκτὲς μὲ τὰ ρηχὰ νερά, κανεὶς δὲν κατάφερνε νὰ μάθει κολύμπι τῆς προκοπῆς.
Μιὰ Κυριακὴ ὁ νεαρὸς Ρῶσος, ἀφοῦ ἔκανε κάμποσους γύρους, ἐπέστρεψε κολυμπώντας πρὸς τὶς ἀνδρικὲς μπανιέρες. Ἀνέβηκε τὴ σκαλίτσα καὶ σκαρφάλωσε ἐπάνω στὴ στέγη, ἀπὸ ὅπου μποροῦσε νὰ γίνει ὁρατὸς ἀπὸ τὴν πλευρὰ τῶν γυναικῶν. Ὁ καιρὸς εἶχε λίγο ψυχράνει, ἡ θάλασσα ἦταν ἀρκετὰ φουρτουνιασμένη καὶ εἶχε ἀρχίσει νὰ ἐρημώνει κάπως. Πάνω στὴ στέγη ὁ Ρῶσος ἔμεινε ἀρκετὴ ὥρα, κυττάζοντας πότε δεξιὰ καὶ πότε ἀριστερά του. Ὕστερα ζυγίστηκε ἀργά, ἄνοιξε τὰ χέρια καί, πηδώντας μὲ φόρα στὴ θάλασσα, ἔκανε μιὰ θεαματικὴ βουτιά. Ἔμεινε ἐκεῖ, καρφωμένος σὲ κάποιον σπασμένο πάσσαλο. Ἔτρεξε κόσμος καὶ κοσμάκης, ἀλαλάζοντας. Τελικὰ ἦρθαν δυὸ ψαράδες καὶ τὸν τράβηξαν.
Πέθανε μόλις τὸν ἀκούμπησαν στὴν ἀμμουδιά. Θυμᾶμαι ἀκόμη τὸ πρόσωπό του, καθὼς καὶ τὰ γαλανά του μάτια, ποὺ μᾶς κύτταζαν ὀρθάνοιχτα. Ἔμοιαζε νὰ μὴν καταλαβαίνει τίποτα ἀπολύτως.
