Μαζὶ καὶ στὴ ζωή, μαζὶ καὶ στὸν θάνατο (σελ. 19)
«Ἡλικιωμένο ζευγάρι στὴ Θεσσαλονίκη κάηκε ζωντανό, ὅταν φωτιὰ ἀπὸ ἄγνωστη αἰτία ξέσπασε στὸ πολυτελὲς διαμέρισμα ποὺ διέμεναν στὸ κέντρο τῆς πόλης. Κινδύνευσαν καὶ τὰ διπλανὰ διαμερίσματα», ἔλεγε ἡ πρωινὴ εἴδηση. Κανεὶς ὅμως δὲν ὑποψιάστηκε ὅτι τὰ δύο γερόντια, ἐρωτευμένα ἕως θανάτου, ἀποχαιρέτησαν τὴ ζωὴ τὴν ὥρα ποὺ προσπαθοῦσαν νὰ κάψουν τὰ ἐρωτικὰ γράμματα τῆς νιότης τους, γιὰ νὰ μὴν πέσουν σὲ χέρια βέβηλα.
Τὰ κλειδιὰ (σελ. 23)
Τὸ σπίτι μας τὸ πατρικό, στὴν ἄκρη τῆς θάλασσας, τὸ θάψαμε μαζὶ μὲ τὴν ἀδελφή μας ἕνα χιονισμένο πρωινὸ τοῦ Φλεβάρη, τὴ μέρα ποὺ ἡ ψυχή της πέταξε σὰν πουλάκι στὸν οὐρανὸ καὶ ἔπαψε νὰ σπαρταράει κάθε μέρα στὸ στέρνο της. Πρὶν καλὰ καλὰ προλάβει νὰ ἀλλάξει περιβάλλον, νὰ μετοικίσει στοὺς κήπους τοῦ ἐπέκεινα, κατέφτασε ὁ γαμπρός της ἀπὸ τὰ Ἄγραφα καὶ ἄρχισε νὰ κλειδώνει ἕνα ἕνα τὰ δωμάτια τοῦ πάνω ὀρόφου. Καταχώνιασα τὴ λύπη μου ὅσο πιὸ βαθιὰ μποροῦσα καὶ ὕστερα παρέδωσα τὴν ἀρμαθιὰ μὲ ὅλα τὰ κλειδιὰ τοῦ σπιτιοῦ, ποὺ ἡ ἀδελφή μας μοῦ εἶχε ἐμπιστευτεῖ ὅσο ζοῦσε, στὴν κόρη της – δὲν μοῦ τὰ ζήτησε εἶναι ἡ ἀλήθεια, οὔτε καὶ ἀρνήθηκε νὰ τὰ πάρει ὅμως. Λίγες μέρες ἀργότερα ρώτησα τὴ μικρή μας ἀδελφή: «᾽Εσύ, μήπως ἄφησες τίποτα στὸ σπίτι;». «Ναί, ὑπέροχες ἀναμνήσεις», μοῦ ἀπάντησε, μὲ τὸν τρόπο ποὺ μόνο αὐτὴ ξέρει. «Κι ἐκεῖνα τὰ μὴ μὲ λησμόνει… Θυμᾶσαι; Ποὺ εἶχαν γεμίσει τὰ παρτέρια τοῦ κήπου τὴ μέρα ποὺ κατεβήκαμε γιὰ τὸ ξόδι».
Ποτὲ πιὰ ἡ ζωὴ δὲν θὰ εἶναι ὅπως πρὶν (σελ. 24)
Τὴν τελευταία φορὰ ποὺ σὲ εἶδα καὶ τί δὲν θά ’δινα νὰ εἶχα καταλάβει πὼς ἦταν ἡ τελευταία. Καὶ τί θὰ ἄλλαζε; θὰ μοῦ πεῖς. Τίποτε, ἁπλῶς δὲν θά ’φευγα, θὰ ἤμουν ἐκεῖ, νὰ σοῦ κρατῶ τὸ χέρι, ὅπως πορευτήκαμε μιὰ ζωὴ μαζί. Καὶ στὰ καλὰ καὶ στὰ δύσκολα. Καὶ στὶς εὐτυχίες καὶ στὶς δυστυχίες.
Ἤσουν ἀδύνατη, καταβεβλημένη, ἀδιόρατα φευγάτη, μισὴ ἐδῶ, μισὴ ἤδη στὸν δρόμο. Δὲν ἤθελα νὰ τὸ πιστέψω. Τὴ στιγμὴ τοῦ ἀποχαιρετισμοῦ, ἐκεῖ, στὸν κῆπο, δίπλα στὴ βερικοκιὰ ποὺ εἶχε φυτέψει ὁ μπαμπάς, μ’ ἀγκάλιασες μὲ λαχτάρα, ὕστερα μὲ κράτησες σὲ λίγη ἀπόσταση τεντώνοντας τὰ χέρια, ἔγειρες λοξὰ τὸ κεφάλι καὶ μὲ κοίταξες κατάματα. Χαμογέλασες πονηρά, σὰν κάτι νὰ ἤθελες νὰ μοῦ κρύψεις. Στὸ βλέμμα σου βαθιὰ λίγη θλίψη, πολλὴ τρυφερότητα, μεγάλη ἀγάπη. Ὅλη ἡ μνήμη πού ’χες χάσει, σὰν νὰ ξαναγύρισε γιὰ μιὰ στιγμή. Ὕστερα μοῦ χάιδεψες τὰ μαλλιὰ καὶ τὸ χέρι ἔμεινε μετέωρο στὸν ἀέρα, γιὰ ἀποχαιρετισμό, ἀργὸ καὶ παρατεταμένο.
Τὴν ἄλλη μέρα πρωινὸ τηλεφώνημα σὲ ὥρα ἄβολη μᾶς ἐνημέρωσε γιὰ τὸ φευγιό σου. Θυμήθηκα τότε τὴν ἀπάντηση ποὺ ἔδωσε φίλος λογοτέχνης στὸ γνωστὸ ἐρωτηματολόγιο τοῦ Προύστ. «Ποιός εἶναι ὁ μεγαλύτερος φόβος σας;» ἔλεγε ἡ ἐρώτηση. «Ὁ θάνατος χωρὶς ἀποχαιρετισμό», ἀπαντοῦσε ὁ αἰσθαντικὸς φίλος. Τώρα κατάλαβα. Σὰν νὰ γαλήνεψε ἡ ψυχή μου. Εἶχες φροντίσει νὰ μὲ ἀποχαιρετήσεις. Πάντα ἐσὺ ἔδινες τὶς λύσεις.
Οἱ τελευταῖοι ἐπιζῶντες (σελ. 30)
Ὅποτε ἀνεβαίνει στὴ γενέτειρά του, τὴν Καβάλα, περνᾶ μιὰ βόλτα ἀπ’ τὸ νεκροταφεῖο. Ὅλοι σχεδὸν οἱ δικοί του βρίσκονται πιὰ ἐκεῖ. Τὴν τελευταία φορὰ παραξενεύτηκε, ὅταν εἶδε στὴ στήλη μὲ τὰ ὀνόματα τῶν ἀπελθόντων χαραγμένο τὸ ὄνομα Ἄννα. Ἐμεῖς Ἄννα δὲν εἴχαμε στὴν οἰκογένεια, σκέφτηκε. Νὰ πρόκειται ἄραγε γιὰ καμιὰ γκόμενα τοῦ μπαμπᾶ ποὺ ἀπεβίωσε καὶ κάποιοι τό ’ξεραν; Ἐκεῖ πῆγε ὁ νοῦς του. «Ὅμως ὄχι, δὲν γίνεται», μονολόγησε. «Θὰ πρέπει νὰ ἦταν πάνω ἀπὸ ἑκατό, ἐὰν ζοῦσε». Ρώτησε τὸν γειτονικὸ μαρμαρὰ τί συνέβη καὶ ἐκεῖνος ζήτησε συγγνώμη γιὰ τὸ λάθος. «Τὸ ὄνομα ἔπρεπε νὰ χαραχτεῖ σὲ παρακείμενο τάφο», τοῦ εἶπε. «Νὰ τὸ σβήσετε, σᾶς παρακαλῶ», ζήτησε εὐγενικά. «Ὄχι γιὰ κανέναν ἄλλο λόγο, ἀλλὰ ἡ πλάκα χωράει μόνο δύο ὀνόματα ἀκόμη, τὸ δικό μου καὶ τῆς ἀδελφῆς μου. Εἴμαστε, βλέπετε, οἱ τελευταῖοι ἐπιζῶντες».
Ὁ θεῖος Ἀριστείδης (σελ. 40)
Ὀμορφόσογο οἱ Μπελίτσες. Τρεῖς ἀδελφὲς καὶ δύο πρῶτες ξαδέλφες, πέντε τὸν ἀριθμό. Λυγερόκορμες, δέρμα σταρένιο, μεγάλα ἐντυπωσιακὰ μάτια καὶ καλοσχηματισμένα σαρκώδη χείλη. Πρόσωπο σεβαστὸ στὴν οἰκογένεια ὁ θεῖος Ἀριστείδης. Πρόεδρος δικαστηρίου. Ἄνθρωπος μορφωμένος, αὐστηρὸς καὶ σοφός. Ἐπιπλέον, ἄντρας γοητευτικός· ψηλός, εὐθυτενής, ἀσπρομάλλης – ἐνέπνεε σεβασμὸ καὶ ἐμπιστοσύνη. Καμάρωνε τὶς ἀνιψιές, ποὺ ἀκολουθοῦσαν ὅλες τὸν δρόμο τῆς ἐπιστήμης, καὶ ἔδινε τὶς συμβουλές του, ὅταν χρειαζόταν. Κανεὶς δὲν μποροῦσε νὰ συνδέσει τὸν θεῖο Ἀριστείδη μὲ ὅ,τι ἀφορᾶ τὸ σῶμα, πόσο μᾶλλον μὲ κάτι σεξουαλικό. Ἡ στιβαρή του παρουσία δὲν ἄφηνε περιθώρια.
Κάποια στιγμὴ ἀρρώστησε βαριὰ καὶ ὑποβλήθηκε σὲ πολύωρη ἐπέμβαση μὲ ὁλικὴ νάρκωση. Ὅλες οἱ ἀνιψιές του παροῦσες καὶ ἀνήσυχες. Ἕνα μάτσο ὄμορφα κορίτσια γύρω ἀπὸ τὸ κρεβάτι τοῦ πόνου περιμένουν τὸν θεῖο νὰ ξυπνήσει. Δύσκολος ὁ χρόνος τῆς ἀναμονῆς. Προσπαθοῦν νὰ μὴν κάνουν φασαρία. Ὕστερα ἀπὸ δύο ὧρες ὁ θεῖος Ἀριστείδης, μὲς στὸν ἀπόηχο τῆς νάρκωσης, ἀνοίγει διστακτικὰ τὰ μάτια, τὰ γουρλώνει μὲ θαυμασμό, βλέπει τὴν ὀμορφιὰ νὰ τὸν περιβάλλει καὶ λέει μὲ ἕνα πονηρὸ χαμόγελο καὶ ὕφος πορνόγερου, τονίζοντας μία μία τὶς λέξεις: «Λοιπόν, τὰ μουνάκια τί κάνουνε;».
Ἀκόμα ἔχουν νὰ τὸ λένε τὰ κορίτσια. Μάνες καὶ γιαγιάδες πιὰ οἱ περισσότερες σήμερα.
Ὁ θεῖος Ἀριστείδης συγχωρέθηκε ἀπὸ χρόνια.
«Ὅταν γίνει καλὰ ἡ Συρία» (σελ. 56)
Σύριος πρόσφυγας ἔστησε μιὰ παράγκα στὴν ἀρχὴ καὶ πουλοῦσε φροῦτα στὴν Εὐριπίδου, ἐκεῖ ποὺ ἀγωνίζονται νὰ ἐνταχθοῦν στὴ νέα τους χώρα οἱ ἄνθρωποι μὲ ταλαίπωρη ζωὴ σὰν τὴ δική του. Σιγὰ σιγὰ νοίκιασε ἕνα ἡμιυπόγειο δίπλα καὶ τὸ μετέτρεψε σὲ μαγαζί. Ὅλα ὡραῖα καὶ τακτικά. Περνᾶ νεαρὴ δημοσιογράφος μὲ τὸ μαρκούτσι στὸ χέρι καὶ τὸν ρωτᾶ: «Πᾶνε καλὰ οἱ δουλειές; Ψωνίζουν μόνο δικοί σας ἢ καὶ Ἕλληνες; Εἶστε εὐχαριστημένος;». Καὶ πάει λέγοντας. Κι ἐκεῖνος ἀπαντᾶ μειλίχια, γεμάτος νοσταλγία. Στὸ τέλος λέει γιὰ τὴν πατρίδα του: «Ὅταν γίνει καλὰ ἡ Συρία» –σὰν νὰ μιλᾶ γιὰ κάποιον ἀγαπημένο του ποὺ ἀσθενεῖ–, «θὰ ἀνοίξω μαγαζὶ ἐκεῖ. Νὰ ’ρθεῖτε νὰ σᾶς περιποιηθῶ». Τὸ ἔχει ἤδη ἀνοίξει ἡ λαχτάρα του.
Κάποιος μετακομίζει (σελ. 74)
Μικρή, ἀπρόσωπη γειτονιὰ στὸ κέντρο τῆς πόλης. Τὸ ἡμιφορτηγὸ «Ἐκτελοῦνται μεταφοραὶ» ἔχει κλείσει τὸ στενὸ δρομάκι, δυσκολεύοντας πεζοὺς καὶ τροχοφόρα. «Ποιός μετακομίζει;» ρωτάει ἀπὸ ἀμηχανία, σίγουρα ἀδιάφορος, ἔτσι, γιὰ νὰ πεῖ κάτι, ὁ ἄγνωστος γείτονας. «Γιατί, μήπως ξέραμε καὶ ποιὸς ἔμενε, γιὰ νὰ ποῦμε ποιὸς μετακομίζει;» ἀπαντᾶ γλυκόπικρα ἡ ἔνοικος τοῦ διπλανοῦ ἰσογείου, καρφιτσωμένη χρόνια τώρα στὴν κορνίζα τοῦ παραθύρου της.
Τί εἶναι ὁ ἔρωτας; (σελ. 84)
«Τριάντα πέντε χρονια κοινῆς ζωῆς. Χαρές, λύπες, παιδιά, θάνατοι, προδοσίες, σκαμπανεβάσματα. Πολὺ βασανίστηκε ἡ ψυχή μου. Ἀνθρώπινα ὅλα, σκέπτομαι. Συχνὰ ἀναρωτιέμαι τί τοῦ βρῆκα. Δὲν μοιάζει σὲ τίποτα μὲ τὸν ἄντρα ποὺ ὀνειρευόμουνα. Πῶς τὸν ἐρωτεύτηκα; Μὰ αὐτὸ εἶναι ὁ ἔρωτας, θὰ μοῦ πεῖς, νὰ μὴν ξέρεις τί κάνεις, νὰ μὴ βλέπεις τί σοῦ γίνεται.
»“Ὄχι”, μοῦ λέει ἡ Ρωξάνη, ἡ κολλητή μου ἀπὸ τὸ πανεπιστήμιο. “Δὲν τὸν ἐρωτεύτηκες ἐξαρχῆς. Τὸν θαύμασες πρῶτα, γιατὶ αὐτὸ ξέρει νὰ πουλάει: νὰ ἐντυπωσιάζει, νὰ γίνεται γοητευτικὸς καὶ νὰ ἐπιβάλλεται. Κι ὕστερα ἦρθε ὁ ἔρωτας. Ἤσουνα κι ἐσὺ καλλονή, μὴν τὸ ξεχνᾶς. Αὐτὸς σὲ διάλεξε, χρυσό μου, ὄχι ἐσύ”.
»Χάθηκε νὰ ἔρθει ἕναν χρόνο ἀργότερα στὸ πανεπιστήμιο, νὰ μὴν εἶχα πέσει πάνω του; Ἐγὼ δὲν ἤθελα νὰ γίνω κυρία καθηγητοῦ, σύζυγος πρυτάνεως· μιὰ ἁπλὴ νοικοκυρὰ ἤθελα νὰ ἤμουν μὲ τὸ σπιτάκι μου στὴν ἐπαρχία καὶ τὸν κῆπο μὲ τὰ ζαρζαβατικά μου. Νὰ διοριζόμουν στὸ χωριὸ καὶ νὰ καμάρωνε ὁ πατέρας μου γιὰ τὴν κόρη του τὴν καθηγήτρια. Ὅλα τὰ ἄλλα μόνο ἀνασφάλειες μὲ γέμισαν».
Κι ὅλο καὶ κάτι βρίσκει γιὰ νὰ ἐκφράσει τὸ παράπονό της. Ἀφορμὲς ἐκεῖνος δὲν σταματᾶ βέβαια νὰ τῆς δίνει. Ὅ,τι τὴν ἐνοχλεῖ περισσότερο ὅμως εἶναι πώς, κατὰ βάθος, δὲν θέλει νὰ παραδεχτεῖ ὅτι τὸν ἀγαπάει ἀκόμη ὅπως τότε.
«Μητέρα: τίποτα» (σελ. 95)
Στὶς βραδινὲς εἰδήσεις προβάλλουν τὴ φωτογραφία ἑνὸς νέου. Πρὶν διαβάσω τί ἔγινε, τὸ βλέμμα μου τράβηξε τὸ πηγάδι τῶν ματιῶν του – χρῶμα μπλὲ βαθύ. Κάτι μοῦ θύμιζε. Μόλις εἶδα τὸ ὄνομα, ἦρθε στὸν νοῦ μου τὸ παιδὶ ποὺ μιμοῦνταν τὶς φωνὲς τῶν πουλιῶν, ἐκεῖ, στὰ Ἄγναντα, στὸν πρῶτο μου διορισμό. «Χριστόφορος Γκιόκας, ὁ στυγερὸς δολοφόνος! Σκότωσε καὶ βίασε ἀνυποψίαστη ἐπιστήμονα ποὺ ἔκανε ἔρευνες στὴν περιοχή», λέει ὁ παρουσιαστὴς εἰδήσεων.
Θυμήθηκα ἀμέσως τὴν πρώτη μέρα ποὺ μπῆκα στὴν τάξη καὶ ζήτησα ἀπὸ τὰ παιδιὰ νὰ γράψουν σ’ ἕνα χαρτὶ τὴν οἰκογενειακή τους κατάσταση, γιὰ νὰ τὰ γνωρίσω καλύτερα. Διάβασα λοιπὸν στὸ χαρτάκι τοῦ Χριστόφορου: «Πατέρας: παπάς. Μητέρα: τίποτα».
Αὐτὴ ἡ καταπιεσμένη καὶ ἐξαφανισμένη μάνα δὲν ὄρθωσε τὸ ἀνάστημά της ἀπέναντι στὸν δυνάστη πατέρα καὶ δὲν κατάφερε νὰ σώσει τὸ παιδί της. Στὴ θέση της τὸ ἀπόλυτο κενό. Οὔτε καὶ τὸ σχολεῖο βέβαια ἔκανε τίποτα.
