Εις μνήμην Πρόδρομου Χ. Μάρκογλου (1935- 10/9/2024)

Εις μνήμην του Πρόδρομου Χ. Μάρκογλου που εγκατέλειψε την Τρίτη τα εγκόσμια, αναδημοσιεύουμε εδώ ένα κείμενο του Ηλία Χ. Παπαδημητρακόπουλου, προϊόν γνώσης και αγάπης για το λογοτεχνικό έργο του Πρ. Μάρκογλου, κυρίως όμως τεκμήριο μιας πολύτιμης φιλίας που άντεξε στον χρόνο.

Αναδιφῶ ἕνα κουτὶ μὲ φωτογραφίες τῆς Καβάλας, τραβηγμένες τὸν χειμώνα τοῦ 1964, μιὰ Κυριακὴ πρωί, ἐνῶ περιπατούσαμε μὲ τὸν Πρόδρομο Μάρκογλου. Μηχανὴ Λιούμπιτελ, δραχμὲς 250, φὶλμ ἕνα τῆς ἀράδας. Στὴν πρώτη φωτογραφία μιὰ σειρὰ ἀπὸ ψαράδικα καΐκια, σὲ μπροστινὸ πλάνο τὸ «Νεομάρτυς», νηολόγιο Καβάλας, πιὸ πίσω οἱ σιδερένιοι κάβοι, ἡ θάλασσα, τὰ σπίτια τῆς ψαραγορᾶς, τὰ σπίτια τῆς παληᾶς πόλης, τὸ Κάστρο.

Εἴτανε καλοκαίρι καὶ γύριζαν ἀπὸ τὴ θάλασσα. Κυριακὴ μεσημέρι. Μόλις εἴχανε βγεῖ ἀπὸ τὸ καΐκι στάθηκαν καὶ βγάλανε τὴν φωτογραφία. Εἴτανε χαρούμενη ἡ Ἰωάννα εκείνη τὴν ἡμέρα.

    Πολλὲς φωτογραφίες δείχνουν τὸ ἀνυπέρβλητο Ἰμαρέτ, βακουφικὸ αἰγυπτιακὸ κτίσμα, μὲ τοὺς πολλαπλοὺς μολυβοσκέπαστους τρούλους, ἱεροδιδασκαλεῖο, οἰκοτροφεῖο καὶ χάνι κάποτε, μίζερες τώρα κατοικίες τῆς προσφυγιᾶς. Τὰ  τούρκικα σπίτια τῆς Παναγιᾶς ἔχουν ποῦ καὶ ποῦ ζωγραφισμένα κυπαρίσσια στοὺς ἐξωτερικούς τους τοίχους, καθὼς καὶ ἄλλα δέντρα, ἤ, καὶ πουλιά. Μιὰ κυρούλα μὲ τὴ νυχτικιά της χαζεύει στὸ παράθυρο, ἔχοντας κατάλληλα ἀνασηκώσει τὸ καφασωτό. Στενὰ σοκάκια καὶ στενὲς σκάλες καὶ ἕνα ψιλοδουλεμένο καλντερίμι, ποὺ καταλήγει στὴν ἄκρη τῆς χερσονήσου, στὸ Φάρο.

Κατεβαίνοντας γιὰ κολύμπι στὰ βράχια κάτω ἀπὸ τὸ Φάρο, στὸ μονόπετρο, ὁ Ἰωάννης τὴ στόλιζε μὲ φύκια ὑγρὰ ποὺ λάμπανε στὸν ἥλιο, τῆς μάζευε κοχύλια ἀπὸ τὶς χαμηλὲς λακκοῦβες τῶν βράχων, πιὸ πέρα ἄλλοι, ὅλοι παλιοὶ γνωστοί, ψῆναν μύδια πάνω σὲ λαμαρίνα μὲ φωτιὲς ποὺ ἄναβαν μαζεύοντας χόρτα, αὐτοὶ κολυμποῦσαν ἀπέναντι στὸ μικρὸ νησάκι, ξαπλώνανε πάνω στὶς ζεστὲς πλάκες πίσω ἀπὸ τὴν ψηλὴ κορυφὴ τοῦ βράχου, μὲ τὶς σταλαγματιὲς τῆς θάλασσας πάνω στὰ ματόκλαδά της, τὰ μάτια της παίρναν ἕνα χρῶμα μενεξεδί, ὅπως μερικὰ ἀπογεύματα τοῦ καλοκαιριοῦ τὴν ὥρα ποὺ ὁ ἥλιος ἔδυε χρωματίζοντας τὸ Κάστρο ἀπὸ ἕνα φῶς διυλισμένο σὲ λεπτὴ συννεφιά, οἱ ἄλλοι τοὺς φώναζαν ἀπὸ ἀπέναντι, ἐπιστρέφανε λαχα-νιασμένοι καὶ μοιραζόντουσαν τὰ ψημένα μύδια.
    Ἐκεῖνες τὶς ὧρες καταλάβαινε ὁ Ἰωάννης πόσο ἡ παρουσία τῆς Ἰωάννας βάθαινε μέσα του καὶ τότε ἐκεῖ σκέφτονταν, χωρὶς νὰ τῆς τὸ λέει, πὼς ἤδη ὅλα μοιάζανε μὲ ἕνα ἀποχαιρετισμό.

    Αὐτός, περίπου, ὁ χῶρος τῆς Ἰωάννας καὶ ὁ χρόνος τοῦ Ἰωάννη. Τὸ βιβλίο ἀρχίζει μὲ ἕναν μονόλογο, ἐπίτευγμα ἐρωτικοῦ λόγου. Στὴν ἀφήγηση ἐναλλάσσονται ὁ Ἰωάννης, ἡ Ἰωάννα καί, καμιὰ φορά, ὁ συγγραφέας, ὡς τρίτος. Ὁ κοινωνικὸς περίγυρος, πάντα καθοριστικὸς στὸν Μάρκογλου, πανταχοῦ παρὼν καὶ ἐδῶ: τὰ καπνά, τὰ καπνομάγαζα, οἱ καπνέμποροι, ὁ ἐκμαυλισμὸς τῶν ἐξαθλιωμένων ἐρ-γατριῶν, τὰ ἁλίπαστα, ἡ πικρὴ δουλειά, τὰ νερά, ἡ προσφυγιά, ἡ θάλασσα. Ὁ χρόνος πίσω – ἐμπρός, σὲ σκληρὲς ἀναδρομές: θάνατοι, χαμοί, ἐξολοθρεμοί, ἀκρωτηριασμοί – ὅλα ὁδεύουν μὲ ὁδηγὸ τὴν ἐρωτικὴ ἱστορία.

Μόνο τὰ χέρια του ἐλεύθερα, ἔκανε μὲ κόπο νόημα, κάθισα στὴν ἄκρη τοῦ κρεβατιοῦ, τὸν κοίταζα μὲ ἀναφιλητά, δὲν μποροῦσα νὰ μιλήσω, πῆρε τὸ χέρι μου στὸ δικό του, τὰ μάτια χαμένα στὶς γοῦβες τοῦ κρανίου, ἄγρια. Εἶπε ὁ Ἰωάννης: Χελιδονάκι τί φτιάχνεις;

    Ξεκινούσαμε μὲ τὸν Μάρκογλου τὶς Κυριακὲς ἀπὸ τὴν ὁδὸ Θεσσαλονίκης, στὴν Δεξαμενή. Βλέπαμε ἀπέναντι τὴ Θάσο, τὸ Ὄρος, ἀκόμη καὶ τὴν Σαμοθράκη. Φωτογράφιζα τὰ σπίτια, τοὺς μπαξέδες, τὶς σκάλες, ποὺ ὁδηγοῦσαν στὸ πατρικό του, ψηλὰ στὸ βουνό.

Ἡ μητέρα του στὴ φωτογραφία: κατέβαινε τὶς σκάλες στὸ σπίτι τοῦ παπποῦ του, φόρεμα ἐλαφρὺ ἀνέμιζε μὲ λευκὰ στίγματα, φοροῦσε ἡ μητέρα ἕνα μαλακὸ πλατύγυρο καπέλο καθὼς πέφτανε τὰ μαλλιά της, μακριὰ στοὺς ὤμους, χαμογελοῦσε.

    Καὶ μόνο ἀπὸ τὰ ἀποσπάσματα τοῦ βιβλίου, ποὺ παραθέτω, καὶ τὴ συχνὴ ἀναφορὰ τῆς φωτο-γραφίας, διακρίνεται εὔκολα ἡ κινηματογραφικὴ δομὴ τῆς ἀφήγησης. Τὸ παιχνίδι τοῦ χρόνου καὶ τοῦ χώρου, αὐτὸ δὲν εἶναι ποὺ γέννησε τὸν κινηματογράφο;

Τὸν ὁδηγοῦσαν πισθάγκωνα μὲ τὸ πρόσωπο στὸν τοῖχο. Ἔβαλε τὰ χέρια του στὰ μάτια της, τὰ ἔκλεισε, ἔσκυψε, τὰ φίλησε τρυφερὰ σὰν πανσέδες. Ἐπειδὴ αἰσθάνομαι ἤδη νὰ σ᾽ ἀγαπῶ, εἶπε ἡ Ἰωάννα…

    Τί ἀπόγιναν ἡ Καβάλα, ἡ Ἰωάννα, ὁ Ἰωάννης; Παρατηρῶ μιὰ μεταγενέστερη φωτογραφία, στὴν πα-ραλία. Βρέχει, γυαλίζει τὸ καλντερίμι μὲ τὰ περίτεχνα σχέδια, οἱ ἐλάχιστοι περιπατητὲς κρατοῦν ἀνοιχτὲς ὀμπρέλες, τὰ καΐκια ἀραγμένα στὸν μῶλο, τὸ πλάγιο φῶς λούζει τὴν παληὰ πόλη.

Ἡ φωτογραφία εἶχε παρθεῖ τὸ μεσημέρι στὴν παραλία. Ἔβαλε ὁ γιατρὸς πάνω στὸ φωτεινὸ ταμπλὸ τὴν ἀκτινογραφία, τοῦ ἔδειξε τὸ σημεῖο. Ἡ Ἰωάννα σὲ πρῶτο πλάνο καὶ φαίνονταν τὰ καΐκια, στὸ βάθος ἡ παλιὰ πόλη ἰδωμένη ἀπὸ τὴν παραλία. Φῶς κατακόρυφο. Ἐδῶ στὸ βρόγχο εἶναι ὁ καρκίνος, εἶπε ὁ γιατρός. Πολὺ ἀργά. Φοροῦσε ἡ Ἰωάννα ἕνα φόρεμα μὲ κόκκινα μικρὰ λουλούδια σὲ σπεῖρες. Στὴ μέση της ἕνα κορδόνι ἀπὸ τὸ ἴδιο ὕφασμα…

Το κείμενο του Ηλία Χ. Παπαδημητρακόπουλου γράφτηκε για το πεζό Ο χώρος της Ιωάννας και ο χρόνος του Ιωάννη του Πρόδρομου Χ. Μάρκογλου (Θεσσαλονίκη, Εγναντία, Τραμ 1980).
Πρώτη φορά δημοσιεύτηκε στη Φιλολογική Καθημερινή (30/4/1981) και αναδημοσιεύθηκε στο συλλογικό τόμο δοκιμίων και κριτικών του Η. Χ. Π. Παρακείμενα (Κέδρος 1983).

Με τα Παρακείμενα θα εγκαινιαστεί η έκδοση των δοκιμίων του Η.Χ.Π. από τις εκδόσεις Κίχλη.

Αναδημοσιεύουμε επίσης το διήγημα του Ηλία Χ. Παπαδημητρακόπουλου «Οδοντό-κρεμα με χλωροφύλλη» (1968) από την ομώνυμη συλλογή (α΄ έκδοση 1973, νέα έκδοση Κίχλη 2021).

Η φιλία των δύο συγγραφέων δίνει την πρώτη ύλη για τη συγγραφή του συγκεκριμένου διηγήματος, που διαδραματίζεται στην Καβάλα.

Ὀδοντόκρεμα μὲ χλωροφύλλη

1968

Εἶχε πιὰ νυχτώσει καὶ ψιλόβρεχε, ὅταν ἀνέβηκα στὸ σπίτι τοῦ φίλου μου τοῦ Πρόδρομου. Ἦταν ἕνα ρημαγμένο παληὸ σπίτι πάνω σὲ ἕνα ὕψωμα τῆς πόλης, μὲ κῆπο ἐγκαταλειμμένον ἀπὸ χρόνια. Τὸ δρομάκι, ποὺ ὁδηγοῦσε ὣς ἐκεῖ, μὲ ἀνακούφιζε καὶ μὲ συνάρπαζε, τὰ σκαλιὰ ἦταν καμω-μένα μὲ σχιστόλιθο, ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ οἱ τοῖχοι ἄλλων σπιτιῶν, ἀπὸ τὴν ἄλλη βάτα καὶ κοτρώνια, ποῦ καὶ ποῦ μερικὰ χαμηλὰ πεῦκα.

    Βρῆκα τὸν Πρόδρομο μαζὶ μὲ τὸν Γιῶργο νὰ κάθονται καὶ νὰ πίνουν στὸ δωμάτιο ποὺ ὁ φίλος μου χρησιμοποιοῦσε γιὰ γραφεῖο. Εἶχε ἐκεῖ μέσα ἕνα διπλὸ σιδερένιο κρεβάτι μὲ μπρούντζινα πόμολα, ἕνα τραπέζι γεμάτο σύνεργα ζωγραφικῆς, μιὰ μικρὴ καφετιὰ σαλαμάντρα καὶ μιὰ βιβλιοθήκη ἀπὸ χοντρὰ σανίδια, βαμμένα μὲ ἕνα ὡραῖο μπλὲ χρῶμα. Ἀπὸ τὴ στενὴ μπαλκονόπορτα μὲ τὰ φαγωμένα κουφώματα, φαινόταν ὁ τέλεια ἐγκαταλειμμένος κῆπος, οἱ στέγες τῶν ἄλλων σπιτιῶν καὶ στὸ βάθος ἡ θάλασσα. Μὲ τέτοιο δωμάτιο, τοῦ εἶπα, θὰ μποροῦσα καὶ ἐγὼ νὰ γίνω ποιητὴς καὶ ζωγράφος.
    Ὁ Πρόδρομος ξερόβηξε, ὁ Γιῶργος χαμογέλασε κάπως αἰνιγματικὰ καὶ ρούφηξε κάμποσο κονιάκ, ἔλα, ρὲ Πρόδρομε, τοῦ λέει, διάβασέ μας καὶ κεῖνο τὸ διήγημα ποὺ ἔγραψες.
    Ὁ Πρόδρομος πῆρε ἀμέσως ἀπὸ τὸ τραπέζι ἕνα μάτσο χειρόγραφα. Ἐγὼ πῆρα τὸ ποτήρι μου καὶ ξάπλωσα στὸ κρεβάτι, μοῦ εἶναι γενικὰ ἀνυπόφορο νὰ ἀκούω νὰ διαβάζουν ὁτιδήποτε καὶ ἐπὶ πλέον ὁ Πρόδρομος διάβαζε ἀπαίσια. Ὁ τίτλος, ὅμως, τοῦ διηγήματος μοῦ ἔκανε ἐντύπωση, λεγόταν Ὀδον-τόκρεμα μὲ χλωροφύλλη, ποτέ μου δὲν θὰ μποροῦσα νὰ βρῶ ἕναν τόσο ὑποβλητικὸ τίτλο καὶ ζήλευα κατ’ ἐξοχὴν τὸν Γιῶργο, ποὺ τοὺς ξεφούρνιζε καὶ κεῖνος μὲ τέτοια εὐκολία.
    Ἔγραφε, λοιπόν, γιὰ κάποια κοπέλα, ποὺ ὁ ἥρωας εἶχε γνωρίσει τὸ περασμένο καλοκαίρι, ἕνα μεσημέρι μὲ ἐκτυφλωτικὸ φῶς, σὲ κεῖνον τὸν τεράστιο ἐπίπεδο βράχο, ὅπου συνήθως οἱ νέοι μαζεύονται γιὰ μπάνιο. Τοῦ ἔκανε ἀμέσως ἐντύπωση τὸ ἥμερο πρόσωπο τοῦ κοριτσιοῦ μὲ τὰ μεγάλα καθαρὰ μάτια, καθὼς καὶ ἡ ἄνεση μὲ τὴν ὁποία γδύθηκε καὶ φόρεσε ἕνα ὡραιότατο ἄσπρο μαγιό. Ὁ ἥρωας, ποὺ ἔψηνε πιὸ πέρα μύδια πάνω σὲ ἕναν σκουριασμένο τενεκέ, σηκώθηκε καὶ τὴν πλησίασε καὶ τὴν κάλεσε νὰ δοκιμάσει τὰ καυτὰ μύδια. Ἔτσι γνωρίστηκαν.
    Στὴ συνέχεια περιγραφόταν πῶς φούντωσε ὁ ἔρωτάς τους, οἱ περίπατοι καὶ οἱ ἐκδρομὲς ποὺ ἔκαναν, καθὼς καὶ μερικὰ σημαδιακὰ λόγια ποὺ ἀντάλλαξαν, ἂν καὶ γενικὰ ἀπόφευγαν νὰ μιλᾶνε, καὶ εἶχαν καταντήσει νὰ συνεννοοῦνται θαυμάσια μόνο μὲ τὰ μάτια ἢ μὲ τὶς κινήσεις τῶν χεριῶν.
    Ἡ βασικὴ σκηνὴ ἦταν αὐτὴ ὅπου γιὰ πρώτη φορὰ ἔκαναν ἔρωτα ὑποβρυχίως, δηλαδὴ ἐντὸς τῆς θαλάσσης. Τὸ γεγονὸς εἶχε συγκλονίσει τὸ κορίτσι, ἐνῶ ἀντίθετα ὁ ἥρωας ἄρχισε νὰ νιώθει κου-ρασμένος. Τὸ ὑπόλοιπο τοῦ καλοκαιριοῦ κύλησε δύσκολα καὶ γιὰ τοὺς δυό, τὸ κορίτσι ἔλιωνε καὶ ὁ ἥρωας βαριόταν ὅλο καὶ περισσότερο. Τὴν παραμονὴ ποὺ ἡ ἐρωτευμένη νέα θὰ ἀναχωροῦσε πιὰ ὁριστικά, συναντήθηκαν ὄχι στὸν βράχο ὅπου πρωτοαντάμωσαν, ἀλλὰ σὲ ἕνα ὑπερκείμενο τῆς πόλης δασύλλιο. Τὸ κορίτσι εἶχε μιὰ περίεργη συμπεριφορά, ποὺ ἀπὸ τὸν ἥρωα ἀποδόθηκε στὴν ἀναστάτωση τοῦ χωρισμοῦ. Ξεδίπλωσε τότε καὶ τῆς χάρισε ἕναν πίνακα, τὸν ὁποῖον εἶχε μυστικὰ φιλοτεχνήσει τὰ βράδια, ὅπου μὲ ἀλληγορικὲς εἰκόνες τῆς θύμιζε τὶς μέρες τοῦ καλοκαιριοῦ ποὺ πέρασαν μαζί. Τὸ κορίτσι ταράχτηκε πολύ. Μάταια ψάχτηκε νὰ βρεῖ κάτι νὰ τοῦ χαρίσει καὶ τελικὰ βγάζει ἀπὸ κάποια τσέπη τὴν ὀδοντόπαστα, ποὺ εἶχε πρὶν λίγο ἀγοράσει. Πάρε, τοῦ λέει, νὰ μὲ θυμᾶσαι κάθε φορὰ ποὺ θὰ πλένεις τὰ δόντια σου. Εἶναι μιὰ ὀδοντόκρεμα μὲ χλωροφύλλη. Ἐκεῖνος πῆρε τὸ κουτὶ μὲ ἀμηχανία καί, ὅταν φιλήθηκαν γιὰ τελευταία φορὰ καὶ ὕστερα τράβηξε καθένας γιὰ τὸ σπίτι του, ἄρχισε νὰ ἀνησυχεῖ γιὰ τὰ περίεργα σημερινὰ φερσίματα τῆς νέας. Ἔτσι, ὅταν τὴν ἑπομένη τὸ πρωὶ διάβασε στὴν ἐφημερίδα γιὰ τὸ δυστύχημα τῆς νεαρῆς κολυμβήτριας, ἦταν βέβαιος πὼς ὅλα εἶχαν προσχεδιασθεῖ.
    Ὅταν τελείωσε ἡ ἀνάγνωση, ὁ Γιῶργος ἔδειχνε ἐνθουσιασμένος, ὡραῖο εἶναι, λέει στὸν Πρόδρομο, ἐμένα τουλάχιστον μοῦ ἄρεσε πολύ, παρὰ τὸ βαρὺ ρομαντικό του φορτίο. Τώρα ὁ ᾽Ηλίας… Ἐγὼ δὲν μιλοῦσα, ἔ-μενα ξαπλωμένος στὸ κρεβάτι καὶ κύτταζα κατὰ τὴν μπαλκονόπορτα. Ξαφνικὰ γυρίζει ὁ Πρόδρομος τσατισμένος σὲ μένα, ἐσένα, ρὲ τρόμπα, μοῦ λέει, δὲν σοῦ ἄρεσε; Μοῦ θυμίζεις, τοῦ λέω, ἐκεῖνον τὸν φίλο σου τὸν ποιητή, ποὺ ἔγραψε στὴν ἀρχὴ μερικὰ καλὰ ποιήματα. Ὕστερα ἄρχισε νὰ γράφει καὶ κείμενα, ποὺ τὰ ὀνομάζει διηγήματα.
    Ἔγινε σιωπή. Ὁ Γιῶργος ἔπινε, ὁ Πρόδρομος, κάπως κόκκινος, ἔσκυψε νὰ σκαλίσει τὴ φωτιά. Σὲ μιὰ στιγμὴ τοῦ ξέφυγε ἡ μασιὰ καὶ οἱ στάχτες χύθηκαν στὸ πάτωμα. Γονάτισα δίπλα του νὰ τὸν βοηθήσω νὰ τὶς μαζέψει. Σηκώνοντας ἀκολούθως τὸ κεφάλι μου, εἶδα πάνω στὸ τελευταῖο ράφι τῆς βιβλιο-θήκης ἕνα ἄδειο κουτὶ ὀδοντόκρεμας ἀνάμεσα σὲ μιὰ σειρὰ ἄσπρα κοχύλια τῆς θάλασσας. Ἔνιωσα τότε ἄσχημα, ἔτσι ποὺ εἶχα μιλήσει, ἐλαφρᾷ τῇ καρδίᾳ καὶ ἀφ’ ὑψηλοῦ, ἐνῶ ὁ Πρόδρομος, ἦταν φανερό, εἶχε προσπαθήσει νὰ μᾶς ἐξομολογηθεῖ μιὰ προσωπική του ἱστορία.

Ο Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου και ο Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος (Δεκέμβριος 1995).
Κύλιση στην κορυφή
Υποβολή έργου προς αξιολόγηση

Οι συγγραφείς που επιθυμούν να υποβάλουν έργο τους προς αξιολόγηση στις εκδόσεις Κίχλη μπορούν να το στείλουν ηλεκτρονικά (σε αρχείο word ή pdf) στην ηλεκτρονική μας διεύθυνση: kichli.publishing@gmail.com

Δεν δεχόμαστε υποβολή έργων ταχυδρομικά.

Κάθε πρόταση θα πρέπει να περιλαμβάνει:

  • το πλήρες έργο (όχι δείγμα / απόσπασμα)
  • περίληψη του έργου (εκτός αν πρόκειται για ποιητική συλλογή)
  • βιογραφικό σημείωμα του συγγραφέα, το οποίο να περιλαμβάνει τυχόν προηγούμενες εκδόσεις ή δημοσιεύσεις τους
  • τα στοιχεία επικοινωνίας του συγγραφέα

Όλα τα χειρόγραφα αξιολογούνται από την ίδια την εκδότρια της Κίχλης. Ο/η συγγραφέας ενημερώνεται για την απόφαση του εκδοτικού οίκου, μόνον εφόσον αυτή είναι θετική, μέσα σε χρονικό διάστημα 4 μηνών. Εφόσον παρέλθει αυτό το χρονικό διάστημα από την ημερομηνία αποστολής και δεν έχετε λάβει απάντηση, η έκδοση του έργου δεν είναι δυνατή.

Διευκρινίζεται ότι τα χειρόγραφα δεν επιστρέφονται.