Δεν φανταζόμουν ποτὲ ὅτι τὸ τηλεφώνημα ποὺ μοῦ ἔκανε ὁ Χὰνς Βέμπερ, φίλος ἀπὸ τὸ Βερολίνο, στὰ τέλη Μαΐου τοῦ 2002 θὰ εἶχε τόσες ἐπιπτώσεις στὴ ζωή μου. Οἱ ἐκδόσεις Reclam, ὅπου ἐργαζόταν ὡς ἐπιμελητής, εἶχαν ἀποφασίσει νὰ ἐκδώσουν ἕνα πολυτελές, μεγάλου σχήματος λεύκωμα μὲ τὰ ἑκατὸ ὡραιότερα νεκροταφεῖα τῆς Εὐρώπης, καὶ ὁ Χὰνς εἶχε προτείνει ἐμένα γιὰ τὸ νεκροταφεῖο ποὺ βρίσκεται στὸν Πύργο τῆς Τήνου. «Πέντε σελίδες 24×29, μὲ κείμενα, φωτογραφίες καὶ σχέδια δικά σου», μοῦ εἶπε στὸ τηλέφωνο. «Μία ἑβδομάδα στὸν Πύργο, ὅλα πληρωμένα, καὶ ἡ ἀμοιβή σου θὰ εἶναι 4.000 εὐρώ. Τί λές;»
Στὶς 8 Ἰουλίου βρισκόμουν στὴν Τῆνο, ποὺ ἐξαιτίας τῆς ἀπωθητικῆς καὶ θορυβώδους Χώρας της δὲν εἶχα ἐπισκεφθεῖ ποτέ. Ἡ ἔκπληξή μου ἦταν ἀπερίγραπτη ὅταν, ἀκολουθώντας τὸν φιδωτὸ δρόμο ποὺ ὁδηγεῖ στὸν Πύργο, εἶδα νὰ ξεδιπλώνεται ἐμπρός μου ἕνα μοναδικὸ τοπίο, ποὺ μὲ καλοῦσε νὰ τὸ ἀγαπήσω. Καὶ πράγματι τὸ ἀγάπησα μὲ ὅλη τὴ δύναμη τῆς ψυχῆς μου, ἀφοῦ, ὕστερα ἀπὸ ἐκείνη τὴν πρώτη φορά, ἔχω μέχρι σήμερα ἐπισκεφθεῖ τὴν Τῆνο πάμπολλες φορές, καὶ ἔχω πάντοτε τὴν αἴσθηση ὅτι ἐπιστρέφω στὴν πατρίδα.
Ὁ Πύργος μὲ θάμπωσε μὲ τὴν ἐκτυφλωτικὴ λευκότητά του καὶ ὅλες τὶς παραλλαγὲς τοῦ λευκοῦ, τοῦ γκρίζου καὶ τοῦ γαλάζιου, ποὺ συνθέτουν μιὰ συμφωνία ἁρμονικῶν ἀναλογιῶν σχεδὸν ἀβάσταχτη καὶ ὀδυνηρή. Σὰν μεθυσμένος περιφερόμουν τὶς πρῶτες μέρες ἀνάμεσα στὰ κάτασπρα κτίρια ποὺ σχηματίζουν ἀληθινὸ λαβύρινθο, τὶς μυρωδιὲς ποὺ κρέμονται ὁλόγυρα, τὶς ἀτέλειωτες σκάλες, τὶς ἐκκλησίες ποὺ ξεπροβάλλουν ἐκεῖ ποὺ δὲν τὸ περιμένεις, τοὺς γελαστοὺς ἀνθρώπους ποὺ συναντᾶς στὸ δρόμο, τὰ ζωηρὰ παιδιὰ ποὺ καταλήγουν ἐξουθενωμένα στὸν Πλάτανο, μιὰ πλατεία-σάλα ἕτοιμη νὰ σὲ καλωσορίσει.
Ἀπὸ τὴν ἑπόμενη μέρα ἄρχισα νὰ ἐργάζομαι ὀχτὼ μὲ δέκα ὧρες στὸ νεκροταφεῖο ποὺ βρίσκεται δίπλα στὴν ἐπιβλητικὴ ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Νικολάου, πίσω ἀπὸ τὸν Πλάτανο, σ’ ἕνα χῶρο δύο στρεμμάτων μὲ πολὺ μεγάλη κλίση. Ὅταν ἀνοίξεις τὴ βαριὰ σιδερένια πόρτα, βρίσκεσαι μπροστὰ σὲ μιὰ πολὺ φαρδιὰ σκάλα, ποὺ ὁδηγεῖ στὸν ἱερὸ ναὸ τῆς Μεταμόρφωσης. Λόγω τῆς μορφολογίας τοῦ ἐδάφους, τὸ νεκροταφεῖο ἀναπτύσσεται σὲ τέσσερα ἐπίπεδα, ἀριστερὰ καὶ δεξιὰ τῆς μαρμάρινης σκάλας. Στὸ χαμηλότερο ἐπίπεδο βρίσκονται οἱ σύγχρονοι τάφοι, ἐνῶ στὰ ὑπόλοιπα ὑπάρχουν μνήματα τοῦ 18ου καὶ τοῦ 19ου αἰώνα.
Ἀποτύπωσα ὁλόκληρο τὸ νεκροταφεῖο, τὴν ἐκκλησία, τὸ ὀστεοφυλάκιο, καὶ κατόπιν σχεδίασα μὲ μεγάλη λεπτομέρεια τὶς ἀνάγλυφες πλάκες ποὺ βρίσκονται στὸ τέταρτο ἐπίπεδο, τὸ πιὸ ἐνδιαφέρον ἀπ’ ὅλα. Ἡ παλαιότερη ἀπὸ αὐτὲς χρονολογεῖται στὸ 1772. Ὅλοι οἱ τάφοι τοῦ 18ου αἰώνα εἶναι ἐσωτερικὰ χτιστοὶ καὶ ἔχουν δύο πλάκες, ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἡ μικρότερη εἶναι κινητή.
Ὅπως ἔμαθα ἀπὸ ντόπιους ποὺ γνώρισα, τὸν νεκρὸ τὸν σκεπάζουν ἀκόμα καὶ σήμερα μὲ ἄνθη ἢ φύλλα λεμονιᾶς, τὸν τυλίγουν μ’ ἕνα λευκὸ σεντόνι καὶ γιὰ προσκέφαλο τοῦ βάζουν ἕνα μαξιλάρι χωρὶς κόμπους, γεμισμένο μὲ λεμονόφυλλα!
Τὰ θέματα ποὺ κυριαρχοῦν σ’ αὐτὲς τὶς μοναδικῆς ὀμορφιᾶς ἐπιτύμβιες πλάκες εἶναι ὁ δικέφαλος ἀετός, ὁ ἥλιος, ἡ σελήνη, τὰ ψηλόλιγνα κυπαρίσσια, τὰ καράβια, καθὼς καὶ τὰ σύνεργα ποὺ σχετίζονται μὲ τὸ ἐπάγγελμα τοῦ νεκροῦ: ψαλίδια, κουβαρίστρες, καλέμια, σφυριά, λαβίδες κ.λπ. Στὸ ὡραιότερο ἀνάγλυφο, ποὺ μπῆκε τελικὰ στὸ ἐξώφυλλο τοῦ βιβλίου, βλέπουμε δύο πουλιὰ καθισμένα στὶς κορυφὲς δύο κυπαρισσιῶν νὰ πλαισιώνουν ἕνα ἱστιοφόρο.
Μισοζαλισμένος ἀπὸ τὴν πολύωρη δουλειὰ κάτω ἀπὸ τὸν ἥλιο, ἔτρωγα βιαστικὰ στὸν πολύβουο Πλάτανο, ξεκουραζόμουν λίγη ὥρα στὸ εὐρύχωρο δωμάτιο ποὺ εἶχα νοικιάσει κοντὰ στὴν ἐκκλησία τοῦ Σταυροῦ, καὶ ὕστερα κατέβαινα στὸν Πάνορμο, στὴν Ἁγία Θάλασσα καὶ ἀπὸ ἐκεῖ στὸν μυθικὸ κόλπο τοῦ Καβαλουρκοῦ, ὅπου κολυμποῦσα ὣς τὴ δύση τοῦ ἥλιου, βλέποντας νὰ κατρακυλοῦν πρὸς τὴ θάλασσα σὰν ἀκίνητα τέρατα, χελῶνες καὶ δράκοντες, οἱ βράχοι.
Τὴν πέμπτη μέρα ἔφτασα στὸ πρῶτο ἐπίπεδο, ὅπου ὅλοι οἱ τάφοι κατασκευάστηκαν τὸν 20ὸ αἰώνα. Ὅταν ἔφτασα στοὺς τελευταίους, εἶδα δυὸ ἄδειους λάκκους γεμάτους ἀγριόχορτα, τσουκνίδες καὶ γαϊδουράγκαθα. Ἐκείνη τὴ στιγμὴ κάτι ἄστραψε στὸ μυαλό μου· μιὰ σκέψη, ποὺ σὲ λίγο μετατράπηκε σὲ σφοδρὴ ἐπιθυμία. Ἤθελα νὰ μὲ θάψουν σ’ ἐκεῖνο τὸ σημεῖο, στὸ ὡραιότερο νεκροταφεῖο τῶν Κυκλάδων, δίπλα στὰ περήφανα κυπαρίσσια, τυλιγμένο μὲ ἄνθη λεμονιᾶς, μέσα σ’ ἕνα πάλλευκο σεντόνι. Εἶδα τὴν ψυχή μου νὰ φτερουγίζει πάνω ἀπὸ τὴ γῆ τῆς Τήνου, νὰ χαμηλώνει πάνω ἀπὸ τὸν Πλάτανο, νὰ ἐκτινάσσεται ὣς τὴ θάλασσα καὶ νὰ κάθεται μεταμορφωμένη σὲ γλάρο πάνω στὸ φάρο τοῦ Πλανήτη· νὰ ἀναβοσβήνει πεταρίζοντας κι ὕστερα νὰ διαχέεται πάνω ἀπὸ τὰ φαλακρὰ βουνά.
Μὲ τὴν καρδιά μου νὰ χτυπάει σὰν τρελή, ἔτρεξα στὸ δημαρχεῖο καὶ ρώτησα ἂν πουλιόντουσαν ἐκεῖνοι οἱ δύο τάφοι. Ἕνας εὐγενέστατος ὑπάλληλος ποὺ μὲ κοίταζε ἔντρομος, γιατὶ ἦταν ἀδύνατον νὰ κρύψω τὴν ταραχή μου, μοῦ εἶπε πὼς καὶ βέβαια πουλιόντουσαν. Ἦταν ἄλλωστε οἱ τελευταῖοι διαθέσιμοι, γιατὶ τὸ νεκροταφεῖο ἦταν πλῆρες, δὲν χωροῦσε ἄλλους! «Καὶ πόσο στοιχίζει ὁ κάθε τάφος;» ρώτησα μὲ ἀγωνία. «Τριακόσια εὐρώ, κύριέ μου. Ὅμως, γιὰ ὅλ’ αὐτὰ πρέπει νὰ μιλήσετε μὲ τὸν πατέρα Βελούδιο, ποὺ εἶναι ὑπεύθυνος γιὰ τὸ νεκροταφεῖο». Καὶ ἔγραψε τὸ τηλέφωνό του σ’ ἕνα κίτρινο χαρτί.
Τὴν ἑπομένη ἤπιαμε μαζὶ καφὲ στὸν Πάνορμο, δίπλα στὴ θάλασσα. Ὁ πατὴρ Βελούδιος, ἕνας συμπαθέστατος ἱερέας μὲ γελαστά, φωτεινὰ μάτια, μοῦ ἔφερε τὰ ἀπαραίτητα χαρτιὰ κι ἐγὼ τοῦ ἔδωσα τὰ τριακόσια εὐρώ. Ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἦταν ὁ πιὸ ἀξιαγάπητος παπὰς τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας! Σφίξαμε τὰ χέρια καὶ σὲ λίγες μέρες ἐπέστρεψα μὲ ὀκτὼ μποφὸρ στὸν Πειραιά, εὐτυχὴς ποὺ ἤμουν ἐπιτέλους ὁ ἰδιοκτήτης ἑνὸς ἀκινήτου στὸ λευκότερο σημεῖο τοῦ Αἰγαίου!
Τὸ βιβλίο, ποὺ κυκλοφόρησε στὶς 10 Δεκεμβρίου, εἶχε μεγάλη ἐπιτυχία. Ἔκανε ὣς τώρα δέκα ἐκδόσεις καὶ ἔχει προκαλέσει μεγάλο ἐνδιαφέρον γιὰ τὴν Τῆνο καὶ τὰ νεκροταφεῖα της. Ἐγώ, στὸ μεταξύ, συνέχισα νὰ ἐπισκέπτομαι συχνὰ τὸ νησί, ποὺ ἔχει γίνει δεύτερη πατρίδα μου. Ὅποτε κάνω ὀτοστὸπ ἀπὸ τὸν Πάνορμο (ὅπου μένω πάντα στὸ ἴδιο δωμάτιο) πρὸς τὸν Πύργο, οἱ ντόπιοι συνήθως μὲ ρωτοῦν ὅλο περιέργεια: «Ἐσεῖς δὲν εἶστε ποὺ ἀγοράσατε ἕναν τάφο στὸν Πύργο;». Ἔμαθα ἀπὸ τὸν δήμαρχο ὅτι ἡ μικρὴ κοινωνία τοῦ χωριοῦ ἔχει ἀναστατωθεῖ ἀπὸ τὸ γεγονὸς πὼς ἕνας ξένος ἀποφάσισε νὰ ριζώσει στὰ δικά τους χώματα. Κάτι ἀνάλογο δὲν ἔχει συμβεῖ ποτέ.
Πολλὰ ἀπογεύματα τοῦ καλοκαιριοῦ τὰ περνάω τριγυρνώντας στὸ νεκροταφεῖο τοῦ Πύργου, ὅπου θὰ ἐγκατασταθῶ γιὰ τὰ καλὰ κάποτε στὸ μέλλον. Πρὸς τὸ βράδυ οἱ σκιὲς πυκνώνουν γύρω ἀπὸ τὰ δέντρα ποὺ θροΐζουν τρυφερὰ καὶ ἡ ἀτμόσφαιρα γεμίζει ψιθύρους. Καθισμένος σὲ κάποιο πεζούλι, συλλογίζομαι τὴ ζωὴ ποὺ πέρασε. Τοὺς ἀνθρώπους καὶ τὶς θάλασσες ποὺ γνώρισα. Τὶς πληγὲς καὶ τὶς ἀνθοφορίες ποὺ ἐναλλάσσονταν στὸ σῶμα τῆς ἱστορίας μου. Τὰ νοσοκομεῖα ποὺ ἐπισκέφθηκα. Τοὺς ἔρωτες, τοὺς χωρισμούς, τὶς ναυαγισμένες φιλίες. Τοὺς κήπους τῶν παιδικῶν μου χρόνων. Τὶς συναρπαστικὲς περιπέτειες στὰ στενὰ δωμάτια τῆς Τέχνης. Τὰ ποιήματα, τὰ σχήματα, τὰ χρώματα, τὶς μουσικές. Τὴ μοναξιά μου σὲ μικρὲς καὶ μεγάλες πολιτεῖες. Τὴ μοναξιά μου στὴν ἄκρη ἑνὸς βράχου, στὴν αἴθουσα ἀναμονῆς κάποιου σταθμοῦ, στὸ δωμάτιο ἑνὸς ξενοδοχείου. Τοὺς φόβους ποὺ στοίχειωναν τὸ κρεβάτι μου τὶς νύχτες. Τὰ καράβια ποὺ μὲ πήγαιναν σὲ καινούργιες ἐρημιές. Τοὺς βαρεῖς χειμῶνες καὶ τὰ καυτὰ καλοκαίρια…
Κατηφορίζοντας πρὸς τὴν πλατεία τοῦ Πύργου, μὲ τυλίγουν πάλι οἱ ἦχοι τῆς ζωῆς. Παιδικὲς τσιρίδες, τσουγκρίσματα ποτηριῶν, τραγούδια, γέλια, προσφωνήσεις, ἄγνωστες γλῶσσες, καβγάδες, πειράγματα, συνομιλίες ἀπὸ τὰ κινητά.
Παίρνοντας τὸ δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς, σκέφτομαι διαρκῶς πὼς ὅλα αὐτὰ τὰ θαυμαστά, τὰ πολύχρωμα καὶ μυρωδάτα, θὰ ἐξακολουθοῦν νὰ ὑπάρχουν καὶ μετὰ ἀπὸ μένα. Τὸ κελάηδισμα τοῦ σπίνου, οἱ πρῶτες ὁμιλίες τὸ πρωί, τὸ μουρμουρητὸ τῆς λεύκας κοντὰ στὸ παράθυρο. «Τί ὑπέροχο αἴνιγμα ποὺ εἶναι ἡ ζωή!» ἀναλογίζομαι.
