ΔΥΣΤΟΠΙΑ ΚΑΙ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ
Επεισόδια καθημερινότητας σε ένα απροσδιόριστο μέλλον, δυστοπικό μεν αλλά όχι φουτουριστικά αλλόκοτο. Ενώ στην ασφυκτικά πολυπληθή Γη οι άνθρωποι πεθαίνουν από την ασιτία και τις αρρώστες, ομάδες ελίτ αποικίζουν άλλους πλανήτες, τρώνε συνθετικό φαγητό χωρίς γεύση, συνευρίσκονται με ρομπότ χωρίς μυρωδιά, προστατεύονται από το πέρασμα του χρόνου με ειδικές στολές. Παλιές φωτογραφίες και μνήμες μεταξύ ανάμνησης και ψευδομνησίας ξυπνούν μια νοσταλγία για την τρυφερή ζεστασιά μιας ζωής όπου το υλικό και χειροπιαστό, ο χρόνο που κυλά, οι ατέλειες και η φθορά δίνουν νόημα στην ύπαρξη. Με το νερό -μια σταθερά στην πεζογραφία του Μιχάλη Μακρόπουλου- να δίνει και εδώ τον τόνο, τα διηγήματα της συλλογής “Ιστορίες από ένα περασμένο μέλλον” (εκδ. Κίχλη, 2022) ακολουθούν το γνώριμο ύφος του: υπαρξιακοί προβληματισμοί, σε μια γλώσσα που στοχάζεται λυρικά, κεντημένη με λέξεις από υπαρκτά και επινοημένα ιδιόλεκτα, ξετυλίγονται αργά ρουφώντας τον αναγνώστη σε ατμοσφαιρικούς άχρονους κόσμους μεταξύ ρεαλισμού και φαντασίας.
ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΕΡΧΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ
Ένα πλανητικό μέλλον το οποίο έχει καταστεί ήδη απαρχαιωμένο παρελθόν μετά από επιστημονικές εξελίξεις και τεχνολογικές καταστροφές οι οποίες τείνουν να αναστατώσουν εκ θεμελίων τη ροή του χρόνου.
Ίαν Μακγιούαν, Χαρούκι Μουρακάμι, Φίλιπ Ντικ, Στανισλάβ Λεμ, Ρέι Μπράντμπερι, αλλά και Ίνγκμαρ Μπέρκμαν, Ρίντλεϊ Σκοτ, Αντρέι Ταρκόφσκι και Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ. Αυτές είναι μερικές μόνο από τις λογοτεχνικές και τις κινηματογραφικές αναφορές (ομολογημένες και μη) του Μιχάλη Μακρόπουλου στο καινούργιο πεζογραφικό του βιβλίο, τη συλλογή διηγημάτων Ιστορίες από ένα περασμένο μέλλον, που έρχεται ως συνέχεια μιας σειράς πεζών τα οποία εμπλέκονται με την επιστημονική φαντασία και με το οικο-μυθιστόρημα. Με ανάλογα βιβλία ξεκίνησε προ αρκετών ετών ο Μακρόπουλος το πεζογραφικό του στάδιο και σε αυτά επιστρέφει και κατά τη φάση της συγγραφικής του ωριμότητας.
Τα διηγήματα του Μακρόπουλου είναι γραμμένα με ποιητικές εικόνες και με ποιητική γλώσσα, που δεν συσκοτίζουν ποτέ τη σαφήνεια των περιγραφών και της αφήγησης, χωρίς να αποφεύγουν σε καμία περίπτωση τη συνοχή και την άρθρωση της μυθοπλασίας σε σφιχτοδεμένα επιμέρους σύνολα, τα οποία διεκδικούν τη θεματική τους ανεξαρτησία, συνενώνοντας εκ παραλλήλου τις διαφορετικές γραμμές τους σε έναν ή σε περισσότερους ομόκεντρους κύκλους. Στον πυρήνα αυτών των κύκλων βρίσκεται το εγγύς και το μακρινό μέλλον του πλανήτη ή μάλλον ένα πλανητικό μέλλον το οποίο έχει καταστεί κιόλας απαρχαιωμένο παρελθόν μετά από επιστημονικές εξελίξεις και τεχνολογικές καταστροφές οι οποίες τείνουν να αναστατώσουν εκ θεμελίων τη ροή του χρόνου. Το πώς το μέλλον εκπίπτει σε παρελθόν, καθώς και το πώς το παρελθόν εισβάλλει από τη μεριά του του στο μέλλον σε έναν κόσμο όπου κάθε χρονική διάκριση μοιάζει μάταιη, με τους ανθρώπους να αναζητούν τον εκπεπτωκότα εαυτό τους στα βάθη της πολλαπλά διασαλευμένης τους ύπαρξης, είναι μια ιστορία που απασχολεί την επιστημονική φαντασία εδώ και πολλές δεκαετίες, Ο Μακρόπουλος, όμως, έχει αποδειχθεί εδώ και καιρό ένας από τους ισχυρότερους πεζογράφους αυτού του κλίματος, ακόμα κι αν η ιδέα της εφιαλτικής συγχώνευσης παρελθόντος και μέλλοντος έλκει την καταγωγή από ένα προϊόν μαζικής κουλτούρας, όπως η σειρά ταινιών Μαντ Μαξ (ήδη από το 1979).
Το συνθετικό φαγητό κανιβαλικών διαθέσεων, οι αγώνες για εξέγερση απέναντι σε επίβουλους επικυρίαρχους, η ψηφιακή και η φυσική πορνεία, οι στολές αθανασίας ενόσω προστατεύουν ματαιόδοξα σώματα (και ακόμα πιο ματαιόδοξες ψυχές), η εξορία σε πλανήτες με διπλούς ήλιους και ιατρική η οποία θεραπεύει θανάσιμα τραύματα, η νευρική ανορεξία και η εικονική αποκατάσταση ερειπίων σε έναν περίγυρο πρόθυμο να απαγορεύσει την οποιαδήποτε ρωγμή, η απρόσμενη αγάπη για εξωαθρώπινα πλάσματα, οι γυναικείες σεξουαλικές μηχανές που αίφνης αχρηστεύονται, μια βομβαρδισμένη και ερημοποιημένη Αθήνα και η επιστροφή σε μια οιονεί προϊστορική περίοδο με γκρεμισμένους θεούς και ακατάληπτες γλωσσικά σφήνες αποτελούν τα στοιχεία τα οποία εικονογραφούν την αλληλοδιείσδυση παρελθόντος και μέλλοντος στα διηγήματα του Μακρόπουλου.
Κράμα έλλογης απαισιοδοξίας και μιας βαθύτερης, συναισθηματικής αισιοδοξίας για όσα μας περιμένουν ή είναι έτοιμα να συντελεστούν, τα διηγήματα του Μακρόπουλου καταφέρνουν να μας αγγίξουν και να μας συναρπάσουν – αναλόγως και με τον εκάστοτε βαθμό της συνθετότητας ή της φαντασιακής τους εμβέλειας, αλλά πάντοτε επιτυχώς.