ΑΚΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΗΣ – Η τελευταία αρκούδα του δάσους (προδημοσίευση)

Τ

ΠΡΕΤΡΑΓΚ: Στὸ κέντρο ἐκπαίδευσης εἴχαμε γουρούνια. Τὰ ἀκινητοποιούσαμε καὶ τοὺς κόβαμε τὸν λαιμό. Ἔτσι θὰ κάναμε καὶ στὰ μουσουλμανικὰ γουρούνια. Μᾶς ἔβαζαν νὰ τραγουδᾶμε κι ἐμβατήρια ποὺ ἐμένα δὲν μοῦ ἄρεσαν. Ἐμένα μοῦ ἀρέσουν τὰ λαϊκὰ τραγούδια. Κάθε φορὰ ποὺ χαράκωνα τὸν λαιμὸ ἑνὸς γουρουνιοῦ, τραγουδοῦσα δυνατὰ λαϊκὰ γιὰ νὰ μὴν τὸ ἀκούω νὰ σκούζει.

    «Ἔλα, μικρέ, γιὰ ποῦ εἶστε φέτος;»
    Ἡ φωνὴ τοῦ Νίκου στὴν ἄλλη ἄκρη τῆς γραμμῆς εἶναι (ὅπως κάθε φορά) ἔκπληξη.
Καλοκαίρι τοῦ 2002, δουλεύω σχεδὸν ἕξι μῆνες πωλητὴς σὲ μιὰ ἑταιρεία μὲ τροφὲς γιὰ κατοικίδια. Κινητὸ καὶ ἁμάξι πληρωμένα, μπόνους ποὺ αὐξάνεται ὅσο περισσότερο πουλάω. Ὅλα σὲ εὐρώ, μὲ τὸ μυαλὸ νὰ κάνει ἀκόμα ἀναγωγὲς σὲ χιλιάρικα καὶ κατοστάρικα.
    «Θὰ δουλεύω σ’ ἕνα μαγαζὶ στὴν Ἀλεξανδρούπολη. Νὰ περάσετε νὰ σὲ δῶ».
    Ἔχουμε κανονίσει διακοπὲς μὲ τὴν Τάνια στὴ Χαλκιδική. Πρώτη φορὰ σὲ ἐνοικιαζόμενο καὶ ὄχι σὲ κάμπινγκ. Τοῦ λέω πὼς θὰ τὸ προσπαθήσω, μοῦ λέει τὸ ὄνομα τοῦ μαγαζιοῦ. 
    «Δὲν τὸ χάνεις, τὸ ξέρουν ὅλοι στὴν περιοχή», μοῦ λέει.
    Φτάνουμε βράδυ. Τὸ μαγαζὶ στὴν παραλία τῆς Νέας Χιλῆς θυμίζει οἰκογενειακὴ ταβέρνα: πλαστικὰ τραπεζοκαθίσματα σὲ μιὰ μικρὴ αὐλὴ κάτω ἀπὸ τὴν καλαμωτή. Εἶμαι μὲ βερμούδα καὶ τισέρτ, ἡ Τάνια μ’ ἕνα πλεκτὸ φόρεμα. Δὲν φαίνεται ψυχή, ἡ Τάνια μὲ ρωτάει ἂν ἔχουμε κάνει λάθος. Μπαίνουμε μέσα. Οἱ τοῖχοι φωτισμένοι πράσινοι καὶ μόβ, ἕνα σιντριβάνι-ἀχιβάδα στὴ μέση τῆς αἴθουσας, ἕνας μακρὺς διάδρομος μπροστὰ ἀπὸ τὴν κουζίνα. Στὸ τέλος τοῦ διαδρόμου ὁ Νικηφόρος. Σκοτεινός, στὰ μαῦρα, μὲ τὰ χέρια σταυρωμένα μπροστὰ στὸ στῆθος του. (Μέχρι καὶ σήμερα κάθε φορὰ ποὺ τὸν φέρνω στὸν νοῦ μου στέκεται ἀπέναντί μου πάντα ἔτσι, μὲ τὰ χέρια σταυρωμένα μπροστὰ στὸ στῆθος του· σὰν ἀπροσπέλαστο ἐμπόδιο.) Ὅσο πλησιάζουμε, τὸ ὕφος του ἀλλάζει. Μὲ ἀγκαλιάζει, κρατάει τὸ πρόσωπό μου στὰ δυό του χέρια, χαμογελάει. Τοῦ συστήνω τὴν Τάνια, τῆς δίνει τὸ χέρι. Χαμογελάει.
    Σπρώχνει τὴ βαριὰ πόρτα πίσω του.
    «Περάστε στὴ σπηλιά».
    Τζάμια κλειστά, ἐρκοντίσιον στὸ φούλ. Μᾶς ὁδηγεῖ σὲ ἕνα τραπέζι δίπλα στὴ μικρὴ πίστα. Τὸ πάλκο περιμένει ἄδειο, στὰ γύρω τραπέζια ἄντρες καὶ γυναῖκες ντυμένοι σὰν σὲ ρεβεγιόν.
    «Ὅ,τι φᾶτε κι ὅ,τι πιεῖτε κερασμένο», λέει τὸ χαμόγελο τοῦ Νικηφόρου.
    «Πολὺ γλυκὸς ὁ ἀδερφός σου», λέει ἡ Τάνια καθὼς ἐκεῖνος ἐπιστρέφει στὸ πόστο του.
  Μαζὶ μὲ τὸ φαγητὸ ἐμφανίζονται κι οἱ μουσικοὶ στὸ πάλκο: ἁρμόνιο, μπουζούκι. Χαιρετᾶνε κά-ποιους στὰ μπροστινὰ τραπέζια, κουρδίζουν. Τὸ πρόγραμμα ἀρχίζει. Ἡ τραγουδίστρια, καθισμένη σ’ ἕνα τραπέζι στὸ βάθος, σηκώνεται καὶ πιάνει ἕνα βαρὺ λαϊκό. Πολὺ γρήγορα στὴν πίστα στριμώχνονται ἄντρες καὶ γυναῖκες. Χορεύουν· ἱδρωμένα σακάκια καὶ ψηλὰ τακούνια, σφυρίγματα καὶ «ὄπα» καὶ «ἄλα της». Οἱ σερβιτόροι φέρνουν ντάνες πιάτα γιὰ σπάσιμο, χαρτοπετσέτες πετᾶνε στὸν ἀέρα.
    Θέλω νὰ φύγω, ἀλλὰ ἡ Τάνια μοῦ λέει «σὲ λίγο, μὴ φανοῦμε ἀγενεῖς».
    Μοῦ γεμίζει τὸ ποτήρι. Ἕνας ἄντρας σκύβει καὶ λέει κάτι στὸ αὐτὶ τοῦ μπουζουκτσῆ, ἐκεῖνος γνέφει ναί. Ξεκινάει ἕνα ζεϊμπέκικο, ὁ ἄντρας ἀνοίγει τὰ χέρια καὶ χορεύει μὲ κινήσεις ἀργές, στὶς μύτες τῶν παπουτσιῶν του. Ἕνας σερβιτόρος φέρνει μιὰ σαμπανιέρα ποὺ ἀναβλύζει φωτιά, ἡ Τάνια δείχνει μὲ τὸ δάχτυλο. Φέρνει καὶ δυὸ μπουκάλια οὐίσκι. Οἱ φίλοι τοῦ χορευτῆ σταματᾶνε τὰ παλαμάκια, ἀνοίγουν τὰ μπουκάλια. Χύνουν τὸ οὐίσκι μιὰ στὸ στόμα του, μιὰ στὴ σαμπανιέρα. Ἡ φωτιὰ φουντώνει. Ξανά, ξανά. Ὁ ἄντρας παίρνει τὸ ἄδειο μπουκάλι καὶ τὸ πετάει στὸ πάτωμα. Δὲν σπάει. Τὸ σηκώνει καὶ τὸ ξαναπετάει. Κομμάτια ἐκτοξεύονται δεξιὰ κι ἀριστερά, ἕνα πετυχαίνει μιὰ γυναίκα στὸ πόδι. Δὲν βλέπω ἂν ἔχει ματώσει. Ὁ φίλος της ζητάει τὰ ρέστα ἀπὸ τὸν χορευτή.
    «῎Αντε γαμήσου, ρὲ φλῶρε!» πιάνονται στὰ χέρια.
    Μπαίνει στὴν αἴθουσα ὁ Νικηφόρος καὶ τώρα ὅλα συμβαίνουν σὲ fast forward.
   

Τὸν περιμένουμε στὸ ἁμάξι. Ἔχει πάει πέντε τὸ πρωί, ἡ Τάνια κοιμᾶται στὴ θέση τοῦ συνοδηγοῦ. Ἐγὼ ἔχω στρίψει τσιγάρο, ἀλλὰ δὲν ἔχω ὄρεξη νὰ καπνίσω. Στὸ πάρκινγκ ὑπάρχει μόνο ἕνα ἀκόμα αὐτοκίνητο. Ὁ Νίκος πλησιάζει –ὦμοι πεσμένοι. Μοιάζει κατάκοπος.
    «Κοιμήθηκε, ἔ;»
    Γνέφω ναί.
    «Ἔπρεπε νὰ τὴν πᾶς στὸ δωμάτιο».
    «Δὲν εἶχα τὸ κλειδί».
    «Γιατί δὲν μοῦ τὸ ζήτησες;»
    «Εἶχες μπλεξίματα».
    «Ἔτσι εἶναι κάθε νύχτα, πόλεμος».
    Θέλω νὰ τοῦ πῶ πὼς ξέρει ἀπὸ πόλεμο, ἀλλὰ δὲν λέω τίποτα.
    «Εἶσαι καλά, μικρέ; Ἡ δουλειά; Σὲ ζορίζει κανείς;»
    Θέλω νὰ τοῦ πῶ πὼς μὲ ζορίζει ἡ ἀπουσία του ὅσο καὶ ἡ παρουσία του, ἀλλὰ λέω:
    «Ὅλα καλά».
    «Ἂν ποτὲ σὲ ζορίσει κανεὶς–»
    «Χτύπησες;» τὸν διακόπτω καὶ δείχνω τὸ χέρι του.
    Οἱ κόμποι τῶν δαχτύλων του ἔχουν ἀκόμα αἷμα.
     «Μαλακίες. Δὲν εἶναι δικό μου».
    «Πῶς σοῦ ἦρθε νὰ ἔρθεις ἐδῶ γιὰ δουλειά;»
    «Μοῦ τὴ βρῆκε ὁ Λουκάς, ἦρθα».
    «Ἐδῶ; Πιὸ μακριὰ δὲν εἶχε;»
    «Ὑπῆρχε λόγος. Ἀλλὰ ὅλα ὀκέι τώρα».
    «Εἶναι ὅλα ὀκέι, Νίκο;»
    «Ὅλα, μικρέ».
    «Θὰ ’ρθεῖς καθόλου νὰ δεῖς τὴ μάνα;»
    «Κάποια στιγμή».
    Μπαίνει στὸ πίσω κάθισμα.
    «Πᾶμε», λέει. «Καὶ νὰ τὸ κόψεις τὸ κωλοκάπνισμα».
    Πετάω τὸ τσιγάρο ἀπὸ τὸ παράθυρο καὶ βάζω μπρός.

Υ

ΙΛΧΑΝ: Ὅταν ἔπαψαν οἱ πυροβολισμοί, σύρθηκα ἔξω κι ἔφτασα στὸ δάσος. Ἀνάμεσα ἀπ’ τὰ δέντρα ἔβλεπες φῶτα στὰ σπίτια δεξιὰ κι ἀριστερὰ ἀπὸ τὸ Πνευματικὸ Κέντρο, στὸ καφενεῖο ἀπέναντι. Πῶς γίνεται τόσοι ἄνθρωποι νὰ μὴν ἄκουσαν; Πῶς γίνεται νὰ μὴν ἤξεραν; Πεῖτε μου πῶς.

Ὁ Νίκος ξυπνάει πολὺ νωρίς. Κι ἐγώ, μὲ τὸ ποὺ τὸν ἀκούω νὰ σηκώνεται ἀπὸ τὸν καναπέ, ἀφήνω τὸ κρεβάτι καὶ βγαίνω μαζί του στὸ μπαλκονάκι. Στὰ ἑκατὸ μέτρα ἡ θάλασσα, ὁ ἥλιος στὰ πρόσωπά μας. Ἡ Τάνια κοιμᾶται ἀκόμα στὸ ὑπνοδωμάτιο.
    «Πᾶμε νὰ πάρουμε καφέ;» ρωτάει.
    «Πᾶμε, θὰ τῆς ἀφήσω ἕνα σημείωμα μὴν τυχὸν καὶ ξυπνήσει ὅσο λείπουμε. Ἔχεις χαρτί;»
    «῎Οχι, ρέ, τί εἶμαι; Κάνας φλῶρος ποιητὴς ξερωγώ;»
    «Καλά, θὰ τῆς στείλω στὸ κινητό».
    Ὁ φοῦρνος εἶναι στὴν παρακάτω γωνία, ἀπέναντι ἀπὸ ἕνα γηπεδάκι μπάσκετ. Παίρνουμε καφέδες καὶ κάτι γιὰ πρωινό (δὲν πεινοῦσα, ἀλλὰ ὁ Νίκος ἐπέμενε). Καθόμαστε σ’ ἕνα παγκάκι ἀνάμεσα στὸ γήπεδο καὶ στὴ θάλασσα. Πίνω μιὰ γουλιὰ καφέ, ἐκεῖνος στέλνει ἕνα μήνυμα. Σὲ λίγο ἀκούγεται ἕνα μπὶπ μπίπ. Διαβάζει, πληκτρολογεῖ. Ὕστερα ἀπὸ λίγο ξανά. Διαβάζει, πληκτρολογεῖ. Μὲ κάθε νέο μήνυμα σκοτεινιάζει. Σηκώνεται καὶ πάει πιὸ πέρα νὰ τηλεφωνήσει. Ὅσο τσεκάρω μήπως μοῦ ἔχει στείλει ἡ Τάνια, ἐπιστρέφει.
    «Τί ἔγινε; Δὲν τὸ σηκώνουν;» ρωτάω.
    Δὲν ἀπαντάει, πληκτρολογεῖ ἀκόμα ἕνα μήνυμα. Πίσω μας δυὸ ἀγόρια –ὁ ἕνας, ὁ ψηλότερος, γύρω στὰ δεκαπέντε, ὁ ἄλλος μεγαλύτερος, γεροδεμένος, μὲ φανέλα Τζόρνταν– βαρᾶνε σουτάκια. Δὲν μιλᾶνε ἑλληνικά. Ξανὰ μπὶπ μπίπ. Ὁ Νίκος διαβάζει, σφίγγει τὰ δόντια, πληκτρολογεῖ.
    «Μήπως νὰ γυρίσουμε στὸ δωμάτιο;»
    «Σὲ λίγο», λέει ἐνῶ παλεύει μὲ τὰ πλῆκτρα – ἡ θάλασσα μπροστά μας λάδι.
    Βάζει τὸ κινητὸ στὴν τσέπη, πηδάει ἀπ’ τὸ παγκάκι.
    «Μάγκες, νὰ ρίξω κι ἐγὼ κάνα σουτάκι;»
    «Ἔλα, μάν», ἀπαντάει ὁ Τζόρνταν. Καὶ τοῦ πετάει τὴν μπάλα.
    Τὸ πρῶτο σοὺτ δὲν βρίσκει κὰν στεφάνι.
    «Ἄλλο ἕνα, μάν».
    Τὸ δεύτερο ἴσα ποὺ γλείφει τὸ διχτάκι. Ὁ Νίκος σουτάρει τρίτη φορά, ταμπλὸ καὶ μέσα.
   «Οὐὰν ὂν οὐὰν στὰ πέντε;» προτείνει ὁ ψηλὸς κι ὁ Νίκος γονατίζει νὰ δέσει τὰ κορδόνια ἀπ’ τὶς ἀρβύλες του.
    Παίζει καλούτσικα, βάζει δυὸ τυχερὰ σούτ, κερδίζει 5–3. Κοιτάζει πρὸς τὸ μέρος μου, λὲς καὶ θέλει νὰ βεβαιωθεῖ πὼς τὸν κοιτάζω.
    «Τώρα μ’ ἐμένα, μάν», λέει ὁ Τζόρνταν.
    Στὴν πρώτη φάση ὁ Νίκος ντριπλάρει ἄτσαλα, χτυπάει στὸ πόδι του ἡ μπάλα καὶ φεύγει ἄουτ. Ἔχει ἱδρώσει χαμηλὰ στὴν πλάτη, ὅπως ἵδρωνε παιδί. Στὴν ἑπόμενη φάση ὁ Τζόρνταν τὸν περνάει εὔκολα. Λέι ἄπ, 1–0. Στὴν ἑπόμενη σουτάρει τρίποντο, 3–0. Στὸ ἑπόμενο σοὺτ ὁ Νικηφόρος τοῦ χτυπάει μὲ δύναμη τὰ χέρια.
    «Φάουλ, μάν!» φωνάζει ὁ Τζόρνταν.
    «Φάουλ», λέει ἤρεμα ὁ Νικηφόρος καὶ τοῦ δίνει τὴν μπάλα.
    Ὁ Τζόρνταν, διαρκῶς σὲ κίνηση, κάνει μιὰ ἀπότομη ντρίπλα, περνάει ἀπὸ δεξιά. Ὁ Νικηφόρος τὸν σπρώχνει δυνατὰ μὲ τὸν ὦμο, τὸν πετάει κάτω.
    «Φὰκ γιού, μάν! Φάουλ!» φωνάζει ὁ Τζόρνταν ἀνάσκελα στὸ τσιμέντο.
    Ὁ Νικηφόρος στέκεται ἀπὸ πάνω του, δὲν τὸν ἀφήνει νὰ σηκωθεῖ.
    «Κάτω, ρέ!»
    Ὁ ψηλὸς μπαίνει ἀνάμεσά τους, ὁ Νικηφόρος κάνει νὰ τοῦ ρίξει κουτουλιά. Τρέχω πρὸς τὸ μέρος τους.
    «Νίκο, φτάνει. Πᾶμε».
    «Μαῦρα σκατά», λέει καὶ φτύνει μπροστὰ στὰ πόδια τους.
    «Φτάνει, πᾶμε».
    «Οἱ γαμημένοι… Γιὰ σένα τὸ κάνω, μικρέ», φωνάζει. «Γιὰ σένα. Χάρη τοὺς ἔκανες».
    Οἱ λιγοστοὶ λουόμενοι δὲν δίνουν σημασία, ὁ Νικηφόρος βγάζει τὸ τισὲρτ καὶ σκουπίζει τὸν ἱδρώτα ἀπὸ τὸ πρόσωπο καὶ ἀπὸ τοὺς ὤμους του. Στὸ στῆθος ἔχει τατουὰζ τὰ σταυρωτὰ βέλη τῆς Γαλάζιας Στρατιᾶς, γύρω ἀπὸ τὸν ἀφαλὸ τὸ «Περὶ πάτρης». Ξανὰ μπὶπ μπίπ: 1 νέο μήνυμα.

Τὴν ἴδια μέρα φεύγουμε γιὰ πίσω. Ἡ διαδρομὴ ἀπὸ τὰ Τέμπη κι ἔπειτα μοῦ θυμίζει (ἄλλη μιὰ φορά) τὸ ταξίδι ποὺ εἶχα κάνει φοιτητὴς μὲ τὸν Νίκο. Τώρα ὅμως, ἀπὸ τὸ κάθισμα τοῦ συνοδηγοῦ, ἡ Τάνια κάνει σ’ ἐμένα ὅλες τὶς ἐρωτήσεις ποὺ ἤθελα νὰ εἶχα κάνει ἐγὼ σ’ ἐκεῖνον. Κουνάει ἔντονα τὰ χέρια, μιὰ πιάνει καὶ μιὰ λύνει τὰ μαλλιά της. Ἀνεβάζει καὶ κατεβάζει τὸ παράθυρο.
    «Τί τρέχει, ρὲ Θοδωρή, μὲ τὸν ἀδερφό σου;»
    Στὴν Ἀθήνα φτάνουμε περασμένα μεσάνυχτα, τὴν ἀφήνω στοὺς δικούς της. Τὸ φιλὶ ποὺ μοῦ δίνει γιὰ καληνύχτα μοιάζει μὲ φιλὶ ἀποχαιρετισμοῦ. Περιμένω μέχρι νὰ μπεῖ μέσα, φεύγω. Δυὸ στενὰ παρακάτω σταματάω δεξιὰ καὶ τὸν παίρνω τηλέφωνο. Δὲν τὸ σηκώνει. Τὸν ξαναπαίρνω. Τίποτα. Περιμένω δέκα λεπτὰ μήπως πάρει ἐκεῖνος. Ἡ πόλη βράζει. Στὴν ἀπέναντι πολυκατοικία ἕνα παιδί, μωρὸ δύο τριῶν ἐτῶν, κοιτάζει πρὸς τὸ μέρος μου. Δίπλα του μιὰ γυναίκα καταβρέχει τὸ μπαλκόνι μὲ τὸ λάστιχο. Βάζω μπρὸς καὶ φεύγω.

Κύλιση στην κορυφή
Υποβολή έργου προς αξιολόγηση

Οι συγγραφείς που επιθυμούν να υποβάλουν έργο τους προς αξιολόγηση στις εκδόσεις Κίχλη μπορούν να το στείλουν ηλεκτρονικά (σε αρχείο word ή pdf) στην ηλεκτρονική μας διεύθυνση: kichli.publishing@gmail.com

Δεν δεχόμαστε υποβολή έργων ταχυδρομικά.

Κάθε πρόταση θα πρέπει να περιλαμβάνει:

  • το πλήρες έργο (όχι δείγμα / απόσπασμα)
  • περίληψη του έργου (εκτός αν πρόκειται για ποιητική συλλογή)
  • βιογραφικό σημείωμα του συγγραφέα, το οποίο να περιλαμβάνει τυχόν προηγούμενες εκδόσεις ή δημοσιεύσεις τους
  • τα στοιχεία επικοινωνίας του συγγραφέα

Όλα τα χειρόγραφα αξιολογούνται από την ίδια την εκδότρια της Κίχλης. Ο/η συγγραφέας ενημερώνεται για την απόφαση του εκδοτικού οίκου, μόνον εφόσον αυτή είναι θετική, μέσα σε χρονικό διάστημα 4 μηνών. Εφόσον παρέλθει αυτό το χρονικό διάστημα από την ημερομηνία αποστολής και δεν έχετε λάβει απάντηση, η έκδοση του έργου δεν είναι δυνατή.

Διευκρινίζεται ότι τα χειρόγραφα δεν επιστρέφονται.