
Τὸ πλῆθος κατέφθανε κιόλας, μετὰ τὸ δεῖπνο, ἀπὸ τὴ λεωφόρο τοῦ Δάσους· δὲν ἦταν πολὺ πυκνὸ ἐξαιτίας τοῦ καιροῦ. Ἔπεφτε μιὰ ψιλὴ βροχή. Οἱ κορυφὲς τῶν δέντρων ἐξακολουθοῦσαν νὰ χρυσίζουν κάτω ἀπ’ τὸ λιγοστὸ φῶς. Ἡ εὐφρόσυνη εὐωδία ἀπὸ τὶς μουσκεμένες ἀκακίες ἄρχιζε νὰ διεγείρει τὶς αἰσθήσεις.
Εὐωδία ἡδονική, ποὺ ἀναστατώνει τὶς αἰσθήσεις κι ἐξάπτει τὴ σάρκα. Θαῦμα καὶ φίλτρο μαγικὸ ποὺ τὸ ἀναπνέεις. Πέφτεις ἀπὸ τὸν πόνο τοῦ ἔρωτα. Κανένας δὲν γλιτώνει ἀπὸ τὴ μαγγανεία.
Οἱ παρέες καὶ τὰ ζευγάρια σκορπίζουν, χάνονται μὲς στὸ δάσος. Τὸ σπέρνουν μὲ μαργαριτάρια καὶ ρουμπίνια τὰ φῶτα ἀπ’ τὸ Κινέζικο Περίπτερο, ἀπ’ τὸ Λιβάδι τοῦ Κατελὰν κι ἀπὸ τὸ Ἀρμενονβίλ. Οἱ πυκνὲς συστάδες τῶν δέντρων ξεθωριάζουν κι ἡ νύχτα θάλλει σμαραγδόχρωμη. Ὁ Σουσοὺ ἔμεινε ἐκστατικός. Ποῦ εἶναι ἡ Λουίζ; Μὰ ἡ Λουὶζ δὲν εἶναι ἐκεῖ: ὑπάρχει μονάχα ὁ Ζυλό.
«Γιά ἔλα ἀπὸ δῶ», τοῦ λέει.
Διεισδύουν στὸ δάσος, παίρνουν τὰ σκοτεινὰ μονοπάτια ὅπου οἱ ἴσκιοι περιδιαβαίνουν δίχως βιάση. Ὑπάρχουν πιὰ μονάχα σώματα χωρὶς πρόσωπο, ποὺ τὸ ἕνα ἀναμετράει τὸ ἄλλο μὲ τὴ γλώσσα τῶν σημείων. Τοῦτα τὰ σώματα ἐκπέμπουν ἕναν ἰδιαίτερο μαγνητισμὸ κι ἐπικοινωνοῦν χάρη σ’ αὐτόν. Ἕνας τρόπος καλέσματος, ἕνας τρόπος δοσίματος καὶ ἀμοιβαίας διεκδίκησης, ποὺ εἶναι ἀπόκρυφη ἐκδήλωση τῆς σάρκας. Ὁ πόθος τους κλωθογυρίζει σὰν πεινασμένο καὶ ἄγριο ζῶο μὲ μάτια λύγκα κι ὀσμὴ διάπυρης λαγνείας. Μιὰ μυστικὴ ἑταιρεία βημάτων, ἀγγιγμάτων, στάσεων…
Ὑπάρχουν γυναῖκες ποὺ κάτι προσδοκοῦν καθισμένες στὰ παγκάκια· κι ἔφηβοι ποὺ ἡ ἀναμμένη γόπα στὸ στόμα τους μοιάζει μὲ φλογερὸ προσκλητήριο. Καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ γνωρίζουν τοὺς ἐραστές τους. Νά, πρῶτοι ἀπ’ ὅλους, οἱ γέροι· καμιὰ φορὰ ἡ νεκρωμένη σάρκα τους ἀκόμα ἀναριγεῖ στὴν ἐπαφὴ μὲ τὸν κίνδυνο καὶ μόνο ἡ βουκέντρα τοῦ φόβου μπορεῖ ἐφεξῆς νὰ τὴ διεγείρει, ἔτσι ποὺ μὲ μεγάλη προθυμία καὶ τὴ ζωή τους θά ’διναν γιὰ ἕναν σπασμό.
Ὑπάρχουν κι ἐκεῖνοι ποὺ ὁ σφοδρός τους ὀργασμὸς ἀνακαλεῖ στὴ μνήμη τὰ τραγικὰ ἤθη τῶν ὑμενοπτέρων· ὑπάρχουν κι οἱ ἄλλοι ποὺ προσέρχονται γιὰ νὰ προσφέρουν τὸ σῶμα τους μὲς στὴ νυχτερινὴ μυσταγωγία. Κι ἔπειτα ὑπάρχουν αὐτοί, οἱ πολυαριθμότεροι, οἱ ὁποῖοι κυνηγοῦν ἀδιάκοπα τὰ προσωπεῖα τοῦ Ἔρωτα ποὺ ἀλλάζουν, καὶ στήνουν καρτέρι στὰ σταυροδρόμια σ’ ἕναν ἀντίπαλο ποὺ μεταμορφώνεται διαρκῶς.
Ἀνάμεσα σ’ ὅλους τους, ὅμως, ὁ Ζυλὸ κι ὁ Σουσοὺ διέκριναν μὲ τὴν πρώτη ματιὰ τὰ ὁμοφυλόφιλα συντρόφια τους στὴ μάχη. Παρόλο ποὺ τὰ ἔζωνε πηχτὸ σκοτάδι, γρήγορα τὰ ξετρύπωσαν μὲ τὴ διαίσθησή τους, ἐξαιτίας αὐτοῦ τοῦ παράδοξου μαγνητισμοῦ ποὺ ἔχουν γιὰ χαρακτηριστικό. Ὁ Ζυλό, ὁ Σουσοὺ καὶ τὰ «συντρόφια» εἶχαν ἔτσι μάθει νὰ βρίσκουν τοὺς ὁμοίους τους, πολὺ συχνὰ κάτω ἀπὸ τὸ πιὸ ἀπαθὲς προσωπεῖο, τὸ πιὸ κανονικὸ φαινομενικά. Τοὺς ἦταν ἀρκετὸ νὰ παρακολουθήσουν γιὰ μερικὰ λεπτὰ κάποιον περαστικό, κι ὕστερα ἔδιναν ἀγκωνιὲς ὁ ἕνας στὸν ἄλλο καὶ μοιράζονταν τὶς ἐντυπώσεις τους.
«Ὁ τύπος εἶναι “τοιοῦτος”, δὲ νομίζεις;»
Τὸ Δάσος, ἐξάλλου, τὴ νύχτα ἀλλάζει ὄψη στὰ μάτια ὅσων ξέρουν κι ὅσων ἐπωφελοῦνται ἀπ’ τὰ σκοτάδια.
Ἔχουν ἀνακαλύψει τὰ μυστικά του κι ἔχουν γνωρίσει ἐν εἴδει μυστηρίου τὶς παραδόσεις ποὺ διασώζονται καὶ σπάνια καταφέρνει ἡ ἀστυνομία νὰ τὶς ἀποκρυπτογραφήσει καὶ νὰ τὶς διαταράξει.
Οἱ ἀλέες, οἱ μεγάλες λεωφόροι, τὰ μικρὰ μονοπάτια, τὰ ξέφωτα, τὰ ἄλση· ὅλα διαθέτουν τὸ δικό τους μυστήριο, τὶς ἰδιαιτερότητές τους, τὰ χούγια τους κι ἔχουν ὡς ἀποστολὴ νὰ ξαλαφρώσουν, τὴ νύχτα, τὴν Αὐτοῦ Μεγαλειότητα, τὸ Πάθος!
Ὁ Ζυλὸ ἐξηγοῦσε καθ’ ὁδὸν στὸν Σουσοὺ πῶς ἔπρεπε νὰ προσελκύσει τὸν πελάτη, πῶς νὰ τὸν ἐρεθίσει γυρίζοντας νὰ τὸν κοιτάξει μία ἢ περισσότερες φορές, πῶς νὰ τοῦ κολλήσει κι ἐν ἀνάγκῃ πῶς νὰ τὸν διευκολύνει στὸ «πλεύρισμα», ἐφόσον ὁ πελάτης ἦταν ἀκόμα πρωτάρης. Τοῦ ἔδειχνε τοὺς κομψευόμενους νεαρούληδες, ποὺ μακιγιαρισμένοι καὶ πουδραρισμένοι συχνάζουν στὶς σὶκ «πιάτσες» καὶ στὶς πολυσύχναστες διαβάσεις· καλύτερα θὰ ἦταν νὰ μὴν τοὺς ἐμπιστεύεται. Μὰ ὁ Ζυλὸ ἰσχυριζόταν ἐπιπλέον πὼς οἱ πελάτες τοῦ Δάσους ἐκδήλωναν συχνὰ τὴν προτίμησή τους γιὰ τοὺς «ἀγαπητικούς», ἀρκεῖ αὐτοί, ἀναλόγως μὲ τὸ μέρος, νὰ εἶχαν εὐχάριστο παρουσιαστικὸ ἤ, ἀντιθέτως, νὰ ἦταν ἀσχημόφατσες.
Φρόντιζε νὰ τοῦ ὑποδεικνύει τὰ «καλὰ σημεῖα», τὶς λόχμες ποὺ ἦταν κατάλληλες γιὰ νὰ κρυφτοῦν δυὸ ἄνθρωποι καὶ νὰ κάτσουν ἀνακούρκουδα.
Ἔδινε, τέλος, μεγάλη ἔμφαση στὴν τακτικὴ ποὺ ἔπρεπε νὰ ἀκολουθηθεῖ ὡς πρὸς τὰ αὐτοκίνητα, τὰ ταξὶ καὶ τοὺς ἐπιβάτες τους.
«Δές, γιὰ παράδειγμα», ἔλεγε στὸν Σουσού, «αὐτὴ τὴ σταματημένη κούρσα. Ἔ, λοιπόν, ὁ τύπος ποὺ τὴν ὁδηγεῖ εἶναι στὰ σίγουρα σὰν βασίλισσα ἀράχνη. Ἔχει στήσει καρτέρι γιὰ νὰ τσακώσει τὴ λεία του. Μόλις περάσουμε ἀπὸ μπροστά του, θὰ ἀνάψει τοὺς προβολεῖς καὶ θὰ μᾶς στραβώσει γιὰ νὰ μᾶς δεῖ καλύτερα. Αὐτὸ εἶναι τὸ σινιάλο: μπορεῖς νὰ πᾶς… Θὰ σὲ βάλει νὰ κάτσεις δίπλα του. Κῶλος καὶ εἰκοσάρικο!»
Μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο ἔμαθε ὁ Σουσοὺ τὶς βιαστικὲς θωπεῖες, τὰ κλεφτὰ χάδια τῶν ἀγνώστων ποὺ μαδοῦσαν τὴ σάρκα του σὰν νά ’τανε ἀρωματικὸ ἄνθος.
Σὲ σύντομο χρονικὸ διάστημα ἐξοικειώθηκε μὲ τὶς διάφορες ἀλέες καὶ μὲ τὰ κακόφημα μέρη κι ἔμαθε νὰ πηγαίνει ὁλομόναχος στοὺς ἐραστὲς τοῦ σκοταδιοῦ. Χρειάστηκε μόνο μερικὲς νύχτες γιὰ νὰ μάθει νὰ περιδιαβαίνει σὲ συγκεκριμένη ὥρα στὰ κατάλληλα μέρη, ἐκεῖ ὅπου ἡ δουλειὰ ἔχει σίγουρο κέρδος, ὑπὸ τὴν προϋπόθεση νὰ φτάνει κανεὶς ἐγκαίρως.
Ὁ Σουσού, χάρη στὴν ὀμορφιὰ καὶ τὴ φρεσκάδα του, ἄρεσε στοὺς καλοπληρωτές, τοὺς ἡλικιωμένους κυρίους καὶ τοὺς μεγαλοαστούς, οἱ ὁποῖοι ποτὲ δὲν τοῦ ἀρνιόντουσαν ἕνα ἐπιπλέον ποσὸ στὴν τιμὴ γιὰ τὸν κόπο του…
Ἦταν μεγάλη ἡ ἔκπληξή του ὅταν μιὰ νύχτα βρῆκε στὸ πίσω κάθισμα τοῦ ταξί, πάνω στὸ ὁποῖο «χοροπηδοῦσε» ἐπὶ ὥρα, μιὰ κὰρτ βιζὶτ σὲ ἄριστης ποιότητας χαρτί. Μόλις βγῆκε ἀπ’ τὸ ταξί, ἄναψε ἕνα σπίρτο· στὸ φῶς του διάβασε τὸ ὄνομα ἑνὸς προσώπου καὶ στὴ συνέχεια αὐτὲς τὶς λέξεις: πρίγκιψ Ντὲ Ξ…
Τὴν ἔβαλε στὴν τσέπη· μὰ ἔπειτα ἄλλαξε γνώμη, τὴν ἔσκισε, τὴν ἔκανε κομματάκια. Ἦταν φρονιμότερο, σκέφτηκε, ἀφοῦ ὁ Ζυλὸ καὶ ὁ γερο-Μπὶς θὰ μποροῦσαν νὰ τὸν μπλέξουν σὲ κάποια βρόμικη ἱστορία.
Μιὰ βραδιά, γύρω στὰ μεσάνυχτα, κάτι «πελάτες» τὸν πῆραν μαζί τους στὸ αὐτοκίνητο γιὰ τὸ Ὠτέιγ, ὅπου πλάι στὸ ἱπποδρόμιο, στὴν τοποθεσία ποὺ ὀνομάζεται «Ἡ Ράμπα», μαζευόταν μιὰ μυστικὴ ὀργάνωση, οἱ «Ὀφθαλμολάγνοι τοῦ Δάσους». Ὁ Πιερρὸ εἶχε ἀκούσει νὰ μιλοῦν γι’ αὐτούς, μὲ ἀφορμὴ κάποιο σκάνδαλο ποὺ εἶχε ξεσπάσει μιὰ νύχτα πρὶν ἀπὸ λίγο καιρό, κατὰ τὴ διάρκεια μιᾶς ἀστυνομικῆς ἐπιχείρησης.
Ἐκτὸς αὐτοῦ, ὅμως, ἕνας συμμαθητής του στὸ Σαὶν-Ζερμαὶν τοῦ εἶχε διηγηθεῖ πὼς μιὰ νύχτα, καθὼς διέσχιζε τὸ Δάσος τῆς Βουλώνης μὲ τὸ ποδήλατό του, τὸν προσέγγισε ἕνας τύπος ποὺ «τά ’χε τὰ χρονάκια του»· τὸν ἐμπόδιζε νὰ περάσει καὶ ὑποσχέθηκε νὰ τοῦ δώσει χρήματα ἐὰν συμφωνοῦσε νὰ τὸν ἀκολουθήσει. Ὁ συμμαθητὴς δελεάστηκε ἀπὸ τὸ ποσό (καμιὰ πενηνταριὰ φράγκα) καὶ σύντομα βρέθηκε περιτριγυρισμένος ἀπὸ ἕναν ὅμιλο καλοντυμένων ἀνθρώπων· καταμεσῆς αὐτοῦ τοῦ κύκλου, ἔλεγε ὁ συμμαθητής, ἦταν μιὰ «ἀδερφούλα» ποὺ εἶχε βάλει κάτω ἕνα ἄλλο νεαρὸ ἀγόρι στὴν ἡλικία του. Καὶ τότε ἀντιλαμβανόμενος τί περίμεναν οἱ ἄλλοι κι ἀπ’ τὸν ἴδιο, «πῆρε δρόμο» στὰ γρήγορα, καβαλώντας τὸ ποδήλατό του…
Ὁ Σουσού, λοιπόν, δὲν ἔνιωθε ἔκπληξη γιὰ τίποτα πιά. Καταμεσῆς ἑνὸς κύκλου ἀπὸ κάθε λογῆς ἀνθρώπους, εἶδε ξαπλωμένη χάμω μιὰ γυναίκα· ἡ ἀνασηκωμένη φούστα της ἔμοιαζε νά ’χει ὑποτάξει ἕναν ἔφηβο, κάποιο νεαρὸ ἐργάτη, πού, στρωμένος στὴ δουλειά, πίεζε καὶ τσαλάκωνε μὲ τὰ γόνατά του τὸ χορτάρι καὶ δὲν ἔδειχνε νὰ ἐνδιαφέρεται ἰδιαίτερα γιὰ ὅσους τὸν περιτριγύριζαν.
Ἐθελοντὲς τσιλιαδόροι ξέκοβαν ἐναλλὰξ ἀπὸ τὴν ὁμάδα, πήγαιναν νὰ παραφυλάξουν στὸν γύρω χῶρο, ἕτοιμοι νὰ σημάνουν συναγερμὸ στὸ παραμικρὸ ἀνησυχητικὸ σημάδι, ἐνόσω ἄλλοι ξαναγύριζαν στὶς θέσεις τους.
«Σᾶς φέρνω ἕνα κοκοράκι», μουρμούριζε ὁλόγυρα ἕνα ἀπὸ τὰ μέλη τῆς συντροφιᾶς.
Μὰ τὸ ἀγόρι ἀρνήθηκε νὰ παραδοθεῖ στὸ παιχνίδι τους. Πρὶν ἀπ’ ὅλα, ἐκείνη ἡ «κοκότα» δὲν τοῦ ἔλεγε τίποτα.
Τότε κάποιος τοῦ πρότεινε νὰ πάρει τὴ θέση τῆς γυναίκας. Ὁ Σουσοὺ θέλησε νὰ φύγει, δίχως νὰ δώσει ἀπάντηση. Ἦταν πολὺ ἀργὰ ὅμως: ὁ μόρτης –τὸν ὁποῖο ὁ Σουσοὺ ἔβλεπε προηγουμένως ἐπὶ τὸ ἔργον– τὸν εἶχε ἤδη βάλει κάτω καὶ τὸν ἀνάγκασε νὰ γδυθεῖ, σφίγγοντάς τον τόσο δυνατά, ποὺ τὸν πονοῦσε.
Κι ἔτσι ὅπως τὰ πρόσωπα τῆς ὁμήγυρης, βαριανασαίνοντας ἀπ’ τὸν πόθο, ἔσκυβαν πάνω ἀπὸ τὸν μόρτη ποὺ εἶχε καβαλικέψει τὸν Σουσού, ἐκεῖνος, ἀνασηκώνοντας τὸ κεφάλι γιὰ νὰ ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ τὸ σφιχταγκάλιασμα, εἶδε ἀνάμεσα στὰ ξεκούμπωτα πανωφόρια νὰ γυαλίζει τὸ κόκκινο λουρὶ μὲ τ’ ἀναστρέμματα…
Ἐντούτοις, τὰ ὄργια τοῦ Δάσους τὸν στράγγιζαν. Μπορεῖ νὰ ἦταν πιὸ προσοδοφόρα ἀπὸ τὶς «νυχτιὲς» τῆς Μονμάρτρης, ἀλλὰ ἦταν καὶ πιὸ ἐπικίνδυνα! Οἱ ἐφημερίδες ἔγραφαν συγκαλυμμένα γιὰ «ἀκολασία καὶ ἀκρασία, τὰς ὁποίας διαιωνίζουσιν αἱ χείρισται διαστροφαί – δὲν ἀποτελεῖ πάντοτε ἀντικείμενον ἐνδιαφέροντος ἡ γυνή».
Ὕστερα, ἕνα πρωί, κάποιος βιομήχανος πέθανε μέσα σὲ φρικτοὺς πόνους, γυρνώντας στὸ σπίτι του τὸ χάραμα. Ὁ ἰατροδικαστὴς διαπίστωσε ὅτι ὁ βιομήχανος εἶχε ὑποστεῖ ἕναν φρικτὸ ἀκρωτηριασμό: τὸ ὄργανο τοῦ ἀνδρισμοῦ του εἶχε ἀποκοπεῖ ἀπ’ τὴ ρίζα μὲ δαγκωματιές, λίγες ὧρες νωρίτερα.
Ὅμως –τί παράξενη σύμπτωση!– οἱ δασοφύλακες ἀνακάλυψαν τὴν ἴδια κιόλας μέρα, μέσα σὲ μιὰ θαμνώδη περιοχή, τὸ παγωμένο πτῶμα μιᾶς γυναίκας ποὺ εἶχε στραγγαλιστεῖ (εἶπαν πὼς ἤτανε μιὰ κοινὴ γυναίκα)· τὰ δόντια της ἦταν μπηγμένα ἀκόμα σὲ μιὰ αἱματόβρεκτη μάζα ἀπὸ σάρκες. Ἡ κοινὴ γνώμη ἀναστατώθηκε. Ἤδη ἔλεγαν νὰ ὀργανώσουν νυχτερινὲς περιπολίες, ἀφοῦ οἱ ἀστυνομικὲς ἐπιχειρήσεις δὲν ἀρκοῦσαν πιά.
Τὰ νέα, ἐννοεῖται, ἔφταναν μέχρι τὴν πλατεία Πιγκὰλ παραποιημένα.
Στὸ «Σεληνόφως», οἱ ἀγαπητικοὶ καὶ ἡ μαρίδα διέδιδαν κουτσομπολιά, «μουσαντὰ» ἀπίθανα καὶ γεμάτα ἀνακρίβειες. Τὸ Δάσος ἦταν πιὰ ἕνα ὑπαίθριο «πρεζαντέ», ὅπου γίνονταν τελετὲς μαύρης μαγείας, «παρτοῦζες», νυχτερινὲς συνάξεις διαβολολατρῶν, στὶς ὁποῖες ἔπαιρναν μέρος ὁρισμένα ἐξέχοντα δημόσια πρόσωπα. Σὲ ὅλα αὐτὰ ἐμπλέκονταν ὀνόματα διασήμων ἀνδρῶν, ἀπὸ τὴ δικαστικὴ ἐξουσία καὶ τὴν ἐκκλησία.
Τὸ Γκομενάκι διαβεβαίωνε πὼς μιὰ φορὰ εἶχε πάρει τὸ μάτι του ἐκεῖ «αὐτὸν τὸν τραγωδό, ποὺ κάθε βράδυ μοιράζει φράγκα στοὺς ζιγκολὸ τῆς πλατείας Ἐτουὰλ» κι ἡ Μπουλούκω ἔπαιρνε ὅρκο, γιὰ ὅποιον ἤθελε ν’ ἀκούσει, ὅτι πολλὲς φορὲς συνόδευε στὸ Δάσος, μέσα σὲ αὐτοκίνητο, «ἐκεῖνο τὸν χοντρό, μὲ τὴν πρησμένη φάτσα, τὸν κοιλαρά, ἐκεῖνο τὸν χοντρομπαλά, ντέ, ποὺ μοιάζει μὲ περπατημένο παπὰ ἀπ’ τὴν ἐπαρχία, μὲ ἀποσχηματισμένο κληρικό, ἀλλὰ ποὺ λένε ὅτι εἶναι καλλιτέχνης, κάτι σὰν πιανίστας».
Οἱ ζωγράφοι κατέβαιναν ἀπὸ τὸν λόφο τῆς Μονμάρτρης γεμάτοι περιέργεια, ἔβγαιναν καμιὰ φορὰ ἀπὸ τὸν ἐλεφάντινο πύργο τους, τολμοῦσαν νὰ ξεμυτίσουν μέχρι τὸ «Σεληνόφως» καὶ τὸ «Ντεντὲ-Μπάρ».
Ὁρισμένες φιγοῦρες, ὁρισμένες μορφὲς ἀπὸ τὸν κόσμο τῶν ὁμοφυλόφιλων ἔγιναν τῆς μόδας. Ὁ Σουσοὺ ἔνιωσε ἀρκετὲς φορὲς κολακευμένος στὸ «Σεληνόφως» ἢ σὲ ἄλλα μπὰρ τῆς περιοχῆς, καθὼς ἀντιλαμβανόταν ὅτι γινόταν τὸ ἐπίκεντρο τοῦ ἐνδιαφέροντος γιὰ κάποιο ἀδιάκριτο μολύβι ποὺ σκίτσαρε στὰ κλεφτὰ τὴ μορφή του. Γινόταν κόκκινος ἀπὸ εὐχαρίστηση· ἀπὸ αὐταρέσκεια.
Σ’ ἕνα λεύκωμα ποὺ κυκλοφοροῦσε κρυφά, ἀπεικονιζόταν ὁ Πιερρὸ σὲ στὺλ ὁμοφυλόφιλου Ἅγιου Σεβαστιανοῦ, καταμεσῆς ἑνὸς ἀλλόκοτου τοπίου μὲ ἐκτρωματικὰ δέντρα ποὺ παρέπεμπαν σὲ ἀπόκρυφα μέρη τοῦ σώματος, φτέρες καὶ θαμνώδη φυτὰ μὲ μακρουλοὺς φαλλικοὺς μίσχους.
Μιὰ βραδιὰ ὁ Μάξγουελ περιπλανιόταν στὸ Δάσος μαζὶ μὲ ἕναν κύριο ποὺ ἦταν ντυμένος μὲ ἐξαιρετικὴ ἐκζήτηση, ὥσπου συνάντησε τὸν Σουσού.
«Εἶναι φίλος μου», τοῦ εἶπε, «ἕνας συγγραφέας ποὺ ἐπιθυμεῖ νὰ σὲ γνωρίσει».
Ὁ Σουσοὺ ἀκολούθησε πειθήνια τὸν ἄγνωστο.
Ἐκεῖνος τὸν πῆρε μαζί του, τὸν ἔβαλε νὰ ξαπλώσει γυμνὸς σ’ ἕνα ἀνάκλιντρο, στὸ ὁποῖο εἶχε ἀνεμπόδιστη θέα ἀπὸ τὸ γραφεῖο του, κι ἄρχισε νὰ γράφει, δίχως νὰ τὸν ἀγγίζει, θωπεύοντάς τον μονάχα μὲ τὸ βλέμμα.
Τὸ ἀγόρι, γιὰ νὰ μὴ βαριέται, κοίταζε τὶς προθῆκες καὶ τὰ ράφια ὅπου στριμώχνονταν τὰ βιβλία μὲ τὰ πολύτιμα δεσίματα, ἀνάμεσα στὰ διακοσμητικὰ ἀντικείμενα καὶ τὶς πορσελάνες.
Τὴ δεύτερη φορὰ ποὺ εἰδωθήκανε, ὁ συγγραφέας ἔβαλε τὸν Σουσοὺ νὰ καθίσει στὸ γραφεῖο, πλάι του· κι ἐνῶ μὲ τὸ ἕνα χέρι τὸν χάιδευε, μὲ τὸ ἄλλο χέρι ἔγραφε…
Ἢ συναντιόντουσαν στὸ Δάσος κι ὁ συγγραφέας, ἀμίλητος πάντα, ὁδηγοῦσε τὸν Πιερρὸ σὲ μιὰ ἐρημικὴ ἀλέα, σταματοῦσε σ’ ἕνα παγκάκι καὶ τὸν ἔπαιρνε στὰ γόνατά του, ἀκουμποῦσε τὸ κεφάλι του στὸν ὦμο του κι ἀπάγγελλε μὲ σιγανὴ φωνὴ πράγματα ποὺ τὸ ἀγόρι δὲν καταλάβαινε.
Μὰ ὁ Πιερρὸ ἐπέστρεφε ἀπὸ αὐτὲς τὶς νυχτερινὲς ἐξορμήσεις τὶς πιὸ πολλὲς φορὲς τὴν αὐγή, τσακισμένος, μὲ τὸ μυαλὸ θολωμένο καὶ μὲ θλίψη στὴν καρδιά.
Μποροῦσε νὰ τὸν δεῖ κανεὶς τὸ χάραμα νὰ περπατάει στὶς λεωφόρους τῆς Ἐτουάλ, μὲς στὴν καταχνιά, μὲ τὸ κεφάλι σκυφτό, κάτω ἀπ’ τὸ κασκέτο του, λὲς καὶ τὸν εἶχαν πιάσει νὰ κάνει κάτι κακό· μποροῦσε νὰ τὸν δεῖ κανεὶς νὰ μπαίνει στὸ πρῶτο ἀνοιχτὸ καφὲ καὶ νὰ ζητάει «ἕνα ζεστὸ γάλα».
Ἐκεῖνο τὸ πρωὶ ἦταν πιὸ σκυθρωπὸς καὶ πιὸ χλωμὸς ἀπ’ ὅ,τι συνήθως. Προτοῦ γυρίσει στὸ «Χρυσόψαρο», ἔπρεπε νὰ βάλει λίγο κοκκινάδι στὰ μάγουλα καὶ στὰ χείλη του γιὰ νὰ μὴν τραβήξει τὴν προσοχὴ τῶν γειτόνων ποὺ θὰ τὸν ἔβλεπαν νὰ ἐπιστρέφει.
Ἀνέβηκε στὸ δωμάτιό του βιαστικά, τὸν ἔπιασε παροξυσμὸς βήχα ποὺ δὲν ἔλεγε νὰ σταματήσει, εἶχε τάση γιὰ ἐμετὸ κι ἄξαφνα, μ’ ἕνα σπασμό, γέμισε τὴ λεκάνη μὲ χλιαρὸ αἷμα.
Ὁ Ρικὲ ἔτρεξε ἀλαφιασμένος νὰ βρεῖ τὸν κύριο Μπίς. Ἐκεῖνος κάρφωσε ἐπίμονα ὥρα πολλὴ τὸ βλέμμα του στὴ λεκάνη καὶ στὶς δυὸ πετσέτες ποὺ ἦταν λερωμένες μὲ αἷμα· ὕστερα κοίταξε τὸν Σουσοὺ καὶ στὸ τέλος εἶπε: «Οἱ πετσέτες εἶναι γιὰ πέταμα. Θὰ σοῦ χρεώσω ὅμως μόνο τὴ μία, γιατὶ ἡ ἄλλη ἦταν ὑπερβολικὰ μεταχειρισμένη».
(απόσπασμα του 3ου Κεφαλαίου, σελ.98-107)