
22 ΙΟΥΛΙΟΥ
Ἀργὰ τὸ βράδυ. Στὸν κάμπο μὲ τὰ καλαμπόκια ἕνα
ἀναπάντεχο γεγονὸς ἀνοίγει παλιὲς πληγὲς
Ἡ ζέστη ἦταν ἀνυπόφορη ἐκεῖνο τὸν Ἰούλιο τοῦ 1987. Οἱ 44 βαθμοὶ Κελσίου καὶ ἡ πλήρης ἄπνοια δημιουργοῦσαν μιὰ κατάσταση ἀσφυξίας. Κανένας δὲν μποροῦσε νὰ θυμηθεῖ τόσο ὑψηλὲς θερμοκρασίες, οἱ ὁποῖες, μάλιστα, ἐλάχιστα μειώνονταν κατὰ τὴ διάρκεια τῆς νύχτας. Αὐτὸ ἦταν κάτι ὁλωσδιόλου πρωτόγνωρο, κάτι ποὺ ἀποζητοῦσε ἕνα ὄνομα. «Καύσωνας» ἦταν ἡ καινούργια λέξη ποὺ εἰσέβαλε στὴν καθημερινότητα, δημιουργώντας σὲ ὅποιον τὴν ξεστόμιζε ἕνα ἀνάμεικτο συναίσθημα τρόμου καὶ νοσηρῆς εὐχαρίστησης, μιὰν αἴσθηση μοναδικότητας, ἀντάξια μὲ τὴ βίωση ἑνὸς ἱστορικοῦ γεγονότος. «Καμίνι» καὶ «Λάβρα» ἦταν οἱ τίτλοι πού, γραμμένοι μὲ πηχυαῖα γράμματα, κυριαρχοῦσαν στὰ πρωτοσέλιδα τῶν ἐφημερίδων, στὰ ρεπορτὰζ τῶν ὁποίων ὑπῆρχαν λεπτομερεῖς περιγραφὲς γιὰ τὶς γραμμὲς τῶν τρένων πού ’χαν στραβώσει, γιὰ τοὺς τουρίστες ποὺ λιποθυμοῦσαν στοὺς δρόμους ἢ τσαλαβουτοῦσαν, ἀπελπισμένοι, στὰ ἀμφίβολης καθαρότητας νερὰ τῶν σιντριβανιῶν. Οἱ κάτοικοι ξάπλωναν στὰ τσιμεντένια δάπεδα τῶν ὑπογείων τους ἢ στὰ μωσαϊκὰ τῶν διαμερισμάτων τους ἀναζητώντας λίγη δροσιά, ἄλλοι ἔριχναν λεκάνες γεμάτες πάγο στὸ νερὸ τῆς μπανιέρας καὶ βυθίζονταν μέσα, ἢ συνωστίζονταν γύρω ἀπὸ αὐτόματους πωλητὲς γρανίτας. Ἀκόμη καὶ τὰ ψάρια εἶχαν σκάσει ἀπὸ τὴ ζέστη, καὶ τὸ κύμα τὰ ξέβραζε σωρηδὸν στὶς ἀκτές. Μέχρι καὶ οἱ νεκροθάφτες εἶχαν ἀπαυδήσει ἀπ’ τὸν φόρτο ἐργασίας, ἀφοῦ οἱ νεκροὶ εἶχαν αὐξηθεῖ δραματικὰ σ’ ὅλη τὴ χώρα.
Στὴ Θεσσαλονίκη, τὰ πράγματα ἦταν πολὺ ἄσχημα ἐξαιτίας τῆς ἀνυποχώρητης ζέστης, ἀλλὰ καὶ τῆς μεγάλης ὑγρασίας. Λόγω τῶν συγκεκριμένων καιρικῶν συνθηκῶν, ἡ μόνιμη ἐσωτερικὴ δυσφορία ποὺ ἀπὸ μικρὸς ἔνιωθε ὁ Ἀντρέας εἶχε γίνει τώρα πιὸ ἔντονη. Εὐτυχῶς, ἡ καινούργια του δουλειὰ τοῦ ἔδινε μιὰ διέξοδο. Εἶχε πλέον φύγει ἀπ’ τὸ συνεργεῖο αὐτοκινήτων LUX ὅπου ἐργαζόταν τὰ δύο προηγούμενα χρόνια· οὔτε τὸ ἀντικείμενο τὸν ἐνδιέφερε, οὔτε τὸ κλίμα τὸν σήκωνε. Αὐτό, ὅμως, ποὺ ἐπισφράγισε τὴν τελική του ἀπόφαση ἦταν τὸ σχετικὰ πρόσφατο καὶ ἰδιαιτέρως τραυματικὸ ἐκεῖνο συμβάν, ὅταν, μιὰ μέρα, καθ’ ὁδὸν πρὸς τὸ συνεργεῖο, ἕνας κόκορας τοῦ ἐπιτέθηκε στὴ μέση τοῦ δρόμου, ἀφήνοντάς τον ἐμβρόντητο καὶ αἱμορραγοῦντα. Ὁ βιετναμέζος κόκορας μὲ τὰ γυριστά, ἀγκιστροειδῆ νύχια τοῦ ’χε καταφέρει πολλὰ χτυπήματα. Μόλις εἶχε ἀποδράσει ἀπ’ τὴν παλιὰ ξυλαποθήκη ποὺ τὴν εἶχαν μετατρέψει σὲ αἴθουσα γιὰ κοκορομαχίες καὶ εἶχε ὁρμήσει πάνω του μ’ ἕνα θεαματικὸ ἅλμα, παρατώντας τον μὲ σχισμένες σάρκες στὴ μέση τῆς ἀσφάλτου. Ἀκολούθησε ἕνα ντόμινο γεγονότων, φαινομενικὰ ἀσύνδετων, ἀλλὰ ἀσφαλῶς καθοριστικῶν: τὸ κακοφόρμισμα τῶν πληγῶν του, ὁ ἐθισμὸς τοῦ Ἀντρέα στὸν τζόγο τῶν παράνομων κοκορομαχιῶν καὶ ἡ ἀπεξάρτησή του ἀπ’ αὐτόν, καί, τέλος, οἱ εἰρωνεῖες καὶ οἱ χλευασμοὶ τῆς μαστοράντζας τοῦ ἠλεκτροτεχνουργείου γιὰ τὴν ἀλλόκοτη ἐπίθεση πού ’χε δεχτεῖ. Μέρος τῶν χλευασμῶν αὐτῶν ἦταν τὸ ἰδιαιτέρως ἐνοχλητικὸ καὶ ἐπαναλαμβανόμενο ὑπόκωφο κακάρισμα ποὺ ἀκουγόταν σὲ ἀνύποπτες στιγμές, τὴν ὥρα ποὺ ἄλλαζε τὴν μπαταρία σὲ κάποιο αὐτοκίνητο ἢ ἔλεγχε τὰ φρένα ἑνὸς ἄλλου, ἀκόμα κι ὅταν κάπνιζε στηριγμένος στὸν ἐξωτερικὸ τοῖχο τοῦ μαγαζιοῦ. Τὸ ἀνόητο ἐκεῖνο κακάρισμα ἔβγαινε ἀπ’ τὰ λαρύγγια τῶν ἐξυπνάκηδων μὲ τοὺς ὁποίους εἶχε τὴν ἀτυχία νὰ δουλεύει, καὶ γιὰ τοὺς ὁποίους εἶχε ἀρχίσει νὰ ἔχει φονικὲς παρορμήσεις ποὺ μὲ δυσκολία μποροῦσε νὰ συγκρατήσει.
Ὅταν, μιὰ μέρα, ἐξαιτίας ἑνὸς λάθους του, μιᾶς μικρῆς ἀφηρημά-δας, ὁ ἀρχιμάστορας τὸν ἀποκάλεσε κοκορόμυαλο, ὁ Ἀντρέας παρά-τησε τὰ κατσαβίδια καὶ τὶς τανάλιες του, κι ἔφυγε χωρὶς νὰ πεῖ κουβέντα. Ἀναγκαστικά, ἐλλείψει χρημάτων, ἄφησε καὶ τὸ στενό-χωρο διαμέρισμα ποὺ νοίκιαζε στὴν Καπετὰν Ἄγρα, καὶ μετακόμισε στὴν Πλατεία Ἀντιγονιδῶν, ὅπου μιὰ μακρινὴ ξαδέλφη τῆς μητέρας του, χήρα καὶ ἄτεκνη, εἶχε προσφερθεῖ νὰ τὸν φιλοξενήσει. Αἰσθανό-ταν ἀρκετὰ ἄνετα ἐκεῖ, παρὰ τὴ μόνιμη μυρωδιὰ θυμιάματος καὶ τὶς συχνὲς ἐπισκέψεις τῶν μελῶν τοῦ χριστιανικοῦ σωματείου «Ὁ Καλὸς Σαμαρείτης». Ὁ σταθερὸς ἦχος τῆς μηχανῆς Singer μὲ τὴν ὁποία ἡ κυρία Ἄννα –προσηλωμένη στὶς μονότονες διαδρομὲς τῆς βελόνας– ἔραβε καὶ διόρθωνε ἀκατάπαυστα, ὕφαινε γύρω του ἕνα κουκούλι ἀσφάλειας. Εἶχε τὸ δωμάτιό του καὶ τὴν ἠρεμία του. Ἐπιπλέον, τόσο ἐκεῖνος ὅσο καὶ ἡ κυρία Ἄννα ὑπέφεραν ἀπὸ νευρικὸ κλονισμὸ διαφορετικοῦ εἴδους, ἀρκετὸ πάντως ὥστε νὰ τοὺς ἑνώνει σὲ μιὰ ὑπόγεια συνενοχή.
Ὁ Ἀντρέας ἔμεινε ἄνεργος γιὰ κάμποσο καιρό, ὥσπου ἐπιτέλους βρῆκε δουλειὰ σ’ ἕναν περιοδεύοντα θίασο. Ἀνάμεσα στὰ πολλαπλά του καθήκοντα ἦταν νὰ ἐκτελεῖ χρέη φροντιστῆ, φωτιστῆ καὶ ἠλεκτρολόγου, νὰ ὁδηγεῖ τὸ βὰν μὲ τὰ σκηνικά, νὰ κολλάει τὶς ἀφίσες καὶ νὰ γυρνάει στοὺς δρόμους κάθε πόλης καὶ χωριοῦ διαφημίζοντας τὴν παράσταση· ἐν προκειμένῳ, τὸ Ὄνειρο καλοκαι-ρινῆς νύχτας τοῦ Σαίξπηρ, ὅπου κοινοὶ θνητοὶ κι ἀλλόκοτα, μυστη-ριώδη πλάσματα ἑνὸς ἄλλου κόσμου μπερδεύονται σὲ λάθη, πάθη καὶ πυρετικὲς ψευδαισθήσεις. Ἰδέα δὲν εἶχε ὁ Ἀντρέας ἀπὸ θέατρα, φοβόταν ὅτι δὲν θὰ τὰ κατάφερνε, ἀλλὰ δέχτηκε νὰ δοκιμάσει. Ἐντέλει, προσαρμόστηκε γρήγορα καὶ περνοῦσε εὐχάριστα μὲ τοὺς ἠθοποιοὺς ποὺ καβγάδιζαν διαρκῶς καὶ μὲ κάθε ἀσήμαντη ἀφορμή, ἀλλὰ εἶχαν ἀποδειχθεῖ πολὺ ἀνθεκτικοὶ στὶς κακουχίες καὶ ἀρκετὰ εὐχάριστοι στὶς ταβέρνες.
Ἐκεῖνο τὸ βράδυ τῆς 22ας Ἰουλίου εἶχαν δώσει παράσταση σ’ ἕνα χωριὸ μέσα στὰ ὅρια τοῦ νομοῦ. Μετὰ τὸ τέλος τοῦ ἔργου, ἀφοῦ ξέστησε τὸ σκηνικό –εἶχε καὶ μιὰ ἀτυχία, καθὼς τὸ κεντρικὸ κομμάτι του ἔπαθε ζημιὰ ποὺ θά ’πρεπε ἀμέσως νὰ ἀποκατασταθεῖ–, φόρτωσε τὰ πάντα στὸ βὰν καὶ πῆγε γιὰ φαγητὸ στὴν ψησταριὰ τῆς πλατείας ποὺ ἔμενε ἀνοιχτὴ ὣς πολὺ ἀργά. Ἡ κούραση καὶ ἡ ζέστη τὸν εἶχαν καταβάλει. Νωρὶς τὸ ἀπόγευμα εἶχε καρφώσει καὶ εἶχε μοντάρει τὸ σκηνικὸ κάτω ἀπ’ τὸν καυτὸ ἥλιο, εἶχε δοκιμάσει τὸν ἦχο, εἶχε κουβαλήσει κοστούμια καὶ ἀντικείμενα, εἶχε στήσει ἕνα αὐτο-σχέδιο καμαρίνι, κρεμώντας μακριὰ πανιὰ στὰ κλαδιὰ τῶν δέντρων, πίσω ἀπ’ τὴ σκηνή, κι εἶχε σταθεῖ φρουρὸς ἔξω ἀπ’ τὴν πρόχειρη αὐτὴ κατασκευή, προκειμένου ν’ ἀπομακρύνει τὰ παιδιὰ ποὺ προσπαθοῦσαν μὲ χίλιους τρόπους νὰ τρυπώσουν· τὸ κατ’ εὐφημισμὸν καμαρίνι ἐλάχιστα μποροῦσε νὰ προστατέψει τοὺς ἠθοποιοὺς ἀπ’ τὰ περίεργα βλέμματα.
Τώρα, σχεδὸν χαράματα, ἐπέστρεφε στὴ Θεσσαλονίκη. Ὁδηγοῦσε σὰν ὑπνωτισμένος. Παρόλο ποὺ εἶχε ἀνοιχτὰ τὰ παράθυρα τοῦ βάν, δὲν ἔνιωθε τὴν παραμικρὴ δροσιά. Τὸ ἀντίθετο, μάλιστα· φυσοῦσε ἕνας ἀσθενής, θερμὸς ἀέρας ποὺ χειροτέρευε τὴν κατάσταση. Ὁλόκληρος ὁ κάμπος ἔμοιαζε νὰ βαριανασαίνει. Ἔνιωσε μιὰν ἀνυπόφορη νύστα, σταμάτησε στὴν ἄκρη τοῦ δρόμου, βγῆκε ἔξω καὶ τεντώθηκε. Ἂν δὲν συνερχόταν, θά ’πεφτε γιὰ ὕπνο ἐκεῖ· δὲν θὰ διακινδύνευε νὰ συνεχίσει σ’ αὐτὴ τὴν κατάσταση. Πῆρε βαθιὲς ἀνάσες κι ἔριξε κάμποσο νερὸ στὸ πρόσωπό του ἀπὸ ἕνα μπουκάλι ποὺ εἶχε πάντα μαζί του.
Περπάτησε λίγο καὶ κάπνισε ἕνα τσιγάρο, κλοτσώντας ἀφηρημένα τὶς πέτρες στὴν ἄκρη τοῦ δρόμου. Ἔνιωθε καλύτερα, ἡ ἔντονη ὑπνηλία εἶχε φύγει. Ἐπιστρέφοντας στὸ βάν, ἔπιασε μὲ τὴν ἄκρη τοῦ ματιοῦ του μιὰ κίνηση στὴ μέση τοῦ κάμπου κι ἔστρεψε ἀπότομα τὸ κεφάλι. Πέντε γυναικεῖες μορφές, μὲ μακριὰ κουρελιασμένα ροῦχα καὶ μαντίλες στὸ κεφάλι, αἰωροῦνταν στὰ τρία μέτρα ὕψος, πάνω ἀπὸ ἕνα χωράφι μὲ καλαμπόκια. Ἔμεινε ἀκίνητος γιὰ λίγο, προσπαθώντας νὰ καταλάβει τί ἦταν αὐτὸ ποὺ ἔβλεπε. Τὸ σκοτάδι καὶ ἡ ἀπόσταση τὸν δυσκόλευαν. Οἱ δυσοίωνες μαῦρες σιλουέτες πετοῦσαν κυκλικὰ καὶ μὲ σταθερὸ ρυθμό. Παρὰ τὸν φόβο ποὺ τὸν εἶχε κατακλύσει, κατευθύνθηκε πρὸς τὰ ἐκεῖ μὲ προσεκτικὰ βήματα. Ὅσο πλησίαζε, ἄκουγε τὸν ἦχο τῶν ὑφασμάτων ποὺ πλατάγιζαν στὸν ἀέρα. Ξαφνικά, μιὰ μορφὴ γύρισε πρὸς τὸ μέρος του, κι ὁ Ἀντρέας ἔνιωσε τὶς ἄδειες κόγχες τῶν ματιῶν της νὰ καρφώνονται πάνω του. Τὰ πόδια του κόπηκαν, δὲν πήγαιναν οὔτε βῆμα παραπέρα. Πίεσε τὸν ἑαυτό του νὰ σκεφτεῖ λογικά. Ἤξερε ὅτι αὐτὸ ποὺ ἔβλεπε δὲν μποροῦσε νὰ ὑπάρχει. Ἦταν ἄραγε τὰ μάτια ἢ τὸ μυαλὸ ποὺ τοῦ ’παιζαν περίεργα παιχνίδια; Θυμήθηκε πάλι τὴν ἐπίθεση τοῦ αἱμοβόρου κόκορα. Τόσο παράλογο ἦταν κι ἐκεῖνο τὸ γεγονός, ποὺ ἔμοιαζε σχεδὸν σὰν νὰ μὴν εἶχε συμβεῖ. Ἂν δὲν εἶχε ἀκόμη τὶς οὐλὲς στὸ σῶμα του, μπορεῖ καὶ νὰ νόμιζε ὅτι τό ’χε φανταστεῖ. Αὐτό, ὅμως, ἦταν διαφορετικό. Ἡ καινούργια ἀπειλὴ ἔμοιαζε νὰ τὸν περιγελᾶ.
Πλησίασε κι ἄλλο. Τώρα πιὰ βρισκόταν μπροστὰ ἀκριβῶς στὸ σημεῖο ἀπ’ ὅπου ξεκινοῦσε τὸ χωράφι μὲ τὰ καλαμπόκια. Τὰ ψηλὰ καὶ πυκνὰ φυτὰ τὸν ἐμπόδιζαν νὰ προχωρήσει μὲ ἄνεση. Ἔνιωσε μιὰ γλυκιά, γνώριμη μυρωδιά, κι ἦρθε στὸ στόμα του ἡ γεύση ψημένου καλαμποκιοῦ. Ἄκουσε συρσίματα στὸ ἔδαφος. Φίδια, σκέφτηκε, κι ἔκανε ἐνστικτωδῶς μερικὰ βήματα πίσω. Ἔμεινε ἀναποφάσιστος γιὰ λίγο, μὴν τολμώντας νὰ προχωρήσει.
Καθὼς ἔστριψε γιὰ νὰ φύγει, ἦρθε πρόσωπο μὲ πρόσωπο μ’ ἕναν ἔνστολο ποὺ τὸν εἶχε πλησιάσει ἀθόρυβα καὶ τὸν κοιτοῦσε περιπαικτικά. Ἦταν ἕνας λεπτὸς ἄνδρας γύρω στὰ πενήντα πέντε, ἀγροφύλακας σὲ νυχτερινὴ περιπολία. «Τὰ σκιάχτρα κοιτᾶς;» τὸν ρώτησε. Ὁ Ἀντρέας δὲν μίλησε· προσπαθοῦσε νὰ ἐπεξεργαστεῖ τὴν πληροφορία καί, ταυτόχρονα, νὰ μὴ δείξει τόσο ἀφελὴς ὅσο ἔνιωθε. Ὁ ἀγροφύλακας συνέχισε λέγοντας γιὰ τὰ εἰρωνικὰ σχόλια τὰ ὁποῖα εἶχε προκαλέσει ἀρχικὰ ὁ ἐμπνευστὴς τῶν τρομαχτικῶν αὐτῶν πλασμάτων ποὺ χόρευαν πάνω ἀπ’ τὰ καλαμπόκια. Ἀργότερα, ὅμως, ὅταν ὅλοι συνειδητοποίησαν τὴν ἀποτελεσματικότητα τῶν κατασκευῶν, οἱ εἰρωνεῖες μετατράπηκαν σὲ θαυμασμό. Ὅσο τοῦ μιλοῦσε, προχωροῦσε μπροστά, στηριζόμενος σ’ ἕνα χοντρὸ κλαδὶ ποὺ κρατοῦσε γιὰ μπαστούνι, φωτίζοντας μὲ τὸν φακό του ἕνα μονοπατάκι ἀνάμεσα στὰ ψηλὰ φυτά.
Θέλοντας καὶ μή, μπῆκε στὸ χωράφι κι ὁ Ἀντρέας, ἀμίλη-τος· ντράπηκε νὰ πεῖ γιὰ τὰ φίδια. Λίγο μετά, ἔφτασαν στὸ πρῶτο σκιάχτρο πού ’ταν δεμένο σ’ ἕνα μακρὺ κοντάρι μὲ τὴν κάτω ἄκρη του προσαρμοσμένη σ’ ἕνα ψηλὸ ἐλατήριο. Ὁ κατασκευαστής του πρέπει νά ’χε εἰδικὲς γνώσεις, εἶπε ὁ Ἀντρέας, κι ὁ ἀγροφύλακας κατένευσε: πράγματι, ὁ δημιουργός τους εἶχε δουλέψει γιὰ χρόνια ὡς μηχανικὸς σὲ ἐργοστάσια τῆς Γερμανίας.
Ἀπὸ κοντά, τὸ τρομακτικὸ αἰωρούμενο πλάσμα δὲν ἦταν παρὰ πανιά, ξύλα, βαρίδια καὶ σκουριασμένα σίδερα ποὺ τραμπαλίζονταν γύρω ἀπὸ ἕναν ἄξονα. Τὰ σκιάχτρα ἔμοιαζαν νὰ πετοῦν στὸν ἀέρα· τὴν ἡμέρα δὲν πλησίαζε πουλὶ σὲ ἀπόσταση πολλῶν μέτρων.
Ἐπιστρέφοντας στὴ δημοσιά, συνέχισαν τὴν κουβέντα τους. Ὁ ἀγροφύλακας εἶπε γιὰ τὶς καταστροφὲς τῆς σοδειᾶς ἀπὸ περιπλανώμενα ζῶα καὶ γιὰ τοὺς λαθροκυνηγούς. Γκρίνιαξε γιὰ τὸν χαμηλὸ μισθό του, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὶς ἀυπνίες ποὺ τὸν ταλαιπωροῦσαν καὶ τὸν ἔσπρωχναν ὅλο καὶ συχνότερα νὰ κάνει νυχτερινὲς περιπολίες γιὰ νὰ περάσει ἡ ὥρα. Ἔπειτα χαιρετήθηκαν, κι ὁ καθένας πῆρε τὸν δρόμο του. Ἀπὸ μιὰ ἀγροικία κάπου παραπέρα ἀκούστηκε τὸ κακάρισμα ἑνὸς κόκορα.