Άρνο Σμιτ, «Μαύροι καθρέφτες» (σελ. 11-17)

Όπως πάντα : τα κενά καβούκια των σπιτιών. Οι ατομικές βόμβες και τα βακτήρια έκαναν καλά τη δουλειά τους. Μηχανικά, ασταμάτητα πίεζαν τα δάχτυλά μου το δυναμό του φακού. Ένας νεκρός σε μια κάμαρα : η μπόχα του είχε ισχύ δώδεκα αντρών : ε, έστω και μετά θάνατον Ζήγκφρηντ (σπάνιο, πάντως, ότι μύριζε ακόμη· τόσος καιρός που είχε περάσει). Στον πρώτο όροφο βρίσκονταν κοντά μια ντουζίνα σκελετοί, γυναίκες και άντρες (φαίνονται από τα οστά της λεκάνης). Έχουμε και λέμε, έξι άντρες (ή και αγόρια)· πέντε γυναίκες και κορίτσια.

Έξω : παλιά θα το ’λεγες κομψό· τώρα ο κήπος οργίαζε γύρω από το κούφιο σπίτι. Όμορφα και γερά τα πεύκα, όμως. Γκρίζος ο τοίχος, όπου γκρίζα βότανα σού έγνεφαν, και λούπινο και αρνόγλωσσο. Με γκρίζους τοίχους έφτιαχναν σπίτια· με σπίτια πόλεις, με πόλεις ηπείρους : άντε να βρεις άκρη ! Ευτυχώς που όλα αυτά τελείωσαν· κι έφτυσα : τέλος ! Ξεκότσαρα τη ρυ­μούλκα και την έσυρα με το χέρι πάνω από τα κατώφλια (εμπρός, εδώ δεξιά· να λείπουν τα πολλά πολλά).

Ένα θρόισμα ακούστηκε στο διπλανό δωμάτιο : αλεπού ! Ο κοκκινοτρίχης οικονόμος γλίστρησε ξύπνιος ανάμεσα στα έπιπλα και βγήκε στη μονόφθαλμη νύχτα. Ξετύλιξα τις κουβέρτες· έφερα νερό από το ρυάκι· το κερί κάπνιζε πάνω στο τραπέζι της κουζίνας όσην ώρα μελετούσα τον χάρτη. (Η σόμπα τραβούσε ακόμη, κι η λιανισμένη καρέκλα ζεμάτισε το θολό νερό ώσπου να βογκήσει· μα πού ’ναι πάλι το τσάι – ε, βέβαια.) Βάρναου το έλεγαν το ποταμάκι, όπως διαπίστωσα μεταξύ μπισκότου και κορν μπιφ (τυρί θα ήθελα να φάω πάλι: με μυρωδικά, ελβετικό, Ένταμ: ας ήταν και βρομερό Λίμπουργκ !).

Δίπλα, στην αλεπότρυπα : φωτογραφίες στους τοίχους· εικόνες οικογενειακές με σπιτικό χαμόγελο. (Τι λιγδιάρης που είμαι : τρεις φορές να κυλήσω πέρα δώθε έναν σπάγκο στο μπούτι μου, θα βγάλω σίγουρα κερί. – Αύριο συνεπώς μεγάλο διάλειμμα και μπάνιο !)

Ένα πιάνο : ξεδιάλεξα μια χούφτα φάλτσες νότες και αχερόντεια συνονθυλεύματα, no use. Τον Ορφέα θα χρειαζόμουν επειγόντως : με τη λύρα του θα μπορούσε να φέρει ξύλα και κάρβουνα. Ή καμιά μπανιέρα. Βλαστήμησα κοφτά κι ανέβηκα πάλι πάνω.

Μερικοί είχαν όντως τις ταυτότητές τους ακόμη πάνω στα οστέινα στήθη : για ποιον άραγε ; Χώρια που, κι αν δεν ήσαν πλαστές, τις είχαν εκδώσει άφαντοι αρμόδιοι. Κοίταζα για ώρα τη φωτογραφία ενός κοριτσιού, κάτω από τα σπαστά μαλλιά, την μπλούζα : ενώ τώρα είχα πλάι μόνο λίγα κυρτά κόκαλα και μια χούφτα μαλλιά, στ’ αλήθεια καστανόξανθα· στο τέλος θα μείνω μόνος με τον Λεβιάθαν (ή ίσως μόνο εκείνος). Κάτι σιγόσκουζε γύρω από το σπίτι· τα αλεπουδάκια θα τριγυρνούσαν εκεί έξω, οπότε γράπωσα το πελέκι (λίγο πέρα από τη Μαγεντία, στο Γκαουμπικελχάιμ, έπεσα κάποτε πάνω σε έξι λύκους !).

Ξεδίπλωσα τις κουβέρτες και χώθηκα στους κυνηγότοπους της φαντασίας : τον Ιπτάμενο Ολλανδό με τον Οδυσσέα θα έπρεπε να ταυτίσει κανείς σε μία ιστορία. Σηκώθηκε άνεμος και τα ψηλά πεύκα κουβέν­τιαζαν μπάσα και βροντόφωνα. Περιεργείας άξιον πα­ραμένει ότι η ανθρωπότητα χρησιμοποίησε τελικώς και τις τρεις γεωμετρίες στην κοσμοθεωρία της: στους χρόνους του Ομήρου την ευκλείδεια (η οικουμένη ως επίπεδο)· μετά έρχεται εκείνη του Κοσμά, με το terrarium που παριστάνει στην ουσία το τμήμα μιας ψευδόσφαιρας, έχοντας το <βόρειον όρος> για πόλο, η οποία επίσης επικράτησε επί αιώνες· κι εντέλει η γεωειδής επιφάνεια· ενδιαφέρον. Το φεγγάρι φάνηκε θλιμμένο και λαμπρό στο σταυρωμένο παράθυρο. Πέντε χρόνια είχα να δω άνθρωπο αλλά δεν μου καιγόταν καρφί· όπερ δηλοί. Ούτε για διάβασμα δεν έφτανε τούτο το ωχρό φέγγος· έβγαλα ένα βιβλίο από τη βαλιτσούλα : μπα, μόνο τον τίτλο, <Satanstoe>· κούνησα μετά λύπης τα χέρια (βαριόμουν να ανάψω πάλι το φως). Καλύτερα να κοιμηθώ – Το ρολόι ; Έκανε τικ τακ πάνω στο περβάζι. Τέρμα οι σκέψεις. Κι η αλεπού θα θέλει να πέσει για ύπνο, επειδή πίσω από τους τοίχους ακουγόταν ένας ψίθυρος σαν ζωάκι στ’ άχυρα. Ήμουν ασφαλής.

Νύχτα (και οβάλ πετράδι σε υποδοχή εβένινη) : με τίποτε να με πάρει ο ύπνος ! Βλαστήμησα ηλιθιωδώς. Στην αρχή δεν ήθελα, αλλά τελικώς ήπια (λιγάκι)· είναι ζήτημα τύχης τέτοια ενεργητικότητα· εντός ολίγου αποδείχθηκα και πάλι πρώτης τάξεως ανεμοδούρι, ικανός και πρόθυμος για κάθε λογής παραλογισμούς. Ήρεμος ζώστηκα δυο όπλα και

μπλέχτηκα μέσα στη νύχτα : καβγάδισα με κλαδιά, μιμήθηκα φωνές ανθρώπων, ευεργέτησα μούσκλια· θα σκάρισα ίσως τον άνεμο μέσα σε κάποιον θάμνο, καθότι απρόθυμα ανακάτεψε λίγα φύλλα, έκανε κυνηγημένος μια δυο βόλτες κι έσβησε μετά μέσα στο δάσος. Ακόμη και τα πιο μικρά πεύκα κεντούσαν ήδη γύρω τους όπως οι αγριόγατες, αν τα άγγιζες κομμάτι αδέξια (σαν να θέλω και ξύρισμα, αύριο το πρωί). Μου ήρθε κάποια στιγμή μια τέτοια μπόχα που κατέβασα αμέσως το όπλο : αποκλείεται να είναι αυτό φυτό της προκοπής, έτσι μυρίζει μόνο στη ζωολογία! Δεν σκοτίστηκα όμως άλλο και συνέχισα να γυροφέρνω σαν τον κούκο μέσα στο ψηλό δάσος· πήραν πια να αραιώνουν οι κορμοί, θάμνοι καγκέλιζαν στην άκρη. Σκυφτός δρασκέλισα το χαντάκι κι έριξα μια ματιά στον άδειο βάλτο, άγρια απεραντοσύνη, γλυκιά και μονότονη, μες στη μαύρη ακτινοβολία, ώσπου πήρα να τρίβω τους ώμους μου μέσα στο σακάκι. Αυτό είναι το πιο όμορφο στη ζωή : βαθιά νύχτα και φεγγάρι, στου δάσους την άκρη, γαληνεμένα νερά να στραφταλίζουν πέρα, μέσα στην ταπεινή μοναξιά των λιβαδιών – εκειδά κούρνιασα για ώρα πολλή, οκνός, γέρνοντας δεξιά το κεφάλι· πού και πού έπεφτε μακριά, σε απόσταση ωρών, κανένας αστροσπινθήρας, πέρα από το Στελλίχτε· πού και πού με αιφνιδίαζε μια άγαρμπη ανέμισσα και μου ανακάτευε τα μαλλιά σαν καμιά ανήλικη, ξεδιάντροπη ερωμένη· με ακολούθησε μέχρι και όταν κάποια στιγμή χρειάστηκε να πάω πίσω απ’ τους θάμνους.

Ο ουράνιος νιπτήρας του μπαρμπέρη κρεμόταν πλέον από το μπράτσο ενός πεύκου την ώρα που περιφερόμουν από κάτω. Έπρεπε οπωσδήποτε να κινήσω <για το σπίτι>, επειδή προς την ανατολή κάτι ανέμιζε ήδη φαιό και μελανό· ενώ οι θάμνοι στέκονταν εκεί γύρω (και γύρω μου) πια με βλέμμα κενό, λοξοί και υπό επιτήρησιν, εκτός τόπου και χρόνου. Η αυγή κίνησε καταπάνω μου· διότι

ένας πρωινός ήλιος πρόβαλε στρουμπουλός και σφριγηλός σαν πεθερά μέσα από μια συννεφιά παραταγμένη όμοια με κούκλες της Καίτε Κρούζε· έξαλλος του έριξα μια πέτρα, πέρα από το ανάχωμα του τρένου : ματωθεώ, τι φρέσκος και καρδαμωμένος που ’δειχνε ο αλήτης ! – Έπειτα κουκουλώθηκα (και το αλεπουδαριό ξύπνησε τότε και διαμαρτυρήθηκε για τον καινούργιο, ανήσυχο νοικάρη). – Ηρακλής : αρχαίος κοπραγωγεύς (ε, μετά κι απ’ αυτό το επίτευγμα κατάφερα επιτέλους να κοιμηθώ).

Ο ουρανός θρόιζε αδιάκοπα από πάνω μου· τα μαλλιά μου τρέμαν καθώς ξυριζόμουν δίπλα στο παραθύρι. Μέχρι και φρεσκοπλυμένες αλλαξιές βρήκα σ’ ένα ντουλάπι· διενεργήθηκε έλεγχος ποδηλάτου· με λίγες αμείλικτες ψαλιδιές αραίωσα και τη χαίτη μου : μα τι όμορφα και φίνα αγόρια που ’μαστε, ε ; ! Έτοιμος λοιπόν για μια βόλτα στο χωριό, με τουφέκι και ­πελέκι. (Για σιγουριά πήρα μαζί και τα κιάλια τε­λικά.)

Σπίτια του οικισμού, νοστιμούτσικα χτισμένα και στοιχισμένα· κάποια πεύκα είχαν μείνει απείραχτα, αναγ­κάζοντάς με έτσι να σουφρώσω ευμενώς τα χείλη (ενώ κάτω αριστερά ζύγωνε ολοένα ο παφλασμός του ρυακιού, για να χαθεί έπειτα μέσα σε έναν λιβαδότοπο, περνώντας κάτω από μια σιδηροδρομική γέφυρα, συμπαθέστατο !). Ψηλότερα τα πράγματα ήσαν πιο στέρφα, οι μάντρες πιο γυμνές· μια μικρή, κιβωτιόσχημη προθήκη επιδείκνυε δύο ραδιόφωνα· στη συνέχεια ο δρόμος έστριβε πάλι αμέσως δεξιά, και βρέθηκα αγανακτισμένος στην ανοιχτωσιά : όλο οι ίδιες αηδίες !

Μια παραγκούλα : <Παντοπωλείον>. Οπότε μπήκα (μήπως υπήρχε τίποτε φαγώσιμο)· μέσα στο μίζερο δωματιάκι, όμως, μόνο σκόνη αναπαυόταν πάνω στις φαρμακοκίτρινες καραμέλες, ο καφές από καιρό ξεθυμασμένος, οι κονσέρβες φουσκωμένες και σκασμένες (καταχώνιασα τρεις με βοδινό· να δοκιμάσω μετά). Με το πόδι σκάλισα κάτω από τον πάγκο : γιά δες : μπουκάλια ! Ξίδι, ξίδι, λάδι (ας το πάρω αυτό!), ξίδι, ξίδι (μα τι το ’θελαν τόσο ξίδι ; !)· επιτέλους μια φιάλη ηδύποτον Μύνστερλαντ, 32 τοις εκατό, και κούνησα υποτιμητικά το κεφάλι : δεν βαριέσαι, μέσα κι εσύ στο δισάκι ! (Στο αλεύρι και στο ψωμί είναι η δυσκολία ! Πρόκειται όμως για κάτι σχεδόν ανέφικτο !) Μετά έριξα γύρω μου μια βλοσυρή ματιά, κατηφόρισα το δρομάκι και νά με πάλι στο ποδήλατό μου (τι καλά που οι ρόδες ήσαν από συμπαγές λάστιχο, αλλιώς θα αναγκαζόμουν καιρό τώρα να βαδίζω πεζός). Ε, μια βολτίτσα με το ποδήλατο κάνει καλό στα πόδια.

Κύλιση στην κορυφή
Υποβολή έργου προς αξιολόγηση

Οι συγγραφείς που επιθυμούν να υποβάλουν έργο τους προς αξιολόγηση στις εκδόσεις Κίχλη μπορούν να το στείλουν ηλεκτρονικά (σε αρχείο word ή pdf) στην ηλεκτρονική μας διεύθυνση: kichli.publishing@gmail.com

Δεν δεχόμαστε υποβολή έργων ταχυδρομικά.

Κάθε πρόταση θα πρέπει να περιλαμβάνει:

  • το πλήρες έργο (όχι δείγμα / απόσπασμα)
  • περίληψη του έργου (εκτός αν πρόκειται για ποιητική συλλογή)
  • βιογραφικό σημείωμα του συγγραφέα, το οποίο να περιλαμβάνει τυχόν προηγούμενες εκδόσεις ή δημοσιεύσεις τους
  • τα στοιχεία επικοινωνίας του συγγραφέα

Όλα τα χειρόγραφα αξιολογούνται από την ίδια την εκδότρια της Κίχλης. Ο/η συγγραφέας ενημερώνεται για την απόφαση του εκδοτικού οίκου, μόνον εφόσον αυτή είναι θετική, μέσα σε χρονικό διάστημα 4 μηνών. Εφόσον παρέλθει αυτό το χρονικό διάστημα από την ημερομηνία αποστολής και δεν έχετε λάβει απάντηση, η έκδοση του έργου δεν είναι δυνατή.

Διευκρινίζεται ότι τα χειρόγραφα δεν επιστρέφονται.