DANA GRICORCEA «ΚΑΠΟΙΟΙ ΔΕΝ ΠΕΘΑΙΝΟΥΝ» Μετάφραση: Γιάννης Καλιφατίδης

Για το μυθιστόρημά της, η συγγραφέας απέσπασε το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας της Ελβετίας (2022).

Εἴμαστε ἕνα αἷμα 

[…]

Ὁμολογῶ πὼς ὅταν ἔφυγε ὁ Ἄτα, ἔμεινα καθισμένη στὴ θέση μου, περιμένοντας πῶς καὶ πῶς νὰ νυχτώσει, κυριευμένη ἀπὸ τὸν πόθο νὰ ξανασμίξω μὲ τὸν νυχτερινό μου ἐπισκέπτη καὶ νὰ ἀφεθῶ στὰ γνώριμα χέρια του. Ὡστόσο, τότε δὲν ἤξερα ἀκόμα γιατί περίμενα μὲ τόση λαχτάρα τὴ νύχτα καί, στὴν προσπάθεια νὰ σᾶς δώσω μιὰ ἐξήγηση, μὲ πιάνει τέτοιος ἐκνευρισμός, ποὺ χάνω τὸν εἱρμὸ τῆς σκέψης μου. Ἑπομένως, ἴσως εἶναι καλύτερα νὰ ἀρκεστῶ στὰ γεγονότα, νὰ μιλήσω μόνο γιὰ ὅ,τι πρα-γματικὰ συνέβη – κι ἂς κρίνει ὁ καθένας σας μόνος του, κατὰ προτίμηση, ὁ καθένας γιὰ τὸν ἑαυτό του, ἀφοῦ ὅλοι μας ἔχουμε πικρὴ πείρα ἀπὸ ἀξιωματικὲς κρίσεις καὶ αὐθαίρετες ἀποφάνσεις.

     Περίμενα, λοιπόν, πῶς καὶ πῶς νὰ νυχτώσει, παρατηρώντας σχεδὸν μὲ λαγνεία τὸ φῶς γύρω μου νὰ λιγοστεύει, τὶς μαβιὲς ἀνταύγειες τοῦ δειλινοῦ στὰ παράθυρα τῶν ἀκατοίκητων σπιτιῶν, τὶς τελευ-ταῖες ἀναλαμπὲς τοῦ ἥλιου νὰ βάφουν κόκκινους τοὺς σκελετοὺς τῶν γερανῶν, τὸ σκοτάδι νὰ σέρ-νεται ἀργὰ πάνω ἀπὸ τὶς κορυφὲς καὶ τὶς πλαγιὲς τῶν βουνῶν καὶ νὰ τυλίγει τὸ γειτονικὸ δάσος στὸ ἐβένινο πέπλο του.

     Μὲ τὸν ἐρχομὸ τῆς νύχτας, ἀμέτρητες νυχτερίδες ξεχύθηκαν μὲ μακρόσυρτες τσιριχτὲς κραυγὲς ἀπὸ τὰ δέντρα καὶ τὰ γιαπιά, ἐνῶ ἀπὸ τὸν κατασκότεινο κῆπο σηκώθηκε μιὰ ἀποπνικτικὴ ζέστη, καὶ μαζί της τὸ γλυκερὸ ἄρωμα ποὺ σκόρπιζαν τὰ μαραμένα λουλούδια. Πάνω ἀπὸ τὸ Μπ. τὸ φεγγάρι ἔλαμπε χλωμὸ σὰν λυχνία LED στὴν ὀροφὴ ἑνὸς σπηλαίου.

    Θά ’ταν περασμένα μεσάνυχτα ὅταν γδύθηκα καὶ ξάπλωσα στὸ κρεβάτι. Στὸ σπίτι βασίλευε νεκρικὴ σιγή, ἀλλὰ ἡ σιωπηλὴ κραυγὴ τοῦ πόθου μου ἀντηχοῦσε ἀπὸ κάθε γωνιά. Τὸ τσαλακωμένο κατωσέντονο εἶχε μουσκέψει στὸν ἱδρώτα καὶ τριβόταν στὴν πλάτη μου. Ἄκουγα τὴν ἀνάσα μου νὰ βγαίνει ρηχή, πασχίζοντας νὰ μείνω ξύπνια.

    Μοιάζοντας νὰ παραμερίζει τὰ ἔπιπλα στὸ διάβα του, τὸ φεγγαρόφωτο χάραζε τὸ ἀσημένιο μονοπάτι του ἀνάμεσα στὸ ἀνοιχτὸ παράθυρο καὶ στὸ κρεβάτι ἀφήνοντας ἕνα ἀχνὸ τετράγωνο πάνω στὰ στρωσίδια μου.

     Ἔκανα πὼς κοιμόμουν βαθιὰ καὶ τὰ ἔβλεπα ὅλα στὸ ὄνειρό μου – ἀκόμα κι ἐκεῖνον, ποὺ σύρθηκε πρὸς τὸ μέρος μου τυλιγμένος σ’ ἕνα πράσινο σύννεφο καπνοῦ, πλημμυρίζοντας τὸ δωμάτιο στὸ βαρὺ ἄρωμα τοῦ μοσχολίβανου. Μύριζε πράγματι λιβάνι· θὰ ἀναγνώριζα τὴ μυρωδιὰ μὲ κλειστὰ μά-τια, ἀλλὰ μοῦ φάνηκε τόσο πνιγηρὴ καὶ γλυκερή, λὲς καὶ ἦταν τὸ καμουφλὰζ γιὰ κάτι ἄλλο.

     Οἱ τεντωμένες κεραῖες μου ἔπιασαν ἕνα σύρσιμο στοὺς τοίχους καὶ μιὰ παγερὴ ὑγρασία νὰ ποτίζει τὰ πάντα. Στὴ λάβρα τῆς καλοκαιρινῆς νύχτας, ἔνιωθα κρυάδες καὶ μετὰ πάλι ἐξάψεις, λὲς καὶ χιλιάδες πυρωμένες βελόνες μπήγονταν κάτω ἀπὸ τὶς μασχάλες μου, ἀνάμεσα στὰ πόδια, στὰ χείλη καὶ στὸν οὐρανίσκο, σὲ κάθε ἔκθετη κοιλότητα τοῦ κορμιοῦ μου, ὅπου τὸ δέρμα τριβόταν μὲ τὸ δέρ-μα.

     Τὸν ἄκουσα νὰ δρασκελίζει τὸ περβάζι τοῦ παραθύρου, νὰ γλιστρᾶ σὰν τὸν κλέφτη κάτω ἀπὸ τὰ στρωσίδια, μὲ τὴ μακρόσυρτη ἀνάσα του νὰ πνίγει τοὺς ἀναστεναγμούς μου.

     «Ἔλα!» εἶπα μὲ τόλμη, ἀλλὰ σὰν νὰ παραμιλοῦσα στὸν ὕπνο μου. «Ἔλα, λοιπόν!»

     Καὶ μεμιᾶς, ρίχτηκε πάνω μου μὲ ἀνθρώπινη μορφή, γιὰ νὰ μὲ πλακώσει μὲ ὅλο του τὸ βάρος.

     Στὸ πρῶτο μας ἄγγιγμα, ἔνιωσα νὰ παραλύω ἀπὸ τὴν ἀηδία. Τὸ δέρμα του ἦταν λεῖο καὶ χλιαρὸ σὰν μαρμάρινο ἄγαλμα περασμένο μὲ κερί. Κρατώντας τὰ μάτια σφαλιστά, τράβηξα ἀπότομα τὰ χέρια μου ἀπὸ πάνω του. Μύριζε μοσχολίβανο καὶ κλεισούρα, σὰν τὴν οὐρὰ τοῦ βαλσαμωμένου σκίουρου στὸ κελάρι τῆς βίλας, ἀλλὰ ἀνέδιδε καὶ μιὰ μυρωδιὰ σκουριασμένου χαλκοῦ, ὅπως κάποια ἀπὸ τὰ κολιὲ τῆς Μαμάργκο. Κι ὅμως, ἄφησα τὴ μυρωδιά του νὰ μὲ συνεπάρει. Πίεσα τοὺς ἀγκῶνες στὸ στρῶμα καὶ ἀνασήκωσα τὴ λεκάνη.

     «Ἔλα!» ξαναεῖπα κι ἔνιωσα ἕνα ζεστὸ κύμα ἀπὸ ψιθυριστοὺς μὰ ἀκατάληπτους φθόγγους νὰ μοῦ γαργαλᾶνε τὸ αὐτί, σὰν νὰ ἀντηχοῦσαν ἀπὸ τὰ ἀπύθμενα βάθη μιᾶς ἀβύσσου.

     Ἤθελα νὰ πῶ καὶ κάτι ἀκόμα, μὰ τὴν ἴδια στιγμὴ μὲ διαπέρασε ἕνα παγερὸ ρίγος, καὶ τὰ λόγια δέθηκαν κόμπος στὸ λαρύγγι μου. Σπαρταρώντας ἀπὸ ἡδονή, ἄφησα νὰ μοῦ ξεφύγει ἕνα βογκητὸ καὶ τίναξα τὰ χέρια μου πρὸς τὰ πίσω, προτοῦ γραπωθῶ γερὰ ἀπὸ πάνω του, πιέζοντας τὸ κορμί μου στὸ δικό του. Ὕστερα τὸν ἔσπρωξα μακριά μου καὶ γύρισα μπρούμυτα ἀπὸ κάτω του, ἐνῶ ἐκεῖνος συνέ-χιζε δίχως νὰ χάνει τὸν ρυθμό του, μὲ μιὰ ἀμείωτη δύναμη ποὺ ἔμοιαζε νὰ εἶναι ἀποκύημα τῆς φαντασίας μου.

     Εἶχα μεθύσει, ἀλλὰ δὲν ἔλεγα νὰ χορτάσω τὴ δίψα μου. ᾽Ακόμα καὶ ὅταν ἦρθε ἡ ἐξάντληση, ἔφερε μαζί της ἕναν ἀνικανοποίητο πόθο.

     Τὸ κορμί του ἦταν χλιαρὸ καὶ τόσο λεῖο, ποὺ ἀκόμα καὶ ὁ ἱδρώτας μου γλιστροῦσε ἀπὸ πάνω του.

     Μὲς στὸ ἄγριο πάθος μας, δὲν φιληθήκαμε οὔτε μία φορὰ στὰ χείλη, ἀλλὰ μόλις εἶδα τὴ θηλή του μέσα ἀπὸ τὰ μισάνοιχτα μάτια μου, ἔπιασα νὰ τὴ βυζαίνω καὶ νὰ τὴ δαγκώνω μὲ ἄγρια λύσσα, ὥσπου τὸ χλιαρὸ αἷμα τινάχτηκε σὰν πίδακας στὸ στόμα μου κι ἔμεινε νὰ κολλάει στὴ γλώσσα μου.

     «Εἴμαστε ἕνα αἷμα», ψιθύρισε, ἐνῶ συνέχιζα νὰ τοῦ βυζαίνω τὴ θηλή, ὥσπου μὲ ἔσπρωξε ἀπὸ πάνω του καὶ σηκώθηκε ἀπὸ τὸ κρεβάτι μὲ μιὰ ἀποφασιστικὴ κίνηση, ἕνα φάντασμα τυλιγμένο στὰ μαῦρα, ἕνας γκρίζος ἴσκιος στὸ φεγγαρόφωτο.

     «Μὴ φεύγεις, σὲ παρακαλῶ, μὴ φεύγεις!» Ἔτρεμα σύγκορμη, ἤθελα νὰ πῶ κάτι ἀκόμα – ἀλλὰ τί; Μάταια πάσχιζα νὰ θυμηθῶ. Ἤθελα νὰ ἀραδιάσω φράσεις ἀπὸ βιβλία, νὰ τοῦ μιλήσω γιὰ τὴ γυναίκα ποὺ σχεδιάζει στὸν τοῖχο τὴ σιλουέτα τοῦ ἐραστῆ της – τὴν ἀπαρχὴ τῆς ζωγραφικῆς.

     Ἤθελα νὰ πῶ κάτι ἀκόμα, μὰ ἐκεῖνος στεκόταν κιόλας ὁλομόναχος στὸ ἄνοιγμα τοῦ παραθύρου, χωρὶς νὰ ρίχνει καμιὰ σκιά.

     Ἔκανα νὰ τὸν ἁρπάξω ἀπὸ τὴ μαύρη κάπα του, μὰ εἶχε κιόλας φύγει. Τώρα ἐγὼ ἤμουν ἐκείνη ποὺ στεκόταν στὸ παράθυρο μονάχη, στὸ χέρι μιὰ χούφτα μαῦρο καπνό, ποὺ σκόρπισε μονομιᾶς στὸ σκοτάδι.

     Ὅταν ἄνοιξα τὰ μάτια, βρισκόμουν ξαπλωμένη στὸ κρεβάτι μου σὲ μιὰ ἀλλόκοτη στάση, σὰν ξεβιδωμένη κούκλα. Δὲν μποροῦσα νὰ ἀναγνωρίσω οὔτε τὸ δωμάτιο οὔτε τὴ θέση τῶν ἐπίπλων. Τὸ στόμα μου ἦταν ξερό, καὶ μιὰ ἁψιὰ γεύση μοῦ γαργαλοῦσε τὸν οὐρανίσκο, σὰν νὰ εἶχα φάει μπόλικο σκόρδο.

Η μετάφραση του βιβλίου επιδοτήθηκε από το Ελβετικό Ίδρυμα Πολιτισμού Pro Helvetia.

Κύλιση στην κορυφή
Υποβολή έργου προς αξιολόγηση

Οι συγγραφείς που επιθυμούν να υποβάλουν έργο τους προς αξιολόγηση στις εκδόσεις Κίχλη μπορούν να το στείλουν ηλεκτρονικά (σε αρχείο word ή pdf) στην ηλεκτρονική μας διεύθυνση: kichli.publishing@gmail.com

Δεν δεχόμαστε υποβολή έργων ταχυδρομικά.

Κάθε πρόταση θα πρέπει να περιλαμβάνει:

  • το πλήρες έργο (όχι δείγμα / απόσπασμα)
  • περίληψη του έργου (εκτός αν πρόκειται για ποιητική συλλογή)
  • βιογραφικό σημείωμα του συγγραφέα, το οποίο να περιλαμβάνει τυχόν προηγούμενες εκδόσεις ή δημοσιεύσεις τους
  • τα στοιχεία επικοινωνίας του συγγραφέα

Όλα τα χειρόγραφα αξιολογούνται από την ίδια την εκδότρια της Κίχλης. Ο/η συγγραφέας ενημερώνεται για την απόφαση του εκδοτικού οίκου, μόνον εφόσον αυτή είναι θετική, μέσα σε χρονικό διάστημα 4 μηνών. Εφόσον παρέλθει αυτό το χρονικό διάστημα από την ημερομηνία αποστολής και δεν έχετε λάβει απάντηση, η έκδοση του έργου δεν είναι δυνατή.

Διευκρινίζεται ότι τα χειρόγραφα δεν επιστρέφονται.