Ἀγόρω
Την ἔβαλε να καθίσει σὲ μιὰ ξύλινη καρέκλα στὴν αὐλή, κάτω ἀπὸ τὴ συκαμιά. Ἔπειτα τῆς ἔφερε τὸν καφέ της. Στὴν ἴδια θέση ἐδῶ καὶ χρόνια. Ἀπέφευγε νὰ τὴ φωνάζει μὲ τὸ ὄνομά της, ἀπὸ φόβο μὴν ξυπνήσει μέσα της τὰ παλιά. Τῆς ἔλεγε μόνο τὰ ἀπολύτως ἀπαραίτητα, «ἔλα, σήκω», «πᾶμε ἔξω», «κάτσε». Καὶ ἡ Ἀγόρω ἀκολουθοῦσε τὴ μεγαλύτερη ἀδερφή της χωρὶς καμία ἀντίρρηση.
Ἡ Ἀγόρω ἦταν τὸ τέταρτο κορίτσι στὴ σειρά. Στὴ γέννα της, ὁ πατέρας της περίμενε ἔξω ἀπὸ τὴν κάμαρα νὰ τοῦ φέρουν τὸ μαντάτο. Περπατοῦσε ἀσταμάτητα πάνω κάτω. Δὲν μποροῦσε νὰ κρύψει τὴν ἀγωνία του, ἤθελε ἀγόρι. Μόλις ξεπρόβαλε ἡ μαμὴ στὴν πόρτα καὶ εἶπε «πάλι κορίτσι εἶναι, Βαγγέλη», ἐκεῖνος κοκάλωσε. «Δὲν εἶναι αἷμα δικό μου!» φώναξε. Ἔβγαλε τὴν ἁρμαθιὰ μὲ τὰ κλειδιὰ ἀπὸ τὴν τσέπη καὶ τὴν πέταξε πάνω στὸ τζαμένιο παραθυρόφυλλο.
Τρεῖς μέρες μετὰ τὴ γέννηση τῆς Ἀγόρως, οἱ γυναῖκες τοῦ σπιτιοῦ ἔδιωξαν τοὺς ἄντρες καὶ κάθισαν γύρω ἀπὸ τὴν κούνια της. Ἦταν ὅλες ντυμένες στὰ μαῦρα, ἀλλὰ στὸ κεφάλι φοροῦσαν πολύχρωμα μαντίλια. Θέλησαν νὰ τῆς μοιράσουν τὸ μερίδιο στὴ ζωή, σὰν τὶς ἀρχαῖες Μοῖρες. Τῆς τραγούδησαν μόνο μοιρολόγια: ἡ βάβω της τὰ πάθια της τὰ περασμένα, ἡ μάνα της τὰ τωρινὰ καὶ ἡ μεγαλύτερη ἀδερφή της, ποὺ ἔμπαινε στὰ δεκαπέντε, τὰ μελλοντικά. Τὰ τραγούδησαν μὲ τέτοιο σπαραγμὸ στὴ φωνή, ποὺ ὅποιος περνοῦσε ἔξω ἀπὸ τὴν πόρτα θὰ πίστευε ὅτι τὸ κορίτσι ἦταν ἤδη πεθαμένο. Τὴν εἶπαν Ἀγόρω. Τῆς διάλεξαν τὴ μοίρα της, ὁρίζοντάς της νὰ παίρνει ἐκείνη πάνω της τὸ κακὸ ποὺ χρόνια τώρα βάραινε τὴ μάνα της. Ἔπειτα τὴν ἔντυσαν κατάσαρκα μ’ ἕνα κομμάτι ἀπὸ τὴ νυχτικιὰ ποὺ φόραγε ἐκείνη ὅταν τὴν ἔπιασε στὴ μήτρα της. Ἀπ’ ὅταν κατάλαβε τὸν ἑαυτό της, ἡ Ἀγόρω ἔνιωσε ὅτι τὸ ροῦχο τοῦτο ἦταν ἱερὸ καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ τὸ μαγαρίσει. Τὸ τραβοῦσε προσεκτικὰ κάθε βράδυ ἀπὸ τὴ μιά του ἄκρη καὶ τὸ πιπίλαγε γιὰ νὰ κοιμηθεῖ. Πρὶν ξημερώσει, τὸ ἔβαζε πάλι κάτω ἀπὸ τὰ ροῦχα της.
Ὅταν ἔγινε πέντε χρονῶν, ἡ μάνα της ἔπιασε ξανὰ παιδί. Τῆς ζήτησαν νὰ χρησμοδοτήσει. Ἡ Ἀγόρω ἀκούμπησε ἁπαλὰ τὸ αὐτὶ στὴν κοιλιά της, ἀφουγκράστηκε αὐτὸ ποὺ κρυβόταν στὸ βάθος καὶ ἔγνεψε καταφατικά. Ὁ πατέρας της πετάχτηκε πάνω, ἄρχισε νὰ φωνάζει «τὸ σπίτι μου ἀντρειεύτηκε», τὴν ἀνέβασε στοὺς ὤμους του καὶ διέγραψε κάμποσους κύκλους ἐπιτόπου. ῞Οταν ἄκουσαν τὶς φωνὲς καὶ τὰ πανηγύρια, οἱ τρεῖς μεγαλύτερες ἀδερφὲς κατάλαβαν πὼς ἡ δική τους θέση θὰ ἦταν γιὰ πάντα στὸν νεροχύτη καὶ τὰ χωράφια, ἐνῶ τῆς Ἀγόρως δίπλα στὸ κρεβάτι τῆς μάνας τους. Ἀπὸ τὴ μέρα ἐκείνη ἔπαψαν νὰ τῆς μιλοῦν, τὴ δάγκωναν στὰ κρυφά, τῆς ξερίζωναν τὰ μαλλιὰ ὅταν τὴ χτένιζαν καὶ τῆς ἔριχναν καυτὸ νερὸ στὸ κορμὶ γιὰ νὰ τὴν πλύνουν. Ἡ Ἀγόρω ἔβρισκε καταφύγιο στὴν κάμαρα τῶν γονιῶν της καὶ μὲ τὸν καιρὸ ἔβγαινε ὅλο καὶ πιὸ σπάνια ἀπὸ ἐκεῖ. Στὰ χρόνια ποὺ ἀκολούθησαν, παρακολούθησε ἀπὸ κοντὰ ὅλες τὶς ἀγορογέννες τῆς μάνας της. Καθόταν ἀνακούρκουδα κοντὰ στὴν κουρτίνα, ἔτσι ποὺ νὰ μπορεῖ νὰ κρύβεται πίσω ἀπὸ τὸ ὕφασμα, ὅταν τὸ ματωμένο αἰδοῖο τῆς καλόγεννης ξεπρόβαλλε σὲ πλήρη θέα κάτω ἀπὸ τὸ σεντόνι, καὶ ἦταν τέτοιος ὁ τρόμος ἀπὸ τὶς φωνές της, ποὺ τὶς ἔνιωθε νὰ πέφτουν στὸ πρόσωπο καὶ τὸ κορμί της σὰν ἀπανωτὲς βιτσιές. Εὐτυχῶς, ἡ μάνα της ἦταν γυναίκα μὲ φαρδιοὺς γοφούς, γεννοῦσε χωρὶς ἰδιαίτερη βοήθεια καὶ τὸ μαρτύριο δὲν διαρκοῦσε πολύ. Μόλις τὰ ἀγόρια γλιστροῦσαν ἀνάμεσα στὰ μπούτια της, τοὺς ἔδενε τὸν ὀμφάλιο λῶρο μὲ μιὰ καλτσοδέτα, τοὺς φοροῦσε μαῦρο σκουφὶ στὸ κεφάλι καὶ τὰ σκέπαζε μὲ ἕνα μαῦρο σεντόνι γιὰ τὸ μάτι. Ἡ Ἀγόρω ξεπεταγόταν τότε ἀπὸ τὴν κρυψώνα της κι ἔτρεχε στὸν πατέρα της γιὰ τὰ συχαρίκια. Ἐκεῖνος, μαζὶ μὲ τὸ φιλὶ στὸ μάγουλο, ἔβγαζε καὶ τῆς ἔδινε τρία πεντάδραχμα.
Μέχρι ποὺ ἔκλεισε τὰ δεκατρία, κοιμότανε στὴν κάμαρα τῶν γονιῶν της. Τὰ ἀτέλειωτα βράδια τοῦ χειμώνα, ἄκουγε τὰ ἀγκομαχητά τους καὶ ἤξερε ὅτι τὸ ἑπόμενο φθινόπωρο ἡ μάνα της θὰ γεννοῦσε ἕνα ἀκόμα παιδί. Ὣς τότε τὴν ἔτρωγε ἡ ἔγνοια, ἂν θὰ μπορέσει νὰ ξορκίσει καὶ πάλι τὸ κακό. Ἔμενε ἄυπνη μερόνυχτα. Τὰ πρωινὰ μετροῦσε καὶ ξαναμετροῦσε τὰ πεντάδραχμα ποὺ τῆς εἶχε χαρίσει ὁ πατέρας της καὶ τὰ βράδια πάλευε μὲ τὰ θηλυκὰ δαιμόνια γύρω ἀπὸ τὸ κρεβάτι της. Πότε μὲ ἀπειλὲς πότε μὲ παρακάλια, τοὺς ζητοῦσε νὰ πάρουν πίσω τὸ κακὸ ποὺ εἶχαν κάνει στὴ μάνα της καὶ νὰ ἀποκαταστήσουν τὴ ζημιὰ μ’ ἕνα ἀκόμα ἀγόρι. Ζοῦσε περιμένοντας τὴν καινούργια ζωὴ ποὺ θὰ τῆς ἔδειχνε ὅτι ἄξιζε νὰ ζεῖ. Ἦταν αὐτὴ ἡ ἀναμονὴ μιὰ ἀφόρητη πληγή, σὰν ἕνα χρόνιο ἔκζεμα στὴν πλάτη, ποὺ δὲν ἔφτανε νὰ τὸ ξύσει.
Ὅταν ἡ μάνα της σταμάτησε νὰ γεννᾶ, τὴν ἔβαλε στὴν κάμαρα μὲ τὶς ἀδερφές της. Ἐκεῖνες ἔπαψαν νὰ τὴ λένε Ἀγόρω. Τὴ φώναζαν «ἡ σερνικιά». Τῆς ἔκοψαν σύρριζα τὰ μαλλιὰ καὶ τῆς ἔδεσαν σφιχτὰ τὸ στῆθος μὲ φαρδιὰ πανιά. Τὰ ἀπογεύματα τὴν ἔβγαζαν στὸν δρόμο. Ἡ Ἀγόρω ἤθελε πιὸ πολὺ νὰ παίζει μὲ τὰ ἀγόρια, ἀλλὰ δὲν ἤξερε πῶς νὰ τὸ κάνει αὐτό. Ἐκεῖνα τὴν περιγελοῦσαν καὶ αὐτὴ κρυβόταν στὶς γωνιὲς μέχρι νὰ σκοτεινιάσει. Ὅταν ἔνιωσε ὅτι εἶχε μέσα της ἕνα ἀγόρι, ἀλλὰ καὶ μιὰ κόκκινη σχισμὴ ἀνάμεσα στὰ πόδια, ἴδια μὲ αὐτὴ τῆς μάνας της, τὴν ἔπιασε τρόμος. Τρόμος γιὰ τὴν παράξενη φύση της, ποὺ τῆς εἶχε χαρίσει γιὰ χρόνια ὁλόκληρα πεντάδραχμα καὶ φιλιὰ στὸ μάγουλο καὶ ποὺ τώρα τὴν παίδευε μὲ ἀβεβαιότητες καὶ κοροϊδίες.
Δὲν τὴ χώραγε πιὰ ὁ τόπος. Στὴν ἀρχὴ ἔφευγε τὴ μέρα. Μετὰ ἄρχισε νὰ φεύγει καὶ τὴ νύχτα. Τὴν ἔβρισκαν οἱ τσοπάνηδες νὰ σεργιανάει σὰν χαμένη στὶς πλαγιὲς καὶ τὴν ἔφερναν πίσω. Κακοπαθημένη. Ἡ μάνα της φοβήθηκε. Ζήτησε ἀπὸ τὶς ἀδερφές της νὰ τῆς κλειδώνουν τὰ βράδια τὴν πόρτα. Ἡ Ἀγόρω ἔπαιρνε φόρα καὶ ἔπεφτε πάνω της μὲ μανία. Οὔρλιαζε, ἕνα οὐρλιαχτὸ λαβωμένο, ποὺ ἀγρίευε τὶς ἀδερφές της. Ἀποφάσισαν νὰ τὴ βάλουν σὲ μιὰ καμαρούλα στὸ πίσω μέρος τοῦ σπιτιοῦ ποὺ ἔβλεπε στὸ βουνό. Στὴν ἀρχὴ κοπάναγε ἐπίμονα τὴν πόρτα. Μετὰ τὸ πῆρε ἀπόφαση. Καθόταν πάνω στὸ κρεβάτι της ἀσάλευτη καὶ ἀμίλητη. Εἶχε πάψει νὰ παλεύει στὰ φανερὰ μὲ τὰ περιγελάσματα καὶ τὰ θηλυκὰ στοιχειά. Ἀλλὰ ποιός ξέρει τί πόλεμος γίνονταν μέσα της… Μόνο ἂν τὴν κοίταγες καλὰ στὰ μάτια, τὴν ὥρα ποὺ καθόταν κάτω ἀπὸ τὴ συκαμιά, ἔβλεπες τὴν ἀντάρα του.
