
Ἄικο, ἡ ἀγαπητὴ κόρη
Ο Κουσινόγκι Μαγιαμοῦνε, ἰσχυρὸς φεουδάρχης στὴν πεδιάδα τοῦ Κάντο στὴν κεντρικὴ Χονσού, ἐφορμοῦσε στὶς μάχες μὲ τὰ γειτονικὰ σογκουνάτα κρατώντας τὰ χαλινάρια τοῦ ἀλόγου μόνο μὲ τὸ δεξί του χέρι. Ὅλοι τὸν ἔλεγαν ὁ «μονόχειρας πολεμιστής», ἀλλὰ κανεὶς δὲν ἤξερε μὲ σιγουριὰ πῶς ἔχασε τὸ χέρι του. Φῆμες διαδίδονταν πώς, ὅταν τὸ ἔνιωσε νὰ κρέμεται ἀπὸ τὸν ὦμο του στὴ μάχη, τὸ ξερίζωσε μὲ ἕνα βίαιο τράβηγμα καὶ τὸ πέταξε μακριά, ὥστε νὰ συνεχίσει νὰ καρφώνει τὸν ἐχθρὸ προσηλωμένος στὸ δεξὶ χέρι ποὺ τοῦ εἶχε ἀπομείνει.
Αὐτὸ ποὺ ἕως σήμερα ἐλάχιστοι γνωρίζουν εἶναι ἡ μέθοδος ποὺ χρησιμοποιοῦσε γιὰ νὰ διαλέγει τὶς παλλακίδες του. Παρόλο ποὺ δὲν ἀνῆκε στὸ ἰαπωνικὸ πάνθεο, μετερχόταν μεθόδους θεϊκῆς προέλευσης γιὰ νὰ ρίχνει στὸ κρεβάτι του τὰ κορίτσια. Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ πεῖ μὲ βεβαιότητα ἐὰν ὁ ἀδίστακτος αὐτὸς ἄντρας γνώριζε τὸν ἀρχαῖο ἑλληνικὸ μύθο τῆς ἁρπαγῆς τῆς Περσεφόνης καὶ ἁπλῶς ἀντέγραφε τὸν Πλούτωνα, ἢ ἐπρόκειτο γιὰ προσωπικὴ διαστροφή. Ἡ μέθοδός του ἔγινε γνωστὴ ἀπὸ τὸ σημειωματάριο ποὺ ἄφησε πίσω της ἡ Ἄικο, ἡ τελευταία του παλλακίδα. Ἀνάμεσα στὶς ἀσκήσεις καλλιγραφίας καὶ τὰ ποιήματα, μπορεῖ κανεὶς νὰ παρακολουθήσει ὅλο τὸ σκηνικὸ τῆς ἁρπαγῆς της ἀπὸ τὸν πολεμοχαρὴ Μαγιαμοῦνε. Ἂν καὶ ὑπὸ τὸν φόβο τοῦ σπαθιοῦ στὸν τρυφερὸ λαιμό της ἀφη-γεῖται μὲ τὴν ἀντικειμενικότητα χρονογράφου ὅλα ὅσα ἔζησε, ὁ ἀναγνώστης μπορεῖ εὔκολα νὰ δια-κρίνει πίσω ἀπὸ τὶς λέξεις τὸ τρέμουλο τῆς ἀγωνίας γιὰ τὴ μοίρα της. Καὶ ἐπειδὴ τὸ τελετουργικὸ τῆς ἁρπαγῆς τῶν κοριτσιῶν τῆς πεδιάδας τοῦ Κάντο ἀπὸ τὸν ἄρχοντα Μαγιαμοῦνε δὲν εἶναι πλέον μυστικό, στὴν ἀφήγηση ποὺ ἀκολουθεῖ δὲν θὰ σταθῶ τόσο στὰ ἐπιμέρους στάδια ὅσο στὸν θεῖο τρό-μο ποὺ αὐτὰ ἐνέπνευσαν στὴν ψυχὴ τῆς Ἄικο.
Ἡ προετοιμασία
Κάθε τρία χρόνια, στὶς ἀρχὲς τοῦ Ἀπρίλη, ὅταν οἱ κερασιὲς πετοῦσαν τὰ πρῶτα τους μπουμπούκια, ὁ Μουρόγκα Μασαγιούκι, πρωτοσύμβουλος τοῦ Μαγιαμοῦνε, μὲ τὸ σπαθὶ περασμένο στὴ ζώνη του καὶ τὸ καμποῦτο στὸ κεφάλι, ὄργωνε ὅλο τὸ σογκουνάτο πάνω στὴ ράχη τοῦ ἀλόγου του καὶ διαλα-λοῦσε ξεδιάντροπα μὲ τὴ σάλπιγγα τὶς ὀρέξεις τοῦ κυρίου του: οἱ κοπέλες ἡλικίας δεκατριῶν ἕως δε-κάξι ἐτῶν θὰ ἔπρεπε νὰ βρίσκονται ἔξω ἀπὸ τὴν πύλη τοῦ κάστρου λίγο πρὶν ἀνατείλει ὁ ἥλιος, σὲ ἑπτὰ ἡμέρες ἀκριβῶς.
Τὴν ἑβδομάδα ποὺ μεσολάβησε, ἡ Ἄικο, ποὺ εἶχε πατήσει τὰ δεκαπέντε, καθόταν μὲ τὶς ὧρες κάτω ἀπὸ τὴν ἀνθισμένη κερασιὰ στὴν αὐλὴ τοῦ σπιτιοῦ της. Κοιτάζοντας μὲ τὰ ὑγρά της μάτια πίσω ἀπὸ τὶς λευκὲς ταξιανθίες, ἔβλεπε τὸ βλοσυρὸ βλέμμα τῆς μάνας τοῦ Μαγιαμοῦνε νὰ τὴν ἀκολουθεῖ σὲ κάθε της βῆμα, τὰ γυαλιστερὰ μαῦρα μαλλιά της μαζεμένα σὲ ἕνα σφιχτὸ σινιὸν σὲ στὺλ σιμάντα, τὸν ἀκίνητο ὕπνο της γιὰ νὰ μὴν τῆς ξεφύγει οὔτε μιὰ τρίχα καὶ τὰ ματωμένα δάχτυλα τοῦ κομμένου χεριοῦ τοῦ Μαγιαμοῦνε νὰ παίζουν ἐπίμονα μὲ τὶς ρῶγες τοῦ στήθους της μέχρι νὰ πάρει τὸ αἷμα του φωτιά.
Ἑπτὰ ὁλόκληρες ἡμέρες, ἡ καρδιὰ τῆς Ἄικο δοκίμαζε πότε τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ περάσει ἀπαρατή-ρητη ἀπὸ τὸν Μαγιαμοῦνε στὸ πρῶτο ξεδιάλεγμα, πότε τὸν τρόμο ὅτι θὰ ἦταν αὐτὴ ποὺ θὰ ξάπλωνε τὰ βράδια δίπλα στὸ κομμένο χέρι του. Καὶ ὅσο ἔβλεπε τὴ μάνα της, τὴν Τσίο, λεπτὴ καὶ μικροκαμω-μένη, νὰ μπαινοβγαίνει μὲ τὸ ἴδιο πάντα ἀνάλαφρο βῆμα στὴν κουζίνα, ἀναρωτιόταν ἂν εἶχε μιὰ στάλα ἀγωνία γιὰ τὴν τύχη της. Ἂν ἔνιωθε, ὅπως αὐτή, τὸν ἐφιάλτη τοῦ κομμένου χεριοῦ στὸν ὕπνο της, ἂν ἤξερε ὅτι θὰ προτιμοῦσε χίλιες φορὲς νὰ κάθεται στὸ τατάμι μὲ τὴν πλάτη της στηριγμένη στὸν σάκο τοῦ ρυζιοῦ καὶ νὰ ζεσταίνεται στὴ φωτιὰ ἀπὸ ξύλα μπαμπού, παρὰ νὰ παίρνει πόζες αἰσθησιακῆς χορεύτριας μπροστὰ στὸ ξελιγωμένο βλέμμα τοῦ Μαγιαμοῦνε.
Τὴν παραμονὴ τῆς καθορισμένης ἡμέρας, ἡ Τσίο τῆς ζήτησε νὰ καθίσει σὲ ἕνα σκαμνάκι ἀπὸ μπα-μποὺ στὴ μέση τοῦ δωματίου. Πέρασε ἁπαλὰ τὴ δεξιά της παλάμη πάνω ἀπὸ τὸ λευκὸ καὶ διάφανο δέρμα τοῦ προσώπου της, διέγραψε μικροὺς κύκλους μὲ τὰ δάχτυλα τῶν χεριῶν της γύρω ἀπὸ τὰ ἔντονα ζυγωματικὰ τῆς κόρης της καὶ τὴν κοίταξε τρυφερὰ στὰ μάτια, ποὺ ἦταν φορτωμένα μὲ δάκρυα σὰν τὰ σύννεφα τοῦ φθινοπώρου. Ἔσκυψε, τῆς ἔτριψε τὰ πέλματα τῶν ποδιῶν μὲ βούρτσα ἀπὸ σκληρὴ γουρουνότριχα, ἔλουσε τὰ κατάμαυρα μαλλιά της μὲ χέρια στοργικὰ καί, ἀφοῦ τὰ ἄλειψε μὲ ἀνθόνερο ἀπὸ κερασιά, τῆς εἶπε: «Μπορεῖ ὁ Μαγιαμοῦνε νὰ εἶναι ἡ μοίρα μας». Τότε ἡ Ἄικο, χτυ-πώντας μὲ τὰ δυό της χέρια τὸ πρόσωπό της, φώναξε: «Δὲν θέλω νὰ σταθῶ μπροστὰ στὸν Μα-γιαμοῦνε, μάνα. Δὲν θέλω νὰ πεθάνεις γιὰ μένα». Ἡ Τσίο τῆς ἀπάντησε μὲ σταθερὴ φωνή, σὰν νὰ μὴ σήκωνε κουβέντα: «Κάθε μάνα ποὺ γεννάει μιὰ κόρη στὰ μέρη μας ξέρει ὅτι μπορεῖ μιὰ μέρα νὰ νιώσει τὴν κρύα λεπίδα τοῦ κατάνα στὰ σπλάχνα της. Δὲν ὠφελεῖ σὲ τίποτα νὰ τὸ σκέφτεσαι». Ἐκείνη τὴ νύχτα ξάπλωσαν δίπλα δίπλα καὶ ἔμειναν ἄγρυπνες ὣς τὸ ξημέρωμα, εἰσπνέοντας βαθιὰ τὸ ἄρω-μα τοῦ ἀνθόνερου τῆς κερασιᾶς. Ἤθελαν καὶ οἱ δυὸ νὰ κλάψουν, προτίμησαν ὅμως νὰ βυθιστοῦν ἡ μιὰ στὴ σιωπὴ τῆς ἄλλης, γιατὶ ἔτσι ἔνιωθαν καλύτερα τὸ σαράκι ποὺ τὶς ἔτρωγε μέσα τους.
Τὴν ἑπομένη, λίγο πρὶν ἀνατείλει ὁ ἥλιος, ἕνα χαρέμι ἀπὸ ἑκατὸν εἴκοσι κορίτσια βρισκόταν ἔξω ἀπὸ τὴν κεντρικὴ πύλη τοῦ κάστρου. Μὲ τὸ πρῶτο τρίξιμο τῶν μεντεσέδων στριμώχτηκαν μπροστὰ στὸ ἄνοιγμα κι ἔπειτα ἔτρεξαν νὰ εἰσέλθουν στὴν αὐλὴ βγάζοντας μικρὲς κραυγές. Ὅλες, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν Ἄικο, ποὺ πέρασε τὴν πύλη τελευταία. Στὸ κέντρο τῆς ἐσωτερικῆς αὐλῆς, πάνω σὲ μιὰ ὑπερυ-ψωμένη ἐξέδρα καθόταν ὁ Μαγιαμοῦνε, ἀτάραχος καὶ ραδιοῦργος. Δεξιὰ καὶ ἀριστερά του, δύο μουσικοὶ ντυμένοι μὲ χρυσοποίκιλτα κιμονὸ ἔπαιζαν κότο γονατιστοὶ στὸ πάτωμα. Ὁ ἄρχοντας ἔκανε νόημα στὸν βαθμοφόρο ἀγγελιαφόρο του μὲ τὴν παλάμη τοῦ μοναδικοῦ χεριοῦ του, κι ἐκεῖνος πρόσταξε τὶς ὑποψήφιες νὰ παραταχθοῦν μπροστά του, ἀνασηκώνοντας τὰ κιμονὸ ψηλὰ μέχρι τὰ γόνατα. Μὲ τὴ λεπίδα τοῦ θανατηφόρου του σπαθιοῦ ὁ Μαγιαμοῦνε ἔδειχνε σχεδὸν μὲ περιφρόνηση ὅσες δὲν ἦταν τοῦ γούστου του: ψηλές, ξερακιανές, κοντόχοντρες, κοπέλες μὲ ἄγουρα στήθια καὶ ἄλ-λες μὲ χοντρὸ λαιμὸ καὶ πόδια στραβὰ σὰν παρενθέσεις ἢ μὲ χέρια ἄγρια καὶ φτέρνες σκασμένες ἀπὸ τὴ δουλειὰ στοὺς ὀρυζῶνες. Ὅταν τὸ ἀδηφάγο βλέμμα του ἀκούμπησε πάνω στὴν Ἄικο, ἔσκυψε στὸν Μασαγιούκι, ποὺ στεκόταν κλαρίνο δίπλα του, καὶ τοῦ ψιθύρισε: «Αὐτὴ εἶναι ποὺ θὰ στεφανώσει μὲ τοὺς λεπτοὺς ἀστραγάλους της τοὺς γοφούς μου».
Στοὺς μῆνες ποὺ ἀκολούθησαν, ἡ Ἄικο ἔμαθε ὅλα ὅσα ἔπρεπε νὰ γνωρίζει μιὰ παλλακίδα: νὰ ἀνοίγει τὴ βεντάλια μὲ ἕνα ἀπότομο τίναγμα τοῦ δεξιοῦ χεριοῦ, νὰ ἰσορροπεῖ πάνω στὰ γκέτα, νὰ κάνει ἕναν ἄντρα νὰ χάνει τὰ μυαλά του μὲ μιὰ μοναδικὴ ματιά, νὰ ὑποκλίνεται γονατιστὴ κρατώντας τὸ κεφάλι ὄρθιο, τοὺς ἀγκῶνες στὸν ἀέρα καὶ τὰ δάχτυλα τῶν χεριῶν ἑνωμένα στὸ ἔδαφος· πράγματα ποὺ τῆς φαίνονταν ἐπιτηδευμένα καὶ ἀκατανόητα, ἀλλὰ ποὺ μέρα μὲ τὴ μέρα ὑπέκυπτε, μὲ μιὰ ἐν-στικτώδη σχεδὸν προδιάθεση, στὴν τελετουργία τῆς ἐκμάθησής τους. Στὸ σημειωματάριό της ἀναφέρεται καὶ στὶς δύο νύχτες ἀγωνίας ποὺ πέρασε ξαπλωμένη στὸ ἀριστερὸ πλευρὸ τῆς μάνας τοῦ Μαγιαμοῦνε. Ἂν καὶ ἀποφεύγει τὴν ὁποιαδήποτε λεπτομερὴ ἀναφορὰ σὲ ἐκείνη τὴ νυχτερινὴ φρίκη, φανταζόμαστε τὰ πνευμόνια της νὰ γεμίζουν ἀπὸ τὴ βρομερὴ ἀνάσα τῶν σαπισμένων δον-τιῶν τῆς μητέρας τοῦ ἄρχοντα καὶ τὰ πλευρά της νὰ πονοῦν στὴν προσπάθεια νὰ παραμείνει ἀκίνητη δίπλα στὸ κοκαλιάρικο γεροντικὸ κορμί της. Φανταζόμαστε ἀκόμα τὴ βλοσυρὴ γριὰ νὰ χτυπάει τὴν τρίτη μέρα μὲ τὸ ρυτιδιασμένο χέρι της τὸ κουδούνι καὶ νὰ λέει στὴν ἀρχιπαλλακίδα ποὺ καταφθάνει ὅτι ἡ Ἄικο ἔχει ὕπνο ἐλαφρὺ σὰν πουλάκι καὶ μπορεῖ νὰ ξαπλώσει ἀκόμα καὶ δίπλα στὸ ἀριστερὸ πλευρὸ τοῦ γιοῦ της.
Ἡ ἁρπαγὴ
Τὴ μέρα τῆς ἁρπαγῆς, εἴκοσι φιναλὶστ παρατάχθηκαν ἡ μιὰ δίπλα στὴν ἄλλη μπροστὰ στὸν Μαγιαμοῦνε. Πίσω του, ὄρθιες στὴ σειρά, στέκονταν οἱ μητέρες, ἡ καθεμιὰ ἀπέναντι ἀπὸ τὴ δική της κόρη. Μὲ τὸν ἦχο ἑνὸς τεράστιου τυμπάνου δόθηκε τὸ σύνθημα. Μέσα στὸ δυνατὸ φῶς τοῦ πρωινοῦ, ὁ Μαγιαμοῦνε, φρικώδης, μὲ πρόσωπο ἀγριωπὸ σὰν νὰ ἐφορμοῦσε στὴ μάχη, σηκώθηκε ἀπὸ τὸν θρόνο του καὶ ἄρχισε νὰ κυνηγάει τὰ κορίτσια, ποὺ σκόρπισαν δεξιὰ κι ἀριστερὰ σὰν τρομαγμένες πουλάδες. Ὅταν ἐντόπισε τὴν Ἄικο, ποὺ τὴν εἶχε ἤδη βάλει στὸ μάτι, κατευθύνθηκε ἀμέσως πρὸς τὸ μέρος της. Τὴ στρίμωξε στὸν βραχόκηπο μὲ τὶς καμέλιες καὶ τὶς παιώνιες καὶ μὲ μιὰ ἀπότομη κίνηση τοῦ δεξιοῦ του χεριοῦ τὴν ἅρπαξε ἀπὸ τὴ μέση. Μὲ τὸ μισό της σῶμα νὰ κρέμεται μπροστὰ καὶ τὸ ἄλλο μισὸ πίσω σὰν τὸ σφαχτάρι, τὴν ἀκινητοποίησε κάτω ἀπὸ τὴ μασχάλη του. Ἡ Ἄικο ἔνιωσε τὰ νεῦρα τοῦ κορμιοῦ της τεντωμένα σὰν χορδὲς καὶ ἕτοιμα νὰ σπάσουν, ἀλλὰ δὲν ἔκανε καμία κίνηση γιὰ νὰ ξεφύγει. Οἱ σαμουράι ἐπιδοκίμασαν τὸ κατόρθωμα τοῦ ἀφέντη τους μὲ δυνατὰ χειροκρο-τήματα καὶ αὐτός, μὲ τὸ κορίτσι παραμάσχαλα, πῆγε καὶ στάθηκε μπροστὰ στὴν Τσίο. Ἐκείνη ἔσκυψε γιὰ νὰ τὸν εὐχαριστήσει. Ἔγειρε ἐλαφρὰ πρὸς τὰ ἐμπρὸς κι ἔβαλε τὴν παλάμη τοῦ δεξιοῦ της χεριοῦ πάνω στὴ ζώνη τοῦ κιμονό της. Γιὰ μιὰ ἐλάχιστη στιγμὴ εἶδε τὸ κατάλευκο, βαμμένο μὲ σκόνη ρυζιοῦ πρόσωπο τῆς κόρης της νὰ τὴν κοιτάει μὲ μάτια ἔντρομα. Αὐτὸ ποὺ δὲν εἶδε ἦταν ὅτι ἡ Ἄικο πῆγε νὰ ἁπλώσει τὰ χέρια πρὸς τὸ μέρος της, ἀλλὰ τὸ μόνο ποὺ κατάφερε ἦταν νὰ ἐξοργίσει τὸν Μαγιαμοῦνε, ποὺ ἔκανε ἀπότομη μεταβολὴ καὶ προχώρησε πρὸς τὴν εἴσοδο τῆς κεντρικῆς αἴθουσας τοῦ κάστρου.
Ἡ εἰκόνα ποὺ ἐρχόταν συχνὰ στὸν νοῦ τῆς Ἄικο ἀπὸ τὴ μέρα ἐκείνη ἦταν οἱ λίγες σταγόνες ἱδρώτα ποὺ εἶχε δεῖ, καθὼς ἡ μάνα της ἔσκυβε γιὰ νὰ ὑποκλιθεῖ, νὰ κυλοῦν ἀπὸ τὸ πίσω μέρος τοῦ λαιμοῦ πρὸς τὴν πλάτη της σὰν δροσοσταλίδες πάνω σὲ φύλλα μπαμπού. Καὶ αὐτὸ ποὺ στοίχειωνε κάθε βράδυ τὸν ὕπνο της ἦταν τὸ ἴδιο ὄνειρο: ἡ μάνα της, καθισμένη σταυροπόδι στὸ κέντρο τοῦ βουδι-στικοῦ ναοῦ Ἀντάιτζι, νὰ καρφώνει μὲ μιὰ ἀποφασιστικὴ κίνηση τὸ κατάνα στὸ ἀριστερὸ πλευρό της. Καὶ ἡ Ἄικο νὰ περιφέρεται σὰν χαμένη στὸ κοιμητήριο, ὅπου ἦταν θαμμένες ὅλες οἱ μανάδες τῶν κοριτσιῶν ποὺ εἶχε ἁρπάξει ὁ Μαγιαμοῦνε, νὰ πέφτει ξανὰ καὶ ξανὰ πάνω στὴν ταφόπλακα τῆς Τσίο καὶ νὰ μὴ βρίσκει ποτὲ τὴν πύλη ἐξόδου ἀπὸ αὐτὸν τὸν ἐπίμονο ἐφιάλτη. Ἕναν ἐφιάλτη ποὺ στοίχει-ωνε ὅλες τὶς παλλακίδες τοῦ Κουσινόγκι Μαγιαμοῦνε, γιατὶ στὴν ἐπικράτειά του, τὴν κοιλάδα τοῦ Κάντο τῆς κεντρικῆς Χονσού, δὲν ἔκαναν χαρακίρι μόνον οἱ πιστοὶ σαμουράι ἀπὸ λύπη γιὰ τὸν χαμὸ τοῦ ἀφέντη τους, ἀλλὰ καὶ οἱ μητέρες τῶν κοριτσιῶν ποὺ ἅρπαζε ὁ φεουδάρχης, ἀπὸ βαθιὰ θλίψη γιὰ τὸν ἀποχωρισμό τους.
Εικόνα Εξωφύλλου:
Daniel Egnéus, Κοκκινοσκουφίτσα, 2010. Μελάνι, μολύβι και ακουαρέλα σε χαρτί, 75×65εκ.