Οι ήρωες των ιστοριών του Γιώργου Μητά ζουν και κινούνται στα γερασμένα σπίτια, στους έρημους δρόμους, στις εγκαταλειμμένες αποβάθρες του λιμανιού του Χαλ, μέσα σ’ ένα σκοτεινό χειμωνιάτικο σκηνικό. Ωστόσο κάποιες μικρές φωτεινές εστίες —η Κεντρική Βιβλιοθήκη, που η πρόσοψή της ακτινοβολεί μες στο λυκόφως, η παμπ, που προβάλλει σαν φάρος μες στο σκοτάδι— αλλά και οι λιγοστές ηλιόλουστες ημέρες καταφέρνουν να ζεστάνουν τις ψυχές τους, απαλύνοντας τη μοναξιά, τον πόνο του ανεκπλήρωτου έρωτα, την υπαρξιακή αγωνία. Το κέλυφος της μοναξιάς τους όμως διαρρηγνύεται πραγματικά μόνο από την παρουσία ενός άλλου ανθρώπου στη ζωή τους: όταν η ηλικιωμένη κυρία Ρότζερς συναντήσει τον Λουίς, ο τυφλός φοιτητής Ντόναλντ τον νεαρό Έλληνα και ο Στηβ, ο ασπρομάλλης γίγαντας με την παιδική ψυχή, τον Τούρκο φοιτητή Αζίζ, οι μοναχικές τροχιές τους θα διασταυρωθούν, αφήνοντας φωτεινά σημάδια στον χάρτη της πόλης, χνάρια τρυφερότητας και ελπίδας. Θα γράψουν έτσι το δικό τους μικρό χρονικό του Γιόρκσαϊρ, τις δικές τους Ιστορίες του Χαλ.
Πίσω και πέρα από τις ανθρώπινες ιστορίες προβάλλει η πόλη του Χαλ, με το λαμπρό παρελθόν και το ξεθωριασμένο παρόν. Γκρίζα και σκυθρωπή, εκτεθειμένη στην παγωμένη ανάσα της Βόρειας Θάλασσας, υπομένει έναν βαρύ κι ατέλειωτο χειμώνα. Και κάπου στο βάθος, αδιάφορος απέναντι στο ανθρώπινο δράμα, ο ποταμός Χαλ κυλά τα σκοτεινά νερά του.
Οι δρόμοι του Χαλ το βράδυ είναι έρημοι και παγωμένοι. […] Όταν ο άνεμος πέφτει και παύει ν’ ακούγεται το συριστικό βουητό του, το κρύο μοιάζει να επικάθεται βουβό και απειλητικό πάνω στις σκοτεινές προσόψεις των σπιτιών και στους ξύλινους φράχτες, επιβάλλοντας μια απόκοσμη σιωπή. […] Κι όταν το άγαλμα της Παρθένου ξεπροβάλλει υποβλητικό και πένθιμο μέσα από την ομίχλη, πάνω στο φωτισμένο υπέρθυρο του ναού των μεθοδιστών, βιάζεις το βήμα για να βρεθείς στη ζεστασιά του δωματίου σου το συντομότερο δυνατό, με την αλλόκοτη αίσθηση του τελευταίου ζωντανού ανθρώπου στον πλανήτη.
Κριτικές
[…] η καθαρτήρια υπόσχεση που διατρέχει το βιβλίο είναι μία: μέσα στο ελάχιστο, μπορούμε σίγουρα να ξαναβρούμε το μείζον. Αυτήν τη θερμή, ανακουφιστική, περιρρέουσα υπόσχεση την ενισχύει, πρώτα απ’ όλα, η λεπτότητα της παρατήρησης: σπάνια σύγχρονος συγγραφέας καταφέρνει να αποδώσει με τόση λιτότητα και ευαισθησία τις αποχρώσεις των αισθημάτων, ή να προσδώσει στις σκηνές του, που ζωντανεύουν σαν υποβλητικές τοπιογραφίες, τέτοια εικαστική δύναμη και κινηματογραφική ζωντάνια. Κι ακόμα πιο σπάνια ένας νέος πεζογράφος καταφέρνει να δημιουργήσει μια τόσο κρουστή γλώσσα, ένα ιδίωμα πλούσιο και ακριβές που κουβαλάει αβίαστα απόηχους της πεζογραφικής μας παράδοσης.
- Νίκος Θρασυβούλου, Διαβάζω, Ιούλιος-Αύγουστος 2012
- Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης, Διαβάζω, Ιούλιος-Αύγουστος 2012
- Χρυσούλα Γούναρη, Book Worm, 17/3/2012
- Πάνος Τουρλής, Captainbook.gr, 16/3/2012
- Γιώργος Ξενάριος, Διαβάζω, Μάρτιος 2012
- Ξενοφών Μπρουντζάκης, Το Ποντίκι, 23/2/2012
- Λάμπρος Σκουζάκης, Πανδοχείο, 18/2/2012
- Πατριάρχης Φώτιος, In2life.gr, 19/1/2012
- Μαρία Στασινοπούλου, Εντευκτήριο, Ιανουάριος-Απρίλιος 2012
Ο συγγραφέας, με τη λυρική και ρομαντική ευαισθησία ενός ποιητή και την γνώση και ακρίβεια ενός μετεωρολόγου, αναπαριστά τον συναισθηματικό ορίζοντα των ηρώων ή του αφηγητή του, περιγράφοντας με ρεαλιστική ενάργεια το ανθρώπινο και το φυσικό περιβάλλον μέσα στο οποίο ζουν. […] Μέσα σε όλο αυτό το καλοστημένο σκηνικό, μένει στο τέλος η ανθρώπινη παρουσία, η τρυφερότητα, η επαφή και η ελπίδα. Ο αναγνώστης νιώθει το χάδι του συγγραφέα πάνω στους ήρωές του αλλά και βαθιά μέσα του.
Τρεις ιστορίες µοναξιάς αλλά και ελπίδας, τοπίο υγρό και αποβιοµηχανοποιηµένο, ατµόσφαιρα α λα Φίλιπ Λάρκιν και µια υπέροχη ελληνική γλώσσα στην οποία αναγνωρίζουµε πινελιές της πεζογραφικής µας παράδοσης, ας πούµε του Γεωργίου Βιζυηνού, είναι το βιβλίο Ιστορίες του Χαλ του πρωτοεµφανιζόµενου Γιώργου Μητά, που µόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Κίχλη. Είναι η έκπληξη του τέλους της χρονιάς.