Βιογραφικό
Ο Arno Schmidt γεννήθηκε το 1914 στο Αμβούργο. Μετά τον θάνατο του αστυνομικού πατέρα του (1928) μετακόμισε στη Σιλεσία, όπου τελείωσε το γυμνάσιο. Στη συνέχεια εργάστηκε ως υπάλληλος σε ένα εργοστάσιο υφαντουργίας, ενώ κατά τη διάρκεια του Β´ Παγκοσμίου Πολέμου υπηρέτησε στη Νορβηγία, μακριά από το επίκεντρο των συγκρούσεων. Με το τέλος του πολέμου, φοβούμενος την επέλαση του Ερυθρού Στρατού, οργάνωσε τη φυγή τη δική του και της γυναίκας του από τη Σιλεσία, για να παραδοθούν στους Βρετανούς, που κατείχαν την Κάτω Σαξονία.


Μαύροι καθρέφτες
Μετάφραση-Σημειώσεις-Επίμετρο: Γιάννης Κοιλής
Με οξυγραφίες του Eberhard Schlotter
Στους Μαύρους καθρέφτες (1951) ο αφηγητής διασχίζει με το ποδήλατό του χωριά της Κάτω Σαξονίας και περιγράφει έναν κόσμο κατεστραμμένο, δίχως ανθρώπους – έχει προηγηθεί ο Τρίτος Παγκόσμιος Πόλεμος. Σαν νέος Ροβινσώνας κατασκευάζει ένα σπίτι και οργανώνει την καθημερινή ζωή του. Συχνά ο μισάνθρωπος αφηγητής εκδηλώνει την απέχθειά του για τη ρηχότητα και την ηθική παρακμή του πολιτισμού που χάθηκε. Την ίδια στιγμή, ως γνήσιο τέκνο του Διαφωτισμού, μπολιάζει την περιπλάνησή του με μια θερμή συνηγορία υπέρ του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Η ερωτική του ιστορία με μια ακόμη επιζήσασα δεν έχει ευτυχές τέλος· παρά τις στιγμές ερωτικής ευωχίας, η γυναίκα αποφασίζει να τον εγκαταλείψει και να συνεχίσει το ταξίδι της.
Οι Μαύροι καθρέφτες ξεχωρίζουν για την τόλμη της γραφής και για τη γλωσσοπλαστική τους δεινότητα. Το μυθιστόρημα επίσης συνδυάζει την ανάμειξη διαφορετικών υφολογικών επιπέδων, την παρωδία μοτίβων και τόπων ποικίλων λογοτεχνικών ειδών με την καταλυτική ειρωνεία και το χιούμορ. Χάρη σε αυτά τα χαρακτηριστικά, ο Σμιτ κατέχει μιαν ιδιαίτερη θέση στην ιστορία της νεωτερικής γερμανικής λογοτεχνίας· έχει μάλιστα συγκριθεί με τον Τζαίημς Τζόυς, τον Χανς Χέννυ Γιάαν και τον Άλφρεντ Νταιμπλίν.
Έξω : παλιά θα το ’λεγες κομψό· τώρα ο κήπος οργίαζε γύρω από το κούφιο σπίτι. ´Ομορφα και γερά τα πεύκα, όμως. Γκρίζος ο τοίχος, όπου γκρίζα βότανα σού έγνεφαν, και λούπινο και αρνόγλωσσο. Με γκρίζους τοίχους έφτιαχναν σπίτια· με σπίτια πόλεις, με πόλεις ηπείρους : άντε να βρεις άκρη ! Ευτυχώς που όλα αυτά τελείωσαν· κι έφτυσα : τέλος !
Μαύροι καθρέφτες
Αποσπάσματα
Άρνο Σμιτ, «Μαύροι καθρέφτες» (σελ. 11-17)
Όπως πάντα : τα κενά καβούκια των σπιτιών. Οι ατομικές βόμβες και τα βακτήρια έκαναν καλά τη δουλειά τους. Μηχανικά, ασταμάτητα πίεζαν τα δάχτυλά μου το δυναμό του φακού. Ένας νεκρός σε μια κάμαρα : η μπόχα του είχε ισχύ δώδεκα αντρών : ε, έστω και μετά θάνατον Ζήγκφρηντ (σπάνιο, πάντως, ότι μύριζε ακόμη· τόσος καιρός που είχε περάσει). Στον πρώτο όροφο βρίσκονταν κοντά μια ντουζίνα σκελετοί, γυναίκες και άντρες (φαίνονται από τα οστά της λεκάνης). Έχουμε και λέμε, έξι άντρες (ή και αγόρια)· πέντε γυναίκες και κορίτσια. Έξω : παλιά θα το ’λεγες κομψό· τώρα ο κήπος οργίαζε γύρω από το κούφιο σπίτι. Όμορφα και γερά τα πεύκα, όμως. Γκρίζος ο τοίχος, όπου γκρίζα βότανα σού έγνεφαν, και λούπινο και αρνόγλωσσο. Με γκρίζους τοίχους έφτιαχναν σπίτια· με σπίτια πόλεις, με πόλεις ηπείρους : άντε να βρεις άκρη ! Ευτυχώς που όλα αυτά τελείωσαν· κι έφτυσα : τέλος ! Ξεκότσαρα
Άρνο Σμιτ, «Μαύροι καθρέφτες» (σελ. 117-123)
Καθισμένοι στις ανάλαφρες ξύλινες πολυθρόνες, στο γρασίδι. Τα μπουκάλια στέκονταν ανάμεσά μας και άστραφταν με χάρη στο φως των τελευταίων κοκκινόχρυσων αναλαμπών. Με τα πόδια ακουμπισμένα σ’ ένα κομψό σκαμνάκι, έβγαζε τσιγάρα από το πακέτο με τα Κάμελ και τα κάπνιζε νωχελικά (έπρεπε να μαζεύει όλες τις γόπες με θρησκευτική ευλάβεια σ’ ένα κονσερβοκούτι – όχι να τις πετάει !). «Ορίστε : αυτός είναι άντρας» αναστέναξε με νόημα και βαριεστημάρα. Ησυχία και ψύχρα. Το σούρουπο δροσερό και γαλανό, με κίτρινο κατακάθι, θα κρατούσε πολύ ακόμη. Γύρισα το πρόσωπο προς το μέρος της: «Άσε μας με τις ατάκες σου» της είπα αυστηρά «κι έλα στο διά ταύτα : ποιος είναι πάλι αυτός ο τόσο αρρενωπός ;» Και, για να την τσιγκλήσω ώστε να μιλήσει πιο γρήγορα, πρόσθεσα ένα <Ε ;>. Μου έδειξε στα πεταχτά τα κραυγαλέα εξώφυλλα, μέχρι που σχημάτισα μια γενικότερη εικόνα : «Μάλιστα» είπα άτονα, συνειδητοποιώντας κατά το ήμισυ

Ο κόσμος του Άρνο Σμιτ
[Τα παιδιά του Λεβιάθαν]
Η πίστη πως πίσω από τον κόσμο κρύβεται κάποιο πάνσοφο σχέδιο που προσδίδει νόημα στην ύπαρξη ίσως σώζει τους πιστούς, δεν βοηθά όμως σε τίποτε εμάς τους υπολοίπους. Θα μπορούσαμε ενδεχομένως να στηρίξουμε τις ελπίδες μας στο είδος μας, μα ο πολιτισμός των ανθρώπων εντέλει δεν υπακούει –ποτέ δεν το έκανε– στην καλή θέληση ελλόγων, σοφών υποκειμένων, είτε αυτά κάνουν αισθητή την παρουσία τους στην ιστορία ως φωτισμένοι ηγέτες είτε διαχειρίζονται την εξουσία ως ηθικές συλλογικότητες. Ιδίως σε καιρούς κρίσης –και ο καθείς αντιλαμβάνεται τι σημαίνει αυτό– καταφαίνεται ακόμη περισσότερο η επικυριαρχία του αλόγου· μια καταλυτική δύναμη που, ξεπηδώντας μέσα από τα πράγματα και τις σχέσεις που τα διέπουν, ορίζει τις ζωές μας και παίζει με την τύχη μας καταπώς το θέλει η στιγμή. Ας αποκαλέσουμε αυτή την άλογη αρχή των ανθρώπινων πραγμάτων Λεβιάθαν και, για να νοστιμέψουμε την αλληγορία, ας ισχυριστούμε πως ο Λεβιάθαν, πρωτεϊκός και αναίσθητος, είναι το υποκείμενο εκείνο που διαμορφώνει την ιστορία μας.
[…]
Παντού όμως, όπως και στα παλαιότερα κείμενα του Σμιτ, απαντά η μορφή του Λεβιάθαν με χαρακτηριστικά που θυμίζουν τις απόψεις των Γνωστικών, οι οποίοι υποστήριζαν πως ο υλικός κόσμος δεν πλάστηκε από έναν καλό και δίκαιο θεό αλλά από έναν σατανικό δημιουργό· ένας κόσμος κακός δεν μπορεί παρά να είναι το έργο ενός μοχθηρού όντος. Απέναντί του στέκονται, ως αντάρτες άγγελοι του ορθού λόγου, οι εχθροί του σκότους, οι αντίπαλοι του Λεβιάθαν, τα παιδιά δίχως πατέρα, του Nobodaddy, οι αφηγητές και πρωταγωνιστές των τριών σύντομων μυθιστορημάτων του Άρνο Σμιτ.
- Από το επίμετρο του Γιάννη Κοιλή
- Ο νεαρός Σμιτ στη Σιλεσία, πριν τον πόλεμο
[Επική ροή ή φθαρμένο μωσαϊκό;]
Ανακαλείς το βράδυ τη μέρα που πέρασε, δηλαδή το <εγγύς παρελθόν> (το ίδιο ισχύει και για το <απώτερο παρελθόν>): έχεις την αίσθηση κάποιας επικής ροής των γεγονότων; Γενικώς, ενός συνεχούς; Αυτή η επική ροή, ακόμη και του παρόντος, δεν υφίσταται. Ας αναλογιστεί ο καθείς το δικό του φθαρμένο μωσαϊκό της ημέρας που πέρασε!
Τα γεγονότα της ζωής μας κάνουν μάλλον άλματα. Πάνω στον συνεκτικό ιστό της μηδαμινότητας παρατάσσεται η μαργαριταρένια αλυσίδα μικρών βιωματικών –εσωτερικών και εξωτερικών– ενοτήτων. Από τα μεσάνυχτα στα μεσάνυχτα δεν μεσολαβεί επ’ ουδενί <1 μέρα> αλλά <1.440 λεπτά> (από τα οποία ενδιαφέρον παρουσιάζουν το πολύ τα 50!).
- Από το έργο του Άρνο Σμιτ «Υπολογισμοί Ⅰ»
[Η γλώσσα]
Ο λόγος του Σμιτ μοιάζει αβίαστος μόνον όταν πλησιάζει τον προφορικό, όταν εκφέρεται ως άμεση και αυθόρμητη αντίδραση σε όσα προσλαμβάνουν οι αισθήσεις του και επεξεργάζεται ο νους του. Κατά τα λοιπά, όπως επισημάνθηκε προηγουμένως, είναι αποτέλεσμα πολύπλοκης και πολυεπίπεδης συναρμοργής διαφορετικών υφολογικών επιπέδων, η οποία επιδιώκει να προκαλέσει την ενεργητική συμμετοχή του αναγνώστη. Ο Σμιτ αντιμετωπίζει τον αναγνώστη των βιβλίων του ως μυημένο συμπαίκτη. Η ιδιάζουσα χρήση της γλώσσας επιτείνεται από την παρουσία σπάνιων και δυσνόητων λέξεων, συναγμένων από ξεχασμένα βιβλία, ή από νεολογισμούς γεννημένους κατά τον τρόπο των αγαπημένων του εξπρεσιονιστών όπως ο Άουγκουστ Στραμ. Όμως οι λέξεις αυτές ποτέ δεν υιοθετούνται τυχαία· πολυάριθμες ομάδες ερευνητών μοχθούν να ανακαλύψουν πού οδηγούν τα ίχνη αυτών των λέξεων, εκπονούν διατριβές, εκδίδουν περιοδικά, διοργανώνουν συμπόσια, συγκροτούν συλλόγους φίλων και μελετητών.
- Από το επίμετρο του Γιάννη Κοιλή

[Η σχέση με την παράδοση έχει δύο όψεις: της άρνησης…]
Μαλεπάρτος (ω, οι οικοδεσπότες σαν να εγκατέλειψαν αγανακτισμένοι το σπιτικό τους· σιγά : δεν θα μείνω και για πάντα !). Μα δεν υπάρχει χαρτί σ’ αυτό το σπίτι· έσπασα τα συρτάρια του γραφείου με σαματά· ένας δερμάτινος χαρτοφύλακας με στάμπα, ένας Γκρινιάρης (σαν ειρωνεία έμοιαζε), σιγά σιγά εξαντλούνταν η υπομονή μου· επιτέλους ένα βιβλίο : Ρίλκε, Ιστορίες του καλού Θεούλη, εσύ μας έλειπες τώρα· μεμιάς έσκισα τον απαραίτητο αριθμό φύλλων από τη χρυσοποίκιλτη πρόζα : και μόνο ο τίτλος θα έφτανε για να διαολιστώ· λεπτεπίλεπτες αερολογίες· άλλος ένας πνευματομάχος : άι στους γκουάτσαρο κι εσύ πια !
- Μαύροι καθρέφτες, σελ. 30
[…και της δημιουργικής μίμησης ή μήπως της λεπτής παρωδίας;]
Έτσι, το <μπαλκόνι> έγινε η αφετηρία παράξενων ονειρικών πτήσεων, αφήνοντας πίσω τους γονείς να ουρλιάζουν και να μαλώνουν πνιχτά, πετώντας με χέρια κυματιστά, αποφεύγοντας τις γωνιές των σπιτιών, λίγο πάνω από τους έρημους νυχτόγκριζους δρόμους, λοξά προς τα κάτω – όχι πολύ μακριά· πατώντας έδαφος συνήθως ανάμεσα στις οδούς Κέντσλερ και Λουίζεν – και περπατώντας ύστερα, πριν από το χάραμα, ανάερος κάτω από τις σγουρές γκριζομάλλες φυλλωσιές της αλέας (προς το σχολείο της οδού Χάμμερ) …
…τόσο φωτεινός και κενός ήταν ο κόσμος της μεγάλης άπλας και του καθάριου παιχνιδίσματος των χρωμάτων. Κάτω από τα φαρδιά ξύλινα γεφύρια έβλεπε κανείς αναστατωμένος τις αδυσώπητες σιδηροτροχιές να προχωρούν ολόισια προς τον χλωμιασμένο ουρανό· κομματιασμένα χωράφια απλώνονταν ώς το πιο μακρινό γαλάζιο· τα σούρβα κρέμονταν σαν φλογερά τσαμπιά από τους αγκαθερούς θάμνους, σύρμα κοκαλωμένο· σκόρπια δεμάτια στα χωράφια, όμοια με τυλιγμένα χρυσά σύρματα που λικνίζονται· παντού να πετούν φύλλα με χρώματα μαγικά και να αντηχεί άνεμος ανάμεσα στα κόκκινα κλαδιά. Λευκές ήσυχες επαύλεις υπό την προστασία περιφραγμένων κήπων, στους γυμνούς δρόμους των προαστίων· να τριγυρνάς θροΐζοντας μέσα στο δροσερό χρυσάφι του δειλινού. […] Μετά ερχόταν κάποια μικρή ψυχρή πνοή ανέμου, αναποδογύριζε τα σερνάμενα φύλλα, κι έτσι ήξερες πως ήταν κι εκείνη ον αυτόνομο και πως όμοιές της θα πρέπει πολλές να κατοικούσαν σε αυτό το μεγάλο, γεμάτο θροΐσματα προάστιο. Μεγάλες σειρές σχημάτιζαν τα παιδιά, τα έβαζαν σε τάξη συνήθως τα μεγαλύτερα κορίτσια, σε δρόμους σιωπηλούς και άδειους, ακολουθώντας τον πράσινο και κίτρινο ουρανό, με τα πτυσσόμενα φανάρια τους, πολύχρωμες μπάλες με μικρούς σβόλους κεριού να τρεμολάμπουν μέσα τους.
- Μαύροι καθρέφτες, σελ. 124-125
«Έχουμε να κάνουμε με έναν πραγματικό ποιητή, που μας φτύνει καταπρόσωπο την αηδία του».

Herman Hesse
«Ξέρει τι κάνει. Αναδεικνύει κάτι καινούργιο. Ο Πάουλ Κλέε έλεγε: “Η τέχνη δεν αναπαράγει το ορατό, καθιστά κάτι ορατό”. Ομοίως ο Άρνο Σμιτ: διευρύνει την επικράτεια και τον πλούτο της γλώσσας».

Martin Walser
«Ένας εξαίρετος μυθιστοριογράφος με τεράστιες φιλοδοξίες και μείζονα επιτεύγματα».

S. S. PRAWER,
Times Literary Supplement

- Οι φωτογραφίες του Άρνο Σμιτ ανήκουν στο ίδρυμα Arno Schmidt Stiftung.
- Οι οξυγραφίες του Έμπερχαρντ Σλόττερ ανήκουν στο ίδρυμα Eberhard Schlotter Stiftung.




