Η ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΙΟΡΔΑΝΙΔΗ είναι υπάλληλος σε διαφημιστικό γραφείο, σύζυγος λογιστή και μητέρα δύο παιδιών στην Αθήνα της δεκαετίας του ’90, πριν από την οικονομική κρίση και με τους οικονομικούς μετανάστες να έχουν μόλις έλθει από την Αλβανία.
Ένα όνομα δεν είναι ωστόσο παρά ένα προσωπείο. Ποια είναι στ’ αλήθεια η Μαργαρίτα;
Αυτή είναι η παράδοξη ιστορία της. Μια ιστορία για το αίνιγμα της ταυτότητας πίσω από το πρόσωπο.
«Σήκωσε τότε το κεφάλι της, που το ’χε χαμηλωμένο πάνω απ’ το φαΐ της. Η όψη της είχε κάτι το παράξενα ανέκφραστο, σαν να ’ταν το πρόσωπό της πλασμένο από κερί και δεν είχε τ’ ασταμάτητα αναδέματα, τις ανεπαίσθητες συσπάσεις, το παιχνίδισμα των ματιών, όλα εκείνα που δίνουν ζωή σε μιαν ανθρώπινη μορφή. Τους κοίταξε και είπε:
»“Τ’ όνομά μου δεν είναι Μαργαρίτα. Δεν είμαι η μητέρα σας”».
Κριτικές
Σε ένα πληκτικό οικογενειακό γεύμα η Μαργαρίτα Ιορδανίδη ανακοινώνει στα παιδιά της: «Τ’ όνομά μου δεν είναι Μαργαρίτα. Δεν είμαι η μητέρα σας». Λέει την αλήθεια. Αυτή τη σφιχτοπλεγμένη αλήθεια ξηλώνει ο Μιχάλης Μακρόπουλος με την κοπιώδη λεπτοδουλειά σταυροβελονιάς. Εκείνη που μιλάει στο όνομα της Μαργαρίτας είναι η Ελευθερία, μια Αλβανή που πλαστογραφεί, με την προτροπή του συζύγου τής Μαργαρίτας, την ύπαρξη της προκατόχου της. Το αληθινό όνομα της Ελευθερίας έχει μείνει πίσω στην παλιά της πατρίδα, στους Άγιους Σαράντα. Αλλά ούτε η αληθινή Μαργαρίτα ήξερε ποιοι της είχαν δώσει το όνομά της. Δεν γνώρισε ποτέ τους γονείς της. Η ζωή της άρχισε στα τρία της χρόνια, όταν την υιοθέτησαν οι θετοί γονείς της. Ήταν «μια γυναίκα διάφανη, χωρίς σκιά».
Η νουβέλα του Μακρόπουλου αναπαριστά αριστουργηματικά ένα πλέγμα αντιμεταθέσεων. Ο πρώτος που αισθάνεται την ανάγκη πλήρωσης ενός αβυσσώδους κενού είναι ο Κώστας, ο κατοπινός σύζυγος της Μαργαρίτας. Μετά το θάνατο της μητέρας του ένιωθε πως είχε χάσει δια παντός τον γενέθλιο τόπο του, τον οποίο ο ίδιος είχε εγκαταλείψει καιρό πριν. Ένιωθε σαν ξάφνου να είχε χάσει το όνομά του, την υπόστασή του. «Τώρα και που η μάνα του δεν ζούσε πια, είχε ολότελα χάσει εκείνο το κομμάτι του εαυτού του που υπήρχε μέσα απ’ τους άλλους – τόσο αυθύπαρκτος, που έφτανε να ‘ναι ανύπαρκτος». Αυτή η οιονεί ανυπαρξία αίρει ο ερχομός της Μαργαρίτας, μιας γυναίκας τόσο διάπλατης και διαλείπουσας, που έμοιαζε να χωράει κάθε κενό, οσοδήποτε μεγάλο. Μόνον η ουλή στον αριστερό καρπό υπαινισσόταν το ενδεχόμενο της απώλειάς της. Μερικά χρόνια αργότερα, δυο συντοπίτες του Κώστα, σχολιάζοντας την άφαντη σύζυγό του, πιθανολογούν ότι αυτοκτόνησε. «Για τους δυο φίλους η πιθανή αυτόχειρας είχε για πρώτη φορά αποχτήσει, χάρη στην αυτοχειρία της, χειροπιαστή ζωή». Εκπληκτική φράση, που την υπογραμμίζει η έντεχνη παρήχηση του «χ».
Μετά τον αφανισμό της Μαργαρίτας, ο Κώστας επωμίζεται ξανά την πλήρωση του κενού, αναθέτοντας στην Ελευθερία την αντικατάστασή της. Την πρώτη φορά που την είδε, σκυφτή να σφουγγαρίζει σκάλες, νόμισε πως μια «σκιά ξυράφιζε την πλάτη της». Το φάντασμα της Μαργαρίτας είχε μόλις στοιχειώσει την Ελευθερία. Κάποια άλλη στιγμή, παρατηρώντας την να καθαρίζει ένα τζάμι, ο Κώστας διέκρινε στην αντανάκλασή της ένα πρόσωπο θαμπό, «τόσο θαμπό που θα μπορούσε να ΄ναι το δικό της πρόσωπο ή μιανής άλλης». Τελειώνοντας τη μεταμφίεσή της, η Ελευθερία άρχισε να διαβάζει τα αγαπημένα βιβλία της Μαργαρίτας, εισδύοντας έτσι βαθύτερα στην πλασματική της ζωή, και αν καμιά φορά έβρισκε μια υπογράμμιση στη σελίδα την έσβηνε επιμελώς. «Έμεινε ένα αχνό φάντασμά της και η χαρακιά στο χαρτί από τη μύτη του μολυβιού».
Οι τρεις ήρωες του βιβλίου είναι άνθρωποι που διάγουν σαν ξένοι τον βίο τους, σαν να παρεισέφρησαν σε μια δάνεια ζωή. Ο Μακρόπουλος τους σκιαγραφεί σαν μαριονέτες, που διαρκώς μπλέκονται με τα σχοινιά τους. Ασφυκτιούν και αυτοστραγγαλίζονται. Είναι διαπερατοί, διότι είναι άδειοι. Ό,τι τους συνέχει δεν είναι παρά συμπτώσεις και επινοήσεις. Κανένα ψεύδος δεν τους ψευτίζει, διότι τίποτα αληθινό δεν τους ορίζει. Ακόμη και αν η Μαργαρίτα είχε το σωστό επίθετο, Ιορδανίδου αντί Ιορδανίδη, δεν θα φάνταζε περισσότερο αληθινή. Το σφάλμα συνιστά την κοινή καταγωγή των τριών κεντρικών προσώπων, τη ρίζα της ομοψυχίας τους.
Ο Μακρόπουλος είναι ένας πολύ σημαντικός συγγραφέας, από εκείνους τους σπάνιους, οι οποίοι με τη γλωσσική τους διάνοια προσδίδου στο ελάχιστο ένα αδόκητο μέγεθος.
- Χριστίνα Λιναρδάκη, Στίγμα Λόγου, 18/6/2024
- Ζωή Καραμήτρου, Fractal, 23/07/2024
- Γιώργος Φλωράκης, Athens Voice, 19/6/2024
- Κωστής Καλογρούλης, elculture, 01/08/2024
- Τάσος Γέροντας, Εξώστης, 22/8/2024
- Γιάννης Αντωνιάδης, Bookfeed, 5/9/2024
- Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, Το Βήμα ,8/9/2024
ΧΑΜΕΝΕΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΕΣ
Το ακούραστα διερευνητικό πνεύμα του Μιχάλη Μακρόπουλου τον οδηγεί σε έναν καινούργιο κόσμο σε κάθε νέο πεζό του. Αυτή τη φορά είναι ο κόσμος της ασφυκτικής καθημερινότητας στην Ελλάδα του τέλους του προηγούμενου αιώνα και των αρχών του τωρινού: μια καθημερινότητα που συντρίβει τους πρωταγωνιστές του, αφαιρώντας τους εν κατακλείδι και την τελευταία ικμάδα ζωής. Το βιβλίο μοιάζει με ψυχολογικό θρίλερ και η αφήγηση εφαρμόζει όντως τους κανόνες και τους ρυθμούς του θρίλερ μέχρι να αποκαλύψει τη διαδικασία της υπαρξιακής απογύμνωσης (ψυχικής, ηθικής και φυσικής) που κρύβεται πίσω από τα φαινόμενα.
Ο Κώστας είναι λογιστής από την επαρχία και η Μαργαρίτα εργάζεται ως υπάλληλος στο γραφείο με το οποίο θα ξεκινήσει τις πρώτες του δουλειές. Η σχέση τους φτάνει εις αίσιον πέρας με γάμο και δύο παιδιά. Μετά, όμως, από αυτό τα πάντα στραβώνουν. Αποφεύγοντας να εξηγήσω ακριβώς το τι και το πώς της πλοκής, για να μη στερηθούν όσοι πρόκειται να το διαβάσουν το προνόμιο του αιφνιδιασμού, θα περιγράψω με κάπως αόριστο τρόπο τα δρώμενα χωρίς, πάντως, ελπίζω, να χαθεί στον δρόμο η ουσία. Μοιρασμένος σε δύο αφηγηματικούς χρόνους (έναν παρελθοντικό και έναν παροντικό), χρησιμοποιώντας την ψευδαίσθηση και την παράκρουση για να στεριώσει την περίτεχνη μυθοπλαστική του ατμόσφαιρα και φροντίζοντας πάντοτε να μην καταλήξει σκοτεινός και δυσνόητος, ο Μακρόπουλος θα φτιάξει δύο εξαιρετικά απτούς χαρακτήρες σχεδόν εκ του μηδενός.
Η Μαργαρίτα και ο Κώστας ζουν πνιγμένοι στον αδιάφορο, άψυχο και βασανιστικά επαναλαμβανόμενο βίο τους. Τσαλαβουτώντας δίχως την παραμικρή επίγνωση ανάμεσα στις συμπληγάδες των καθημερινών τους αναγκών αρχίζουν να υφίστανται μια βαθμιαία όλο και πιο δηλητηριώδη αφετεροίωση τόσο από τον περίγυρο όσο και από τον εαυτό τους. Και ξαφνικά οι ανώνυμοι ήρωες μιας θανατηφόρας καθημερινότητας θα μεταμορφωθούν σε αποπροσωποποιημένα τέρατα της τρύπας εντός της οποίας έχουν κλειστεί (σκέφτομαι εδώ, πιθανόν αυθαίρετα, τα πρώτα πεζογραφικά βιβλία του Τάσου Καλούτσα). Κι όταν η Μαργαρίτα διπλασιάζεται, όταν ένα ανοίκειο ή φασματικό όνομα καταφτάνει για να την υποκαταστήσει, οι ήρωες πέφτουν ο ένας στα δίχτυα του άλλου. Το αποτέλεσμα δεν είναι να αλληλοσπαραχθούν, αλλά να εξαφανίσουν τα ίχνη και την υπόστασή τους μέσα σε ένα δαιμόνιο παιχνίδι ψευδών, στρεβλωμένων ταυτοτήτων και παρανοήσεων το οποίο δεν θα αφήσει όρθιο το παραμικρό στο διάβα του.
Ο Μακρόπουλος κρατάει επιμελώς ανέγγιχτο, μέχρι και τις έσχατες αράδες, το μυστικό που συνδέει τη Μαργαρίτα με τους συμπρωταγωνιστές της, έχοντας προβλέψει νωρίτερα να μας προειδοποιήσει σοφά, και σε όλα τα ενδεδειγμένα σημεία, για τα όσα θα συμβούν μέχρι την έξοδο. Δεν είμαι σίγουρος πως λειτουργούν οι τίτλοι των μυθιστορημάτων τα οποία καταναλώνει αφειδώς η Μαργαρίτα (πως παραπέμπουν όντως σε κάποια συνθήκη-ακόμα κι αν συνθήκη είναι η γυναικεία μοίρα), αλλά μιλάμε ούτως ή άλλως για παρανυχίδα. Κι αυτό γιατί δεν θα ξεχάσουμε εύκολα τον αφανισμό της Μαργαρίτας και του Κώστα. Κι επειδή, επιπροσθέτως, το διπλό πρόσωπο της Μαργαρίτας προσδίδει στη νουβέλα του Μακρόπουλου ένα ανατριχιαστικό βάθος.