Συνέντευξη στη Lifo – Ποιος κρύβεται πίσω από τον πιο εκλεκτικό και δυναμικό εκδοτικό οίκο της Αθήνας;

της Σταυρούλας Παπασπύρου

«Τι πας να κάνεις; Χειρότερη περίοδος για να ξεκινήσεις δεν υπάρχει!», άκουγε από φίλους και γνωστούς η Γιώτα Κριτσέλη όταν αποφάσιζε ν’αξιοποιήσει τις μόνες αποταμιεύσεις που κατάφερε να συγκεντρώσει ποτέ της και, μ’ ένα κεφάλαιο 7000 ευρώ, ριχνόταν στην περιπέτεια της Κίχλης χωρίς ενδοιασμούς. Η αλήθεια είναι πως τον Δεκέμβριο του 2008 που ο ομώνυμος οίκος έκανε  την εμφάνισή του μ’ ένα μπουκέτο παραμυθιών για μεγάλους, το Οριζόντιο ύψος και άλλες αφύσικες ιστορίες του Αργύρη Χιόνη, η κρίση δεν είχε θρονιαστεί στην καθημερινότητά μας, έμοιαζε ακόμη σαν μακρινή απειλή. Τα δύσκολα έπονταν και τα χειρότερα θα’ ρχονταν τρία χρόνια μετά, όταν εκδοτικά με λαμπρή προϊστορία, πολλά στελέχη και θηριώδεις τραπεζικές υποχρεώσεις, λίγο έλειψε να σβηστούν από το χάρτη οριστικά. Κι όμως, η μικροσκοπική Κίχλη, όχι απλώς διέσχισε τις συμπληγάδες αλλά με τις ποιοτικές επιλογές και την υψηλή αισθητική της, κατάφερε να εδραιωθεί στις συνειδήσεις των βιβλιόφιλων. 

Σήμερα ο κατάλογός της περιλαμβάνει από τον Κρητικό του Σολωμού και τον Εξώστη του Καχτίτση μέχρι ποιήματα του Ίσαρη και του Πατρίκιου,  κι από τον Αόρατο του Ουέλς σε μετάφραση Παπαδιαμάντη μέχρι διαμάντια σαν τα Πορφυρά πανιά του Αλεξάντρ Γκριν ή τον Πότη του Χανς Φάλλαντα την ύπαρξη των οποίων μάλλον αγνοούσαμε. Ανάμεσα στους πενήντα τίτλους που εκδόθηκαν με τη σφραγίδα της Κίχλης ως τώρα, συναντάμε πεζά του Καρόλου Τσίζεκ, δοκίμια για τον Καβάφη αλλά και για τον πολιτισμό του πλεκτού (από τους Δ. Δασκαλόπουλο και Κ. Σχινά αντίστοιχα) ενώ στην κατηγορία της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας βλέπουμε υπογραφές που ξεχώρισαν ήδη,  όπως του Μάκη Τσίτα για το βραβευμένο από την Ευρωπαϊκή Ένωση Μάρτυς μου ο Θεός, του Άκη Παπαντώνη ή του Γιώργου Μητά. Η Κριτσέλη βομβαρδίζεται πια από χειρόγραφα. Μόνο τη μέρα που πραγματοποιήθηκε το ραντεβού μας είχε δεχτεί, ηλεκτρονικά, επτά. «Αυτό είναι», λέει, «το μεγαλύτερο κεφάλαιό μου: οι συγγραφείς. Από τη δική τους εκτίμηση και αγάπη αντλώ κουράγιο και θετική ενέργεια». 

Πέρα από του εκδότη, η ίδια επωμίζεται κι άλλους ρόλους –του επιμελητή, του υπεύθυνου δημοσίων σχέσεων, ακόμα και του πωλητή όποτε χρειάζεται– ενώ η έδρα της Κίχλης και η διεύθυνση του σπιτιού της συμπίπτουν σε μια διώροφη μονοκατοικία, από τις ελάχιστες εκλεκιστικού ρυθμού που έχουν απομείνει γύρω από το λόφο Σκουζέ, στον Κολωνό. Με τι ασχολείται αυτές τις μέρες; «Με την ανατύπωση του βιβλίου της Αγγέλας Καστρινάκη για την μεταπολίτευση Κι όμως αλλάζει! και με την έκδοση του Σχοινοβάτη του Κριστιάν Μπομπέν που δεν έχει καμιά σχέση με τον Σχοινοβάτη του Ζενέ. Είναι σαν παραμύθι με μορφή πλατωνικού διαλόγου κι εξερευνά τη σχέση ανάμεσα στα βιβλία και τα μεγάλα ερωτήματα της ύπαρξης. Καλά είναι τα βιβλία, λέει ο Μπομπέν, αλλά τα μεγάλα προβλήματά μας δεν τα λύνουν. Ανοίγουν, ωστόσο, τις αισθήσεις μας στον κόσμο και μας μυούν στην ομορφιά των απλών πραγμάτων. Άνθρωπος των βιβλίων είμαι κι εγώ αλλά, πράγματι, αν πάψει κανείς να νιώθει την ομορφιά θα βυθιστεί στην κατάθλιψη. Κι ένας εκδότης οφείλει να είναι αισιόδοξος!». 

Μανιώδης αναγνώστρια παιδιόθεν με… «μικρομέγαλα γούστα» –Κάφκα, Ντοστογιέφσκι, Ιονέσκο, Γκόγκολ, Τσέχωφ, Σάρτρ, Καμύ αλλά και Ιωάννου και Πεντζίκη– και Χατζή η ίδια, ακόμα κι όταν έδινε πανελλαδικές εξετάσεις, στη λογοτεχνία κατέφευγε για να πάρει δύναμη. «Έχω καταλήξει στο ότι αναγνώστης δε γίνεσαι, γεννιέσαι! Κάτι στην επαφή σου με την πραγματικότητα δε σε γεμίζει και στρέφεσαι στα βιβλία για να καλυφθείς συναισθηματικά. Εκείνα τα χρόνια, πάντως, ειδικά αν ήσουν οργανωμένος ή κοντά στην Αριστερά, δεν νοείτο να μη διαβάζεις. Διαφορετικά δεν θα είχες φίλους και συνομιλητές».  Με  σπουδές φιλολογίας στα πανεπιστήμια της Κρήτης, της Κολωνίας και του Αμβούργου, με μια ανολοκλήρωτη διδακτορική διατριβή πίσω της πάνω στο βυζαντινό ερωτικό μυθιστόρημα  Βέλθανδρος και Χρυσάντζα και με μία και μοναδική απόπειρα ν’ απλώσει κάτι πιο προσωπικό στο χαρτί –«ό,τι προέκυψε θα μείνει ανέκδοτο εσαεί!»– η Γιώτα Κριτσέλη υπήρξε για ένα φεγγάρι ερευνήτρια σε φιλολογικά ιδρύματα, δούλεψε ως εξωτερική επιμελήτρια στη Νέα Εστία απολαμβάνοντας τις συζητήσεις με τον Σταύρο Ζουμπουλάκη και στα μέσα της δεκαετίας του 2000, μετά τον θάνατο του Γιάννη Δουβίτσα, ανέλαβε στην Νεφέλη την ευθύνη της ελληνικής πεζογραφικής σειράς. «Εκεί, επειδή ακριβώς δεν ζούσε πια ο εκδότης, χρειάστηκε ν’ ασχοληθώ με διάφορες όψεις της εκδοτικής διαδικασίας κι έμαθα πολλά».

Η Κίχλη, δεν κουράζεται να το επαναλαμβάνει η Κριτσέλη, είναι καρπός μιας αυτοδίδακτης. 

Έμβλημά της;

«Η απλότητα, η αυθεντική κομψότητα. Το ν’ αναδεικνύεται το περιεχόμενο ενός βιβλίου χωρίς να επισκιάζεται από τη μορφή του, συνιστά για μένα μέγιστη αρετή».

Γιατί επιμένει στο πολυτονικό; «Όχι τόσο για γλωσσολογικούς λόγους όσο για αισθητικούς. Οι λέξεις δίχως πνεύματα και τόνους μου φαίνονται… σαν φαλακρές. Η ελληνική τυπογραφία όπως αποκρυσταλλώθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα έχοντας αποβάλει την εκζήτηση της γραφής των χειρογράφων, σε συνδυασμό με το πολυτονικό, θεωρώ πως διαθέτει μια αξιοζήλευτη  αισθητική αρτιότητα. Ανάμεσα, πάντως, όμως σ’ ένα πλημμελώς επιμελημένο πολυτονικό βιβλίο κι ένα άριστα επιμελημένο μονοτονικό, σίγουρα είναι το δεύτερο που προτιμώ». 

Τα χειρόγραφα που παραλαμβάνει η ίδια τώρα διαφέρουν σημανατικά από εκείνα που ξεδιάλεγε στη Νεφέλη: «Τα μισά τουλάχιστον δεν αρκεί να τα ξεφυλλίσεις, πρέπει να τα διαβάσεις ως το τέλος για να διαμορφώσεις άποψη. Πριν από μια δεκαπενταετία, το 50% των χειρογράφων υπογράφονταν από ερασιτέχνες, έβλεπες και κείμενα παιδαριώδη… Σήμερα το μορφωτικό επίπεδο όσων ασχολούνται με τη λογοτεχνία είναι σαφώς υψηλότερο -οι επίδοξοι συγγραφείς είναι συνήθως και συστηματικοί αναγνώστες. Λαμβάνω και αυτοβιογραφικά γραπτά, αλλά τα μυθοπλαστικά υπερτερούν αριθμητικά. Είναι εντυπωσιακό πόσες ερωτικές ιστορίες έχω λάβει από άντρες! Διακρίνω μια έντονη αισθηματολογική ματιά εκ μέρους τους που ανατρέπει τα στερεότυπα. Πέρα από αγνώστους, όμως, δέχομαι προτάσεις κι από δοκιμασμένους ή κι από πολύ γνωστούς συγγραφείς. Η κρίση λειτούργησε ευεργετικά για την «Κίχλη», στο μέτρο που κάποιες σοβαρές επιχειρήσεις στράφηκαν προς εμπορικότερες εκδόσεις και παραμέλησαν την ελληνική λογοτεχνία ως ασύμφορη. Υπάρχουν πολλοί συγγραφείς που νιώθουν στις μέρες μας άστεγοι κι απελπισμένοι, όχι επειδή απορρίπτεται η δουλειά τους, αλλά επειδή διαπιστώνουν ότι η ουσιαστική και γόνιμη επικοινωνία που επιζητούν από τον εκδότη γίνεται όλο και πιο δυσεύρετη». 

Η Κριτσέλη επενδύει συνειδητά στους νέους πεζογράφους και «στον αντίποδα της κυρίαρχης φιλοσοφίας» όπως λέει,  «δεν επιλέγω τα γραπτά τους με κριτήριο πόσο επίκαιρο ή… μοδάτο είναι το θέμα τους. Η πλειοψηφία των κριτικών και των αναγνωστών διάβασαν το Μάρτυς μου ο Θεός του Τσίτα σαν προάγγελο της κρίσης, ενώ για μένα ήταν εξαρχής ένας καθρέφτης της ελληνικής κοινωνίας και των παθογενειών της, δοσμένος μέσα από το παραλήρημα ενός μεγάλου αθώου παιδιού, ενός σαλού. Στο Δέντρο του Ιούδα του Μιχάλη Μακρόπουλου, επίσης, η κρίση δεν μνημονεύεται παρά σε λίγες γραμμές. Ουσιαστικά, είναι ένα μυθιστόρημα γύρω από το ψυχικό αδιέξοδο ενός μεσήλικα, γραμμένο σε μια εξαιρετικά λιτή και ποιητική ταυτόχρονα γλώσσα που συνομιλεί με την λόγια παράδοση».

Στα χρόνια που άνθησε η Κίχλη, ο χώρος του βιβλίου δεινοπάθησε. Τι προσδοκίες τρέφει, ως εκδότρια,  από τη νέα κυβέρνηση; «Πιο πολύ κι από την επαναφορά της ενιαίας τιμής ή ελαφρύνσεις στη φορολογία, απ΄ τη μεριά του κράτους θα’ θελα να χαραχτούν πολιτικές που θα διερευνούν το αναγνωστικό κοινό: από προγράμματα φιλαναγνωσίας στα σχολεία μέχρι τη στήριξη και την ενίσχυση των δημόσιων βιβλιοθηκών. Σ’ αυτόν τον τομέα, των βιβλιοθηκών, είμαστε σε τραγική καθυστέρηση για ευρωπαϊκή χώρα. Το ότι στο υπουργείο Πολιτισμού προΐσταται κάποιος όπως ο Νίκος Ξυδάκης που γνωρίζει τα θέματα, έστω κι αν τυπικά δεν ανήκουν όλα στη δική του δικαιοδοσία, με κάνει να αισιοδοξώ». 

Κύλιση στην κορυφή
Υποβολή έργου προς αξιολόγηση

Οι συγγραφείς που επιθυμούν να υποβάλουν έργο τους προς αξιολόγηση στις εκδόσεις Κίχλη μπορούν να το στείλουν ηλεκτρονικά (σε αρχείο word ή pdf) στην ηλεκτρονική μας διεύθυνση: kichli.publishing@gmail.com

Δεν δεχόμαστε υποβολή έργων ταχυδρομικά.

Κάθε πρόταση θα πρέπει να περιλαμβάνει:

  • το πλήρες έργο (όχι δείγμα / απόσπασμα)
  • περίληψη του έργου (εκτός αν πρόκειται για ποιητική συλλογή)
  • βιογραφικό σημείωμα του συγγραφέα, το οποίο να περιλαμβάνει τυχόν προηγούμενες εκδόσεις ή δημοσιεύσεις τους
  • τα στοιχεία επικοινωνίας του συγγραφέα

Όλα τα χειρόγραφα αξιολογούνται από την ίδια την εκδότρια της Κίχλης. Ο/η συγγραφέας ενημερώνεται για την απόφαση του εκδοτικού οίκου, μόνον εφόσον αυτή είναι θετική, μέσα σε χρονικό διάστημα 4 μηνών. Εφόσον παρέλθει αυτό το χρονικό διάστημα από την ημερομηνία αποστολής και δεν έχετε λάβει απάντηση, η έκδοση του έργου δεν είναι δυνατή.

Διευκρινίζεται ότι τα χειρόγραφα δεν επιστρέφονται.