του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου
«Η κρίση ευνοεί τις μικρές επιχειρήσεις με ποιοτικά χαρακτηριστικά. Σε κάθε περίπτωση, η υπεραξία που δημιουργείται γύρω από έναν εκδοτικό οίκο προέρχεται πρωτίστως από τον κατάλογό του, από την ποιότητα της δουλειάς του, και όχι από συγκυριακούς παράγοντες» λέει η Γιώτα Κριτσέλη, εκδότρια της Κίχλης, σε συνέντευξη που παραχώρησε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ. Η Γ. Κριτσέλη πιστεύει, παρακινημένη και από την έμφυτη «αισιοδοξία του επιχειρείν», πως η εκδοτική αγορά θα τα βγάλει πέρα με τις δυσκολίες οι οποίες την έχουν κυκλώσει και μιλάει για την ποιοτική γραμμή που έχει χαράξει με το εκδοτικό της στην ελληνική ποίηση και πεζογραφία, όπως και στην ξένη λογοτεχνία. Σε ερώτηση για την εκδοτική πολιτική της Κίχλης απέναντι στο ελληνικό δοκίμιο, η Γ. Κριτσέλη απαντά πως θέλει να ξαναπιάσει το νήμα μιας σπουδαίας παράδοσης, προωθώντας ταυτοχρόνως το έκκεντρο βλέμμα και την πρωτοτυπία της σκέψης που παρουσιάζει το έργο των σύγχρονων δοκιμιογράφων.
Τα βιβλία σας αποσπούν βραβεία και σχολιάζονται εκτενώς στον Τύπο, από κριτικούς και δημοσιογράφους, οι εκδόσεις σας ξεχωρίζουν για τη σοβαρότητα και την καλαισθησία τους ενώ καινούργιοι τίτλοι έρχονται κάθε τόσο να προστεθούν στους παλαιούς. Μιλήστε μας για τη γραμμή ποιότητας την οποία χαράξατε από την πρώτη στιγμή με το εκδοτικό σας.
Ανήκω στην κατηγορία των εκδοτών-αναγνωστών (η αναγνωστική μου ιδιότητα προϋπήρξε της εκδοτικής), επομένως εκδίδω μόνο κείμενα που μου αρέσουν και τα θεωρώ αξιόλογα. Είμαι όμως και απαιτητική αναγνώστρια, συνεπώς η επιμελημένη (πρωτίστως από γλωσσική άποψη) μορφή των κειμένων σχετίζεται άμεσα, για το δικό μου τουλάχιστον γούστο, με την αναγνωστική απόλαυση. Η φιλοσοφία της Κίχλης προσδιορίζεται απολύτως από τις συγκεκριμένες ιδιότητες και ιδιαιτερότητες. Εάν μάλιστα στα προαναφερθέντα προστεθεί η αίσθηση του καθήκοντος που με χαρακτηρίζει ως προσωπικότητα, καθώς επίσης η πεποίθηση ότι και εμείς οι εκδότες συμβάλλουμε, σε κάποιον βαθμό, στη διαμόρφωση της παιδείας των αναγνωστών, έχετε το πορτραίτο της εκδότριας της Κίχλης και συνάμα τη φιλοσοφία του εκδοτικού οίκου.
Βασική μέριμνα της Κίχλης αποτελεί επίσης η αισθητική των βιβλίων (επιλογή ειδικών χαρτιών, εικαστικού χαρακτήρα εξώφυλλα) και η τυποτεχνική επιμέλειά τους (επεξεργασία και διόρθωση γραμματοσειρών, σχεδιασμός σελίδας, τυπογραφική επιμέλεια του κειμένου). Με αρχές και κανόνες που προέρχονται από την παράδοση της πολυτονικής τυπογραφίας αλλά συνδυάζονται και εναρμονίζονται με τη σύγχρονη αισθητική, χωρίς εκζήτηση ή διάθεση εντυπωσιασμού, αποφεύγοντας, τέλος, συνειδητά τη μίμηση του ύφους παλαιότερων περιόδων από την ιστορία της τυπογραφίας, επιδιώκουμε τα βιβλία να λειτουργούν ως πηγή αισθητικής απόλαυσης για τους αναγνώστες. Ειδικά σε ό,τι αφορά τα εξώφυλλα η Κίχλη έχει συνεργαστεί με τους ζωγράφους: Εύη Τσακνιά, Αλέξανδρο Ίσαρη, Ντενί Λομ, Δημοσθένη Κοκκινίδη, Μίχαελ Ζόβα, Σωτήρη Σόρογκα, Γιάννη Ψυχοπαίδη και Γιώργο Λαζόγκα. Με την ευκαιρία αυτή θα ήθελα να τους ευχαριστήσω όλους θερμά.
Τα τελευταία χρόνια έχετε αναδείξει σημαντικούς νέους πεζογράφους. Με ποιο κριτήριο κάνετε τις επιλογές σας και τι ακριβώς προσδοκάτε από την ελληνική πεζογραφία;
Οι εκδόσεις Κίχλη επιδίωξαν συνειδητά να διαφοροποιηθούν από την κυρίαρχη τάση της εκδοτικής αγοράς, ειδικά όσον αφορά τους νέους πεζογράφους. Έτσι, δεν επενδύσαμε σε θέματα επικαιρικά, όπως συνηθίζεται. Σας αναφέρω το πολύ συγκεκριμένο παράδειγμα ενός βιβλίου που εξέδωσα πρόσφατα: δεν επέλεξα τη σπονδυλωτή νουβέλα Ενυδρείο του Γιώργου Κουτσούκου επειδή διαδραματίζεται την περίοδο της κρίσης ή επειδή το σκηνικό της είναι η Αθήνα της κρίσης. Άλλα χαρακτηριστικά του βιβλίου μού άρεσαν: η πρωτοτυπία της πλοκής, που υπακούει, πίσω από την επιφανειακή επαναληπτικότητα των επιμέρους επεισοδίων, σε έναν τζαζ αυτοσχεδιαστικό ρυθμό, η οπτική γωνία ειρωνικής απόστασης από τα πράγματα, που υιοθετεί ο αφηγητής, το χιούμορ και ο αυτοσαρκασμός, η σύγχρονη, λιτή αλλά κομψή γλώσσα. Χάρη σε αυτά ακριβώς τα στοιχεία άλλωστε η κρίση γίνεται αντικείμενο πραγμάτευσης με όρους αποκλειστικά λογοτεχνικούς. Δεν επενδύσαμε επίσης στην προβολή των ίδιων των συγγραφέων έξω από το έργο τους, υπακούοντας στο ιδιότυπο σταρ σύστεμ που ανθούσε, ιδίως την περίοδο της ευμάρειας. Αντιθέτως, επενδύσαμε με επιμονή και συνέπεια στην επιμέλεια των βιβλίων. Στο επίκεντρο της προσοχής μας βρίσκεται η καλύτερη δυνατή επιμέλεια των κειμένων στο επίπεδο της γλώσσας, της οικονομίας, της αφηγηματικής τεχνικής, του ύφους. Δεν είναι η εύκολη οδός· αυτού του είδους η επιμέλεια λογοτεχνικών κειμένων προϋποθέτει πολλές προσεκτικές αναγνώσεις, ικανοποιητικά εφόδια (λογοτεχνική και γραμματολογική παιδεία, πληροφόρηση γύρω από ζητήματα θεωρίας της λογοτεχνίας, γλωσσική παιδεία), καλούς συνεργάτες στη διόρθωση των κειμένων, και βέβαια συνεχή συνεργασία με τους συγγραφείς. Η υποδοχή των Ιστοριών του Χαλ του Γιώργου Μητά και του μυθιστορήματος Μάρτυς μου ο Θεός του Μάκη Τσίτα δείχνουν ότι η δουλειά που γίνεται αναγνωρίζεται όχι μόνον από τους συγγραφείς αλλά και από τους αναγνώστες. Στον ίδιο δρόμο θα συνεχίσουμε, προσδοκώντας η σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία να καταφέρει να αποτινάξει την ανυποληψία που τη συνοδεύει τα τελευταία χρόνια.
Είστε από τους ελάχιστους εκδότες που επιμένουν σήμερα στην ποίηση. Δεν σας φοβίζει το οικονομικό κόστος ή τα ποιητικά βιβλία αποτελούν μια μακροπρόθεσμη, πέραν εμπορικών βλέψεων, επένδυση;
Ξεκινώ από μια παραδοχή. Η ευρύτητα ή μη του αναγνωστικού κοινού της ποίησης σχετίζεται με τον βαθμό δυσκολίας της. Η δυσκολία ως εγγενής ιδιότητα των ποιητικών κειμένων αποτελεί εν πολλοίς κληρονομιά της μοντέρνας ποίησης των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα, η οποία ανανέωσε μεν δραστικά την ποιητική γλώσσα, αλλά συγχρόνως διαμόρφωσε και παγίωσε ορισμένα χαρακτηριστικά του ποιητικού λόγου που μεγαλώνουν την απόσταση ανάμεσα στην ποίηση και το αναγνωστικό κοινό. Η υποχώρηση της νοηματικής αλληλουχίας, το πλήθος των αναφορών, η κρυπτικότητα, η αυτοαναφορικότητα συνιστούν συστατικά της μοντέρνας ποιητικής που, προϊόντος του χρόνου και με τη συνηγορία και άλλων παραμέτρων, οδήγησαν στη συρρίκνωση της ποίησης σ’ ένα κλειστό, αυτοτροφοδοτούμενο πεδίο. Σε κάθε περίπτωση ωστόσο, παρατηρείται ένα παράδοξο: Την ίδια στιγμή που η επίδραση της ποίησης στην κοινωνία υποχωρεί, υπάρχει εκδοτική άνθηση (αναφέρομαι κυρίως στη χώρα μας). Σήμερα κυκλοφορούν περισσότερες συλλογές, ανθολογίες, λογοτεχνικά περιοδικά παρά ποτέ και οι νέοι ποιητές δημοσιεύουν τα ποιήματά τους ευκολότερα σε σχέση με το παρελθόν· ο εκδοτικός όμως αυτός πληθωρισμός (που είναι εξίσου έντονος στο διαδίκτυο) δεν επιφέρει, νομίζω, άξια λόγου διεύρυνση του αναγνωστικού κοινού ούτε συνεπάγεται ποιοτικά και μονιμότερα αποτελέσματα σε σχέση με την ανάγνωση της ποίησης.
Υπάρχουν εξαιρέσεις; Ευτυχώς υπάρχουν! Αναφέρω δύο περιπτώσεις ποιητών που έχουμε εκδώσει. Η πρόσφατη βράβευση της συγκεντρωτικής έκδοσης των ποιημάτων του Αλέξανδρου Ίσαρη Εγώ ένας ξένος. Ποιήματα 1967-2011, και μάλιστα με το βραβείο του αναγνωστικού κοινού των Βραβείων Βιβλίου Public 2014, είναι ένα ενθαρρυντικό γεγονός. Βέβαια, η βράβευση του Αλ. Ίσαρη δεν είναι τυχαία αφού η ποίησή του παρά τη μοντερνιστική της μορφή αναδεικνύει τα σημαντικά θέματα της ζωής μας: τη μοναξιά, τον έρωτα, τον θάνατο, τη σχέση μας με τον χρόνο· δεν πρόκειται επομένως για αυτιστικό, ναρκισσευόμενο λόγο, αλλά για λόγο που διακατέχεται από τη γνήσια αγωνία της επικοινωνίας με τον αναγνώστη. Ο αναγνώστης ανακαλύπτει στα ποιήματα του Ίσαρη οικεία βιώματα και καταστάσεις, στα οποία ο ποιητής εμβαθύνει. Στις φωτεινές εξαιρέσεις συγκαταλέγεται προφανώς επίσης ο Τίτος Πατρίκιος, με την εξαιρετική απήχηση που είχε η ποιητική συλλογή του Σε βρίσκει η ποίηση (2012), η οποία συνεχίζεται μέχρι σήμερα, αλλά και με την ευρεία απήχηση της νέας έκδοσης της ανθολογίας των ερωτικών ποιημάτων του Λυσιμελής πόθος (2014). Η περίπτωση της ποίησης του Τ. Πατρίκιου δείχνει ότι η ποίηση, όταν δεν αρνείται την επικοινωνία, μπορεί να βρει τον δρόμο της προς τους αναγνώστες, ώστε να μην καταλήγει να διαβάζεται μόνο από ομοτέχνους.
Οι εκδόσεις Κίχλη θα συνεχίσουν να εκδίδουν ποίηση, έχοντας διπλό στόχο: Από τη μια να αναδείξουν με συγκεντρωτικές εκδόσεις ή μεμονωμένες συλλογές το έργο αναγνωρισμένων ποιητών, από την άλλη να δώσουν βήμα σε νέους ποιητές. Στην πρώτη κατηγορία, με ιδιαίτερη χαρά αναγγέλλουμε τη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του Γιώργη Παυλόπουλου.
Μια άλλη σας επιλογή είναι το ελληνικό δοκίμιο. Πώς εντάσσεται γενικότερα το δοκίμιο στην παραγωγή σας και τι διαβλέπετε για τις προοπτικές του;
Χαίρομαι που αναφέρεστε ειδικά στο ελληνικό δοκίμιο. Στη γραμματεία μας υπήρξε παλαιότερα μια αξιόλογη παράδοση δοκιμιακού λόγου, που εκπροσωπήθηκε πρωτίστως από τις Δοκιμές του Γ. Σεφέρη, από τα δοκίμια του Γ. Θεοτοκά και άλλων εκπροσώπων της γενιάς του ’30. Στον χώρο του φιλολογικού δοκιμίου υπήρξε επίσης μια θαλερή παράδοση, που εκπροσωπήθηκε από τον Ι. Θ. Κακριδή, τον Κ. Θ. Δημαρά, τον Λίνο Πολίτη, τον Στυλιανό Αλεξίου, τον Γ. Π. Σαββίδη. Ωστόσο, συν τω χρόνω η παράδοση του δοκιμιακού λόγου φθίνει –οι λόγοι είναι προφανώς σύνθετοι–, και οι ευάριθμες εξαιρέσεις σύγχρονων δοκιμιογράφων (Χρ. Βακαλόπουλος, Κ. Παπαγιώργης, Γ. Κιουρτσάκης, Στ. Ζουμπουλάκης) μάλλον επιβεβαιώνουν τον κανόνα.
Με αυτά τα δεδομένα, ήταν ξεχωριστή χαρά και τιμή για την Κίχλη να φιλοξενήσει τη συλλογή φιλολογικών δοκιμίων του Δημήτρη Δασκαλόπουλου Κ.Π. Καβάφης. Η ποίηση και η ποιητική του (2013). Σε πείσμα της σχεδόν πλήρους επικράτησης της επιστημονικής μελέτης απέναντι στο δοκίμιο που έχει σημειωθεί τα τελευταία χρόνια, τα δοκίμια του Δ. Δασκαλόπουλου με την άρτια φιλολογική σκευή, τη στέρεη αποδεικτική λογική αλλά και τη λαμπρή χρήση της ελληνικής γλώσσας, η οποία προσφέρει στον αναγνώστη απόλαυση εφάμιλλη με εκείνη της λογοτεχνίας, ξαναπιάνουν το νήμα μιας σπουδαίας παράδοσης.
Στον χώρο του «βιωματικού δοκιμίου» υπήρξε επίσης μία ξεχωριστή περίπτωση. Το απολαυστικό δοκίμιο της Κατερίνας Σχινά Καλή και ανάποδη. Ο πολιτισμός του πλεκτού(2014), με την ευρύτητα του θέματος, την τεκμηρίωση, την πρωτοτυπία της σκέψης, την αυτοβιογραφική εμπλοκή και, τέλος, τη στιλπνή και πλαστικότατη γλώσσα, καλλιεργεί ένα είδος έκκεντρου δοκιμιακού λόγου, το πλησιέστερο ανάλογο του οποίου στην ελληνική γλώσσα είναι, κατά τη γνώμη μου, τα γοητευτικά πεζά του Κάρολου Τσίζεκ Η λιμνοθάλασσα της Γεωργικής Σχολής (2013) και στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία τα λαμπρά δοκίμια του Κλάουντιο Μάγκρις Δούναβης και Μικρόκοσμοι.
Θα συνεχίσουμε φυσικά την έκδοση δοκιμίων. Με την Κ. Σχινά σχεδιάζουμε μία σειρά παλαιότερων δοκιμίων, μεταφρασμένων ως επί το πλείστον από την αγγλική γλώσσα, με έκκεντρα θέματα και, ενίοτε, εξεζητημένη ρητορική. Ο πρώτος τίτλος της σειράς θα είναι η Ουτοπία τοκογλύφου του Τσέστερτον.
Και η ξένη λογοτεχνία; Πώς διαλέγετε τους τίτλους της και τι είδους βιβλιοθήκη φιλοδοξείτε να σχηματίσετε;
Με τους πρώτους μεταφρασμένους τίτλους πεζογραφίας επεδίωξα να συστήσω, με καλές και επιμελημένες μεταφράσεις, σημαντικούς αλλά λιγότερο γνωστούς στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό συγγραφείς. Σε αυτήν την κατηγορία ανήκουν ο Λέο Πέρουτς (Ο μαιτρ της Δευτέρας Παρουσίας), ο Χανς Φάλλαντα (Ο πότης), ο Αλεξάντρ Γκριν (Τα πορφυρά πανιά). Θεωρώ απαραίτητη την ύπαρξη επιμέτρων με δοκίμια για τα έργα και τους συγγραφείς. Οι εκδόσεις συνοδεύονται επίσης από χρονολόγια και φωτογραφικά παραρτήματα, ώστε ο αναγνώστης να εισάγεται στο ιστορικό και γραμματολογικό πλαίσιο των κειμένων. Η σειρά συνεχίζεται στο ίδιο πνεύμα, μάλιστα ο αμέσως επόμενος τίτλος αποτελεί έκπληξη.
Με τη Χοντρομπαλού του Μωπασάν, σε μετάφραση της Αμαλίας Τσακνιά και με επίμετρο που γράφεται για την έκδοση της Κίχλης από τη Λίζυ Τσιριμώκου, θα εγκαινιάσουμε νέα, μικρόσχημη σειρά, η οποία εστιάζει στην παρουσίαση διαλεχτών κειμένων, μικρής σχετικά έκτασης.
Εκτός των σειρών, ετοιμάζονται κλασικά κείμενα, όπως Οι σημειώσεις του Μάλτε Λάουριτς Μπρίγκε του Ρίλκε, σε μετάφραση και με επίμετρο του Αλ. Ίσαρη, και άλλα κείμενα που θα δουν αργότερα το φως της δημοσιότητας.
Πώς αντιμετωπίζει η Κίχλη τα προβλήματα που έχει προκαλέσει η κρίση στον εκδοτικό χώρο;
Στην αρχή, όπως όλοι υποθέτω, αντέδρασα με σπασμωδικές κινήσεις, υπαναχωρήσεις και ανασχεδιασμό του εκδοτικού προγραμματισμού. Έτσι, μερικά μικρά σε έκταση και σχήμα βιβλία (η σειρά «Τα άστεγα» είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα) ήταν προϊόν, σε έναν βαθμό, των συνεπειών της κρίσης. Στη συνέχεια, διαπιστώνοντας πως η δύσκολη οικονομική κατάσταση τείνει να παγιωθεί, το παίρνει κανείς απόφαση και προσπαθεί να αντισταθμίσει τις απώλειες με περισσότερη και συστηματικότερη δουλειά στην προώθηση και τη διακίνηση των βιβλίων, με διεύρυνση των σημείων πώλησης και εναλλακτικούς τρόπους διάθεσης των βιβλίων.
Πολλοί αναγνώστες, γνωρίζοντας ότι η Κίχλη έχει πραγματοποιήσει, μεσούσης της κρίσης, αρκετές ανατυπώσεις, συμπεραίνουν ότι η κρίση ευνοεί τις μικρές, ευέλικτες επιχειρήσεις με ποιοτικά χαρακτηριστικά. Ειλικρινά δεν γνωρίζω πώς θα εξελισσόταν η Κίχλη αν δεν είχε μεσολαβήσει η κρίση. Σε κάθε περίπτωση, η υπεραξία που δημιουργείται γύρω από έναν εκδοτικό οίκο προέρχεται πρωτίστως από τον κατάλογό του, από την ποιότητα της δουλειάς του, και από το πώς αξιοποιεί την όποια εκτίμηση κέρδισε για να προχωρήσει και να αναπτυχθεί· δεν νομίζω ότι προέρχεται από συγκυριακούς παράγοντες. Για να είμαι πάντως ειλικρινής, θεωρώ ότι δικά μου λάθη, παραλείψεις και ατυχείς χειρισμοί επηρέασαν την Κίχλη περισσότερο απ’ ό,τι η κρίση.
Το πολυτιμότερο κεφάλαιο στα δύσκολα αυτά χρόνια στάθηκε η εκτίμηση και η αγάπη των συγγραφέων, όσων τα βιβλία περιλαμβάνονται στον κατάλογο της Κίχλης και όσων μάς έχουν εμπιστευθεί τα έργα τους προς έκδοση. Καθοριστική ήταν, τέλος, η έμπρακτη στήριξη των αναγνωστών, στους οποίους είμαστε ευγνώμονες.
Λέτε πως η ελληνική εκδοτική αγορά θα τα βγάλει πέρα με τις δυσκολίες οι οποίες την έχουν κυκλώσει κι αν ναι, πώς ακριβώς θα πρέπει να πορευτεί προς μια τέτοια κατεύθυνση;
ΑΠ: Στο πρώτο σκέλος του ερωτήματος κανονικά θα πρέπει να απαντήσω με κάποια επιφυλακτικότητα. Αλλά η σύμφυτη με την έννοια του επιχειρείν αισιοδοξία και η γενικότερη στάση της ζωής μου με ωθούν να παραφράσω τον τίτλο και την κατακλείδα του βιβλίου της Αγγέλας Καστρινάκη, που μόλις εκδόθηκε: και βέβαια θα τα βγάλει πέρα! Οφείλει να τα βγάλει πέρα! Όσο για το δεύτερο σκέλος, δεν είμαι πραγματικά σε θέση να υποδείξω σε μεγάλες επιχειρήσεις με ποιον τρόπο να διαχειριστούν την κρίση.